Β (β) ΚΑΤΑΘΕΣΗ
ΜΑΡΤΥΡΑ
Μπορεί να
κληθούμε να
καταθέσουμε
σαν μάρτυρες σε
Αστυνομικό
Τμήμα, Ανακριτή
(δικαστικό),
δικαστήριο. Αν
κληθούμε
νόμιμα δεν
έχουμε το
δικαίωμα να
αρνηθούμε τη
μαρτυρία μας (αρθ.
209 Κ.Π.Δ.).
Η κλήση πρέπει
να μας έχει
δοθεί
τουλάχιστον 24
ώρες πριν και
να αναφέρει την
υπόθεση. Αν δεν
πάμε να
καταθέσουμε
μπορούν να μας
κάνουν βίαια
προσαγωγή ή να
μας επιβάλλουν
πρόστιμο.
Επιπλέον αν δεν
καταθέσουμε
στο δικαστήριο
χωρίς να
υπάρχει κάποια
δικαιολογία
εκτός από
πρόστιμο
μπορεί να
καταδικαστούμε
για απείθεια (φυλάκιση
από 10 μέρες
μέχρι έξι μήνες).
(Ι) Κατάθεση
μάρτυρα σε
τμήμα ή σε
ανακριτή
Η κατάθεση
μάρτυρα,
γίνεται χωρίς
την παρουσία
δικηγόρου.
Μπορεί ένας
μάρτυρας,
αργότερα, να
μετατραπεί σε
κατηγορούμενο
αν από την
κατάθεση του ή
από άλλα
οτοιχεία
φαίνεται
πιθανότητα και
δικής του
ενοχής. Η
κατάθεση που θα
έχει δώσει σαν
μάρτυρας
μπορεί και να
χρησιμοποιηθεί
εναντίον του,
αν
ενοχοποιείται
για κάτι, αν και
τυπικά αυτό
απαγορεύεται.
'Οπως
προαναφέραμε
δεν μπορούμε να
αρνηθούμε να
καταθέσουμε.
Αντίθετα
μπορούμε να
πούμε "δεν ξέρω"·.
Σύμφωνα με το
νόμο, δεν
πρέπει να μας
κάνουν
ερωττήσεις για
την προσωπική
μας κρίση σε
ζητήματα που
δεν
σχετίζονται με
την υπόθεση,
όπως; Και σε
ερωτήσεις
σχετικά με τις
πεποιθήσεις
μας.
Δεν είμαστε
υποχρεούμενοι
να καταθέσουμε
για γεγονότα,
από τα οποία
μπορεί να
ενοχοποιηθούμε
για
οποιοδήποτε
αδίκημα, όπως
και σε
ερωτήσεις που
από τη φύση
τους
απευθύνονται
σε
κατηγορούμενους
(π.χ. που ήσουν τη
συγκεκριμένη
νύχτα κλπ).
Αν τώρα
καταθέσουμε
για κάτι,
πρέπει να
δηλώσουμε από
που το μάθαμε (και
αν ακούσαμε για
κάτι, ποιος μας
το είπε). Την
κατάθεσή μας
μπορούμε να την
υπαγορεύουμε
και να
ζητήσουμε να
γράφονται όσα
λέμε, σχεδόν
αυτολεξεί.
Στο τέλος
διαβάζουμε
αυτά που
γράφτηκαν και
υπογράφουμε
την κατάθεση
μαρτυρά.
Σημείωση: Η
κατάθεση, θα
γράφει στην
αρχή ότι
πρόκειται για
κατάθεση
μάρτυρα. Αλλιώς
δεν
υπογράφουμε.
Κατάθεση
μάρτυρα στο
δικαστήριο
(1) Ισχύουν ότι
είπαμε στην
κατάθεση
μάρτυρα σε
ανακριτή.
(2) Μπορούμε να
αρνηθούμε να
ορκιστούμε στο
ευαγγέλιο, αλλά
μόνο στο λόγο
τιμής μας, αφού
δηλώσουμε ότι
δεν πιστεύουμε
σε καμιά
θρησκεία.
(3) Η συμπεριφορά
του
δικαστηρίου
προς τον
μαρτυρά πρέπει
να είναι άψογη.
(4) Χρειάζεται
πρόσθετη
προσοχή στην
κατάθεσή μας
στο δικαστήριο,
γιατί υπάρχει
περίπτωση να
διαταχθεί η
σύλληψη μας από
το δικαστήριο (π.χ.
αν φανεί ότι
ψευδομαρτυρήσαμε
αν βρίσαμε
παράγοντα του
δικαστηρίου
κλπ)
Γ.
ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ
Όταν έχει
ασκηθεί
εναντίον μας
ποινική δίωξη,
ή μήνυση ή
έγκληση ή
αίτηση δίωξης
θεωρούμαστε
κατηγορούμενοι.
θεωρούμαστε
κατηγορούμενοι
και όταν στην
ανάκριση μας
αποδίδεται
αξιόποινη
πράξη, ή όταν
έχουμε
συλληφθεί σαν
ύποπτοι (ακόμα
και χωρίς
ένταλμα, ακόμα
και όταν η
σύλληψη είναι "παράνομη".
Οταν πάλι
εκδίδεται
εναντίον μας
ένταλμα βιαίας
προσαγωγής ή
σύλληψης, ή
καλούμαστε οε
απολογία, ή μας
αποδίδει στην
προανάκριση (ή
στην κύρια
ανάκριση)
κάποιος
μαρτυράς ή
πολιτικός
ενάγοντας
μηνυτής μια
συγκεκριμένη
αξιόποινη
πράξη είμαστε
πάλι
κατηγορούμενοι.
Όποιος
αναφέρεται στη
μήνυση είναι
κατηγορούμενος,
και αν δεν
υπάρχουν
σοβαρά
στοιχεία
εναντίον του.
(α) ΚΛΗΣΗ
ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ
ΣΕ ΑΠΟΛΟΓΙΑ
Η κλήση πρέπει
να είναι γραπτή,
να αναφέρει την
αξιόποινη
πράξη, να έχει
επίσημη
σφραγίδα και
υπογραφή του
ανακριτή και
του γραμματέα.
Πρέπει να μας
δοθεί 24 ώρες
τουλάχιστον
πριν από τη
μέρα απολογίας.
(β) ΑΡΝΗΣΗ
ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ
ΝΑ ΕΜΦΑΝΙΣΤΕΙ
ΓΙΑ ΝΑ
ΑΠΟΛΟΓΗΘΕΙ
Τότε μπορεί να
διαταχθεί η
βίαιη
προσαγωγή του
για κατάθεση, (ακόμα
και για
αδικήματα για
τα οποία δεν
προβλέπεται
προφυλάκιση) ή
διατάσσεται η
σύλληψη του, ή
παραπέμπεται
στο ακροατήριο
(τακτική
δικάσιμος).
' (γ) ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ
ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ
(1) Ο
κατηγορούμενος
από την πρώτη
στιγμή
δικαιούται να
εκλέξει
ελεύθερα τον
δικηγόρο του.
ΣΕ ΚΑΜΜΙΑ
ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΔΕΝ
ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ
ΑΠΑΓΟΡΕΥΤΕΙ Η
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟ
ΡΟΥΜΕΝΟΥ ΜΕ ΤΟ
ΔΙΚΗΓΟΡΟ ΤΟΥ.
Μπορεί ΑΜΕΣΑ να
λάβα γνώση της
δικογραφίας.
(2) Μπορεί να
παρίσταται με
δικηγόρο σε
κάθε
ανακριτική
πράξη, εκτός
από την εξέταση
των μαρτύρων.
Μπορεί να
παρίσταται με
δικηγόρο ακόμα
και στην
εξέταση σε
αντιπαράθεση
με άλλους
μάρτυρες ή
κατηγορούμενους.
Για το λόγο
αυτό
κλητεύεται
τουλάχιστον 24
ώρες πριν γίνει
οποιαδήποτε
ανακριτική
πράξη.
(3) Εάν είναι
κρατούμενος ή
προφυλακισμένος
μπορεί να
υποβάλλει
οποιαδήποτε
γραφτή αίτηση ή
δήλωση στο
διευθυντή της
φυλακής ή του
τόπου κράτησης
του, την οποία
είναι υπο
χρεωμένοι να
την διαβάσουν
αμέσως.
Γ (δ) Ο
ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ
ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗΝ
ΑΝΑΚΡΙΣΗ (ΤΕΧΝΙΚΑ
ΖΗΤΗΜΑΤΑ) Ο
κατηγορούμενος
που πάει για
ανάκριση είτε
μετά από
αυτόφωρη
σύλληψη είτε
μετά από
σύλληψη με
ένταλμα είτε
μετά από κλήση
πρέπει νάχει υπ'
όψη του τα
παρακάτω:
Να απαιτεί την
άσκηση των
δικαιωμάτων
του και να ε;iναι
ανένδοτος στο
σημείο αυτό (φτάνοντας
μέχρι την
απεργία πείνας
εάν κρατείται.
Να ΑΠΑΙΤΕΙ την
άμεση επαφή με
το δικηγόρο του
(τον οποίο
εκλεγεί
ελευθέρα) και
ΚΥΡΙΩΣ να
αρνείται
σταθερά
οποιαδήποτε
συζήτηση,
κατάθεση κλπ.
προτού
επικοινωνήσει
με το δικηγόρο
του. Και η πιο
αθώα συζήτηση
μπορεί να
επιβαρύνει τη
θέση του
κατηγορούμενου.
Οταν η
αθωότητα του
συλλαμβανομένου
είναι φανερή να
διαμαρτύρεται
ΕΝΤΟΝΑ.
Είναι βασικό να
ξέρει ο
κατηγορούμενος
ότι έχει το
δικαίωμα από το
να αρνηθεί να
απολογηθεί ή να
απαντήσει στις
ερωτήσεις
οποιουδήποτε
ανακριτή (αστυνομικού
- δικαστικού).
Αρα είναι
προτιμότερο να
μην απαντά,
παρά να λέει
ψέματα και να
πέφτει σε
αντιφάσεις.
Αυτό ειδικά
στις
περιπτώσεις
αυτοφώρου όπου
ο
κατηγορούμενος
είναι σε μια
πρωτόγνωρη γι
αυτόν
κατάσταση, με
όλα τα
επακόλουθα της.
(αδυναμία
επικοινωνίας
με τους έξω,
άγχος,
ψυχολογικός
πόλεμος από
τους
αστυνόμους κλπ).
Οι σιωπές δεν
είναι ποτέ
αντιφατικές.
Είναι βασικό
επίσης ο
κατηγορούμενος
να μην "συνεργάζεται".
Οι αστυνόμοι
ξεκινάνε
συνήθως μια
κουβέντα σε
φιλικό στυλ, με
αθώες
ερωτήσεις για
να κερδίσουν
την
εμπιστοσύνη
του
κρατουμένου με
σκοπό να τον
παγιδέψουν.
Ειδικά ο
πολιτικός
κρατούμενος αν
εκδηλώσει μια
τάση "συνεργασίας",
τότε εκτός από
τις
ενοχοποιητικές
πληροφορίες
που χαρίζει
στην αστυνομία,
είναι
υποχρεωμένος
να αρνηθεί κάθε
πολιτική
υποστήριξη που
προέρχεται απ'
έξω. ενώ δεν
είναι καθόλου
σίγουρο ότι
βελτιώνει τη
θέση του.
Μια θαρραλέα
στάση (αλλά όχι
"αυθάδικη"
μπορεί να
γλιτώσει τον
συλληφθέντα
από πολλές
φασαρίες.
Το
σημαντικότερο
για ένα
πολιτικό
κρατούμενο
είναι να
κρατάει μια
επαφή με τους
συντρόφους του
απ' έξω, για να
μπορούν να τον
βοηθήσουν.
Αυτό που
μετράει δεν
είναι ο
συσχετισμός
δυνάμεων
ανάμεσα στον
ίδιο και τους
ανακριτές του,
αλλά ο
συσχετισμός
δυνάμεων
συνολικά, (π.χ.
Υπερασπίζουμε
τη συμμετοχή
μας σε μια
διαδήλωση και
τους στόχους
της, ενώ δεν
παίρνουμε την
ευθύνη για ό,τι
προέκυψε απ'
αυτήν. Π.χ.
τραυματισμός
αστυνομικού
κλπ).
Είναι τελείως
διαφορετικό
πράγμα στις
περισσότερες
περιπτώσεις η
πολιτική από
την ποινική
ευθύνη για μια
συγκεκριμένη
πράξη και
μπορούν να
διαχωρίζονται.
Η στάση του
κατηγορούμενου
στην ανάκριση,
που
περιγράψαμε
παραπάνω, μας
επιτρέπει να
παίρνουμε την
πολιτική
ευθύνη για τους
στόχους μιας
διαδήλωσης π.χ.
ενάντια στην
καταστολή, και
να τους
αποδεχόμαστε
και να
υπερασπίζουμε
τη συμμετοχή
μας.
Όταν όμως
κατηγορούμαστε
για
τραυματισμούς
αστυνομικών
που έγιναν σ'
αυτή τη
διαδήλωση ή για
συνθήματα που
θεωρούνται
υβριστικά κλπ,
μπορούμε
κάλλιστα να
αρνηθούμε τη
συμμετοχή μας σ'
αυτές τις
αξιόποινες
πράξεις, χωρίς
μάλιστα να μας
υποχρεώνει
κανείς να τις
καταδικάσουμε,
αφού μπορούμε
να μην
απαντήσουμε, αν
μας γίνουν
τέτοιες
ερωτήσεις.
ΑΠΟΛΟΓΙΑ
ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ
ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΚΛΗΣΗ
ΣΕ ΑΣΤ. ΤΜΗΜΑ Ή
ΔΙΚΛΣΤΙΚΗ ΑΡΧΗ
ΝΑ ΑΡΝΗΘΟΥΜΕ ΝΑ
ΚΑΤΑΘΕΣΟΥΜΕ
ΧΩΡΙΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟ
Όταν λάβουμε
κλήση που μας
καλεί να
καταθέσουμε
σαν
κατηγορούμενοι,
ή είμαστε
κρατούμενοι
και
προσαχθούμε
για απολογία
πάμε πάντα με
το δικηγόρο μας.
Πριν
απολογηθούμε
διαβάζουμε όλα
τα έγγραφα της
δικογραφίας
και μπορούμε να
πάρουμε
αντίγραφα (με
γραπτή αίτηση).
Κατόπιν
μπορούμε να
πάρουμε 48ωρη
τουλάχιστον
προθεσμία για
να
προετοιμάσουμε
την απολογία
μας.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ένας
κατηγορούμενος
στη διάρκεια
της ποινικής
διαδικασίας (σύλληψη
μέχρι δίκη),
ίσως δώσει
παραπάνω από
μια καταθέσεις
(π.χ. στην
αστυνομία, σε
ανακριτή, στο
δικαστήριο
τέλος). Γι αυτό η
απολογία
πρέπει να είναι
η ίδια κάθε
φορά, για να μην
πέφτει σε
αντιφάσεις και
καλά
προετοιμασμένη
σε συνεργασία
με το δικηγόρο.
Είναι
προτιμότερο
στην Αστυνομία
να μην
απολογούμαστε
αναλυτικά, παρά
μόνο με τη
φράση "Αρνούμαι
όλες τις
κατηγορίες".
Τώρα όταν
καταθέτουμε
δεν πρέπει να
μας διακόπτουν,
εκτός και αν
είμαστε εκτός
θέματος. Μετά
την κατάθεση
μπορεί να μας
γίνουν
ερωτήσεις που
δεν πρέπει να
είναι
παραπειστικές.
Μπορούμε να
αρνηθούμε να
απαντήσουμε σε
όλες τις
ερωτήσεις ή σε
μερικές από
όσες μας κάνουν
οι ανακριτές.
Μόλις δώσουμε
την απολογία,
την διαβάσουμε
και την
υπογράφουμε.
Γ ΠΡΟΦΥΛΑΚΙΣΗ
Την
προφυλάκιση
την αποφασίζει
ο ανακριτής με
σύμφωνη γνώμη
του εισαγγελέα,
μετά την
απολογία του
κατηγορουμένου.
Αν δεν
συμφωνούν, τότε
ο
κατηγορούμενος
αφήνεται
προσωρινά
ελεύθερος (Εάν
φυσικά ήταν
κρατούμενος)
και η διαφωνία
παραπέμπεται
σε δικαστικό
συμβούλιο, το
οποίο
αποφασίζει για
την
προφυλάκιση ή
όχι.
Για να
προφυλακισθεί
κάποιος πρέπει
να υπάρχουν
σοβαρές
ενδείξεις ότι
έχει κάνει
κακούργημα ή
κάποιο
πλημμέλημα για
το οποίο
προβλέπεται
φυλάκιση πάνω
από 3 μήνες και
μόνο όταν είναι
ύποπτος φυγής ή
κρίνεται σαν
ιδιαίτερα
επικίνδυνος.
Αντί για
προφυλάκιση (και
eφόσον υπάρχουν
σοβαρές
ενδείξεις
ενοχής μπορεί
να διαταχθεί η
καταβολή
εγγύησης (η
οποία είναι
ανάλογη του
αδικήματος και
της
οικονομικής
κατάστασης του
κατηγορούμενου)
ή εμφάνιση στον
ανακριτή (ή σε
αστ. τμήμα) σε
τακτά χρονικά
διαστήματα,
περιορισμοί
στη διαμονή ή
στη μετακίνηση,
απαγόρευση
εξόδου από τη
χωρά κλπ.
Η προφυλάκιση
μπορεί να
κρατήσει μέχρι
9 μήνες για τα
πλημμελήματα
και μέχρι 18
μήνες για τα
κακουργήματα.
Μόλις
επιβληθεί
προφυλάκιση ή
κάποιος από
τους παραπάνω
περιορισμούς,
μπορούμε να
κάνουμε αίτηση
στον ανακριτή ή
προσφυγή στο
συμβούλιο για
άρση της
προφυλάκισης,
και των
περιορισμών ή
άρση της
προφυλάκισης
με εγγύηση κλπ.
Δ ΜΕΡΙΚΕΣ ΠΙΟ
ΕΙΔΙΚΕΣ
ΝΟΜΙΚΕΣ
ΓΝΩΣΕΙΣ
(α) ΠΟΙΝΙΚΗ
ΔΙΩΞΗ
Αν ο
εισαγγελέας
πάρει κάποια
μήνυση ή
αναφορά και τη
θεωρεί νομικά ή
ουσιαστικά
αβάσιμη,
προβλέπεται
μια διαδικασία
για να τη βάλει
στο αρχείο. Σε
αντίθετη
περίπτωση
ασκεί ποινική
δίωξη και
πρέπει να
διατάξει
προανάκριση ή
κύρια ανάκριση
ή παραπομπή του
κατηγορούμενου
απευθείας στο
δικαστήριο (εκτός
από τα
κακουργήματα).
Πριν ασκήσει
δίωξη μπορεί να
ζητήσει ή να
κάνει ο ίδιος
ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΗ
ΕΞΕΤΑΣΗ.
ΠΡΟΑΝΑΚΡΙΣΗ
Προανάκριση (καθώς
και
προκαταρτική
εξέταση)
μπορούν να
κάνουν οι
ειρηνοδίκες
και οι
βαθμοφόροι της
αστυνομίας (υπενωματάρχης
και πάνω ·
υπαρχιφύλακες
και πάνω).
Για να γίνει
προανάκριση
χρειάζεται
γραπτή
παραγγελία του
εισαγγελέα.
Προβλέπεται
ότι μπορεί να
γίνει
αστυνομική
προανάκριση
και χωρίς
εισαγγελική
παραγγελία στα
αυτόφωρα και
όταν υπάρχει
κίνδυνος από
την αναβολή (δηλ.
κινδυνεύουν να
χαθούν ουσιώδη
αποδεικτικά
στοιχεία).
Η προανάκριση
είναι
συνοπτική και
τελειώνει με
την παραπομπή
του
κατηγορούμενου
στο ακροατήριο
ή σε κυρία
ανάκριση ή στο
δικαστικό
συμβούλιο.
Θεωρείται
περιττή η
προανάκριση
για τα
πταίσματα, τα
πλημμελήματα
αρμοδιότητας
μονομελούς και
τα αυτόφωρα
πλημμελήματα (χωρίς
φυσικά να
αποκλείεται να
γίνει).
Πeριττή επίσης
θεωρείται η
προανάκριση
για τα
πλημμελήματα
αρμοδιότητας
τριμελούς όταν
έχει προηγηθεί
προκαταρτική
εξέταση.
ΚΥΡΙΑ
ΑΝΑΚΡΙΣΗ
1) Την κυρία
ανάκριση την
διενεργούν οι
τακτικοί
ανακριτές, μετά
από γραπτή
παραγγελία του
εισαγγελέα.
Τα
κακουργήματα
πάνε πάντα στην
κυρία ανάκριση.
Ακόμα για τα
πλημμελήματα
που
επιτρέπεται
προφυλάκιση ή
για να
συμπληρωθεί η
προανάκριοη
είναι στην
κρίση του
εισαγγελέα να
ζητήσει κύρια
ανάκριση.
2) Υποτίθεται
ότι σκοπός της
ανάκρισης
είναι η
ανακάλυψη της
αλήθειας και
όχι η συλλογή
κάποιων
τυπικών
αποδεικτικών
στοιχείων και
για το λόγο
αυτό δεν
υπάρχει
κάποιος
κατάλογος
ανακριτικών
πράξεων,
γπαρχουν μόνο
κάποιοι
δικονομικοί
περιορισμοί.
Εξετάζονται
ακόμα και
στοιχεία που
αφορούν την
προσωπικότητα
του
κατηγορουμένου,
εφόσον μπορούν
να παρθούν υπ'
όψη για το
μέγεθος της
ποινής.
3) Κάθε
ανακριτής (και
ο προανακριτής)
έχει
απεριόριστες
δυνατότητες
και δικαιώματα
στην ανάκριση.
Μπορεί να
κλείνει
ολόκληρα
σπίτια, να
σφραγίζει
κινητά και
ακίνητα, νπ
διατάζει να μην
απομακρυνθεί
κανείς μέχρι το
τέλος της
ανάκρισης,
ερευνάς κλπ., να
διατάζει την
απομάκρυνση
όσων
εναντιώνονται,
ακόμα και να
τους επιβάλλει
κράτηση μέχρι 24
ώρες. Μπορεί να
διατάζει την
απομάκρυνση (που
μπορεί να
εκτελεστεί και
με τη βία) του
εναντιονομένου
συνηγόρου, αλλά
τότε πρέπει να
διορίσει άλλο
συνήγορο,
ιδιαίτερα αν το
ζητήσει ο
κατηγορούμενος.
Για κάθε
ανακριτική
πράξη ο
ανακριτής
πρέπει να κάνει
έκθεση επί
τόπου, με την
παρουσία
δικαστικού
γραμματέα η
άλλου ανακριτή
ή δυο μαρτύρων.
4) Μόλις ο τακτικός ανακριτής τελειώσει την ανάκριση και πριν στείλει τη δικογραφία στον εισαγγελέα πρέπει ν' ανακοινώσει στον κατηγορούμενο το τέλος της ανάκρισης. Ο εισαγγελέας αφού πάρει τη δικογραφία, άμα θεωρεί κλεισμένη την ανάκριση, πρέπει να κάνει πρόταση. Αν ο κατηγορούμενος το ζητήσει, ο εισαγγελέας είναι υποχρεωμένος να τον ειδοποιήσει 24 ώρες νωρίτερα να λάβει γνώση της εισαγγελικής πρότασης.
Αν στην
ανάκριση
παραβιαστούν
οι διατάξεις
που αφορούν την
εμφάνιση,
εκπροσώπηση ή
υπεράσπιση του
κατηγορούμενου
και την άσκηση
των
δικαιωμάτων
του, οι πράξεις
που έγιναν
παράνομα είναι
απόλυτα άκυρες.
Αυτή η
ακυρότητα
συμπαρασύρει
και τις
επόμενες
πράξεις που
έγιναν μετά την
άκυρη ή πιο
πριν αλλά είναι
συναφείς με την
άκυρη. Όμως
αυτή η
ακυρότητα
πρέπει να
προβληθεί
μέχρι την
αμετάκλητη
παραπομπή της
υπόθεσης στο
ακροατήριο,
αλλιώς
καλύπτεται. Αν
δεν αφορά την
προδικασία
εξετάζεται
αυτεπάγγελτα
ακόμα και στον
Άρειο Πάγο.
Στις
περιπτώσεις
που
αναφέρονται
από τη
δικονομία δεν
είναι ανάγκη να
υποβάλλει
αίτηση ο
κατηγορούμενος
για την άσκηση
των
δικαιωμάτων
του. Η κυρία
ανάκριση
τελειώνει με
την παραπομπή
του
κατηγορούμενου
στο ακροατήριο
ή στο δικαστικό
συμβούλιο (για
βούλευμα).
Υ.Γ. Το βασικό
είναι κάθε
σύντροφος που
θα συλληφθεί
άμεσα να
ειδοποιήσει
τους
συντρόφους, και
να μην δεχθεί
καμιά κουβέντα
με τους
ασφαλίτες. Τα
άλλα θα βρουν
το δρόμο τους.
Χρειαζόταν
όμως,
πιστεύουμε και
αυτή η νομική
κατάρτιση.