Δευτέρα 26 Αυγούστου 2019 | 10:49

ΠολιτικήPointer

Φιάσκο ολκής η αναθεώρηση του Συντάγματος

Ηταν Ιούλης του 2016, όταν σε μια χολιγουντιανού τύπου τελετή ο Τσίπρας εγκαινίασε τη συνταγματική αναθεώρηση, η οποία θα αποκτούσε… κινηματικά χαρακτηριστικά όπως έλεγε το απύλωτο στόμα του Κατρούγκαλου. Εκαναν το σόου, το ξέχασαν για κάποιον καιρό, μετά το ξαναθυμήθηκαν και έκαναν νέα φιέστα για να στήσουν μια επιτροπή που θα έκανε τον… κοινωνικό διάλογο (τις κινηματικές διαδικασίες ντε). Κανείς, πλην του μηχανισμού του ΣΥΡΙΖΑ δεν ασχολήθηκε μ' αυτήν την επιτροπή, την οποία θα την είχαμε ξεχάσει όλοι, αν δεν μας τη θύμιζε ένα προπαγανδιστικό βίντεο που δημοσιοποίησε τις τελευταίες μέρες το Μαξίμου (μέσα από το λογαριασμό του Τσίπρα στο Twitter, μπας και το δει κάνας άνθρωπος).
 
Ολο αυτό ήταν μια μπουρδολογία, μια φάρσα, ένα γελοίο προπαγανδιστικό σόου, στο οποίο πρωταγωνιστούσε ο Κατρούγκαλος (και τι δεν είπε… ο στόμας του: από συντακτική συνέλευση μέχρι αναθεώρηση που θα εγκρινόταν με δημοψήφισμα), ενώ ο Τσίπρας έκανε μερικά «γκεστ», κάθε φορά που ήθελε ν' αλλάξει την ατζέντα.
 
Απ' όλη αυτή τη μπουρδολογία δεν απέμεινε απολύτως τίποτα. Οχι μόνο από άποψη διαδικασίας (η οποία μεταφέρθηκε αποκλειστικά στο χώρο της Βουλής, όπως προβλέπει το ισχύον αστικό Σύνταγμα), αλλά και από άποψη ουσίας. Η υποτιθέμενη ρηξικέλευθη αναθεώρηση του Συντάγματος συνοψίστηκε στο τέλος στο… δραματικό ερώτημα αν ο Παυλόπουλος θα είναι ο επόμενος πρόεδρος της ΝΔ! Δεν το έθεσε κανένας άλλος, το έθεσε ο ίδιος ο Τσίπρας και το κατέστησε κεντρικό θέμα  της αντιπαράθεσής του με τον Μητσοτάκη στη Βουλή την περασμένη Τετάρτη.
 
Δε χρειάζεται, βέβαια, να είναι κανείς συνταγματολόγος για να καταλάβει ότι η όποια αναθεώρηση των σχετικών με την εκλογή του προέδρου της Δημοκρατίας συνταγματικών διατάξεων δεν έχει να κάνει με τον Παυλόπουλο (που δικαιούται μια θητεία ακόμα), αλλά και με τους προέδρους που θ' ακολουθήσουν. Εχουν περάσει 33 χρόνια από τότε που αναθεωρήθηκαν ξανά αυτές οι διατάξεις. Και μάλιστα επί της ουσίας, μετατρέποντας το πολίτευμα σε καθαρά πρωθυπουργοκεντρικό, όπως ήθελε ο Παπανδρέου, με πρόεδρο επί της ουσίας διακοσμητικό και όχι με υπερεξουσίες, όπως ήθελε ο Καραμανλής (ο πρεσβύτερος). Μ' αυτές τις διατάξεις εκλέχτηκαν μια σειρά πρόεδροι: Σαρτζετάκης, Στεφανόπουλος, Παπούλιας, Παυλόπουλος (μπορεί να ξεχάσαμε και κανέναν). Δεν αφορούν το σημερινό πρόεδρο και την επανεκλογή του ή όχι το 2020.
 
Ο Τσίπρας, όμως, ξέροντας την αντιπάθεια που τρέφει ο Μητσοτάκης για τον Παυλόπουλο (ως βουλευτής της ΝΔ δεν τον ψήφισε το 2015) έκανε αριστοτεχνική σπέκουλα, λέγοντας ότι ο Μητσοτάκης έχει συμφωνήσει να εκλέξει τον Βενιζέλο ή τον Σημίτη. Ο Μητσοτάκης έπαθε ένα σχετικό «κοκομπλόκο» (πάντοτε το παθαίνει όταν αντιμετωπίζει τον Τσίπρα στη Βουλή), δεν έδωσε ξεκάθαρες απαντήσεις κι έτρεχε την επομένη η Σπυράκη  να διευκρινίσει ότι «δεν υπάρχει καμία περίπτωση να προταθούν από τη ΝΔ στην επόμενη Βουλή ο κ. Βενιζέλος ή ο κ. Σημίτης»! Αν μη τι άλλο, αυτή η αντιπαράθεση επί των ονομάτων, δείχνει την απόλυτη εργαλειοποίηση της αναθεωρητικής διαδικασίας και από τους δύο μονομάχους του νέου δικομματισμού. Γι' αυτό, άλλωστε ο Τσίπρας άφησε τη συνταγματική αναθεώρηση για το τέλος και την έφερε πάνω στο άναμμα της προεκλογικής περιόδου, γεγονός που εξ ορισμού προκαθόριζε ότι δεν υπάρχει περίπτωση να υπάρξουν ευρείες συναινέσεις ανάμεσα στα αστικά πολιτικά κόμματα, που είναι απαραίτητες για ώριμες αλλαγές στο Σύνταγμα. Το αποτέλεσμα είναι να υπάρξει ένας χαρτοπόλεμος ανάμεσα στο Μαξίμου και τη ΝΔ, που ολοκληρώθηκε με τη σκληρή αντιπαράθεση Τσίπρα-Μητσοτάκη. Πόντους προσπαθούσε να κερδίσει ο καθένας τους, όχι ν' αναζητήσει κάποια συναινετική λύση.
 
Εχουμε άλλες φορές γράψει πως τα Συντάγματα, ως καταστατικοί νόμοι, αποτυπώνουν αυτό που έχει ήδη διαμορφωθεί στη ζωή. Προσαρμόζουν τη συνταγματική τάξη στις ανάγκες της πραγματικότητας. Τέτοιες ανάγκες δεν υπάρχουν αυτή την περίοδο. Δεν υπάρχει κάτι ώριμο σε ό,τι αφορά την πολιτειακή οργάνωση, ώστε να προκύπτει πιεστική ανάγκη συνταγματικής αναθεώρησης. Ετσι, είχαν όλη την άνεση να εργαλειοποιήσουν την αναθεωρητική διαδικασία και να τη θέσουν στην υπηρεσία της εκλογικής τους προπαγάνδας.
 
Στην πραγματικότητα, δύο είναι τα ζητήματα που άνοιξαν. Το ένα είναι η διαδικασία εκλογής του προέδρου της Δημοκρατίας (άρθρο 32) και το άλλο η αλλαγή του καθεστώτος ποινικής προστασίας των υπουργών και των βουλευτών (άρθρο 86). Στο δεύτερο τα βρήκαν εύκολα. Με τόσα σκάνδαλα που «τρέχουν», κανένα αστικό κόμμα δε θα μπορούσε να υποστηρίξει να μην αλλάξει αυτή η διαδικασία. Γι' αυτό και η πρόταση για αναθεώρηση της συγκεκριμένης διάταξης συγκέντρωσε το μεγαλύτερο αριθμό ψήφων (253). Στην επόμενη Βουλή, που θα γίνει η καθαυτό αναθεωρητική διαδικασία, θα δούμε τι περιεχόμενο θα δώσουν στη διάταξη.
 
Το δεύτερο ζήτημα είναι η διαδικασία εκλογής του προέδρου της Δημοκρατίας. Ολοι συμφωνούσαν ότι η διαδικασία πρέπει να αλλάξει, ώστε να μη διαλύεται η Βουλή αν παρέλθει άπρακτη και η τρίτη ψηφοφορία. ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ διαφωνούν στη διαδικασία εκλογής. Η ΝΔ προτείνει τρεις ψηφοφορίες, με την τελευταία να απαιτεί 151 ψήφους για την εκλογή του υποψήφιου προέδρου (δηλαδή, η εκάστοτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία να μπορεί να εκλέγει τον πρόεδρο της επιλογής της). Ο ΣΥΡΙΖΑ προτείνει 7 ψηφοφορίες (με απόσταση ενός μήνα από τη μία στην άλλη), όλες με 180, κι αν καμιά δεν ευδοκιμήσει, εκλογή του προέδρου απευθείας από το λαό.
 
Το ζήτημα προέκυψε όταν το επιτελείο του Κούλη σκέφτηκε και ανακοίνωσε το εξής απλό: εμείς θα ψηφίσουμε και την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ, ώστε να συγκεντρώσει περισσότερες από 180 ψήφους και στην επόμενη Βουλή να αρκούν 151 για να καθοριστεί το περιεχόμενο της νέας συνταγματικής διάταξης. Και τότε άρχισε η μάχη της «κατεύθυνσης».
 
Ο Κατρούγκαλος υποστήριξε ότι η τωρινή (προαναθεωρητική ή προτείνουσα) Βουλή δεν καθορίζει μόνο ποια διάταξη θα αναθεωρηθεί, αλλά και την κατεύθυνση της αναθεώρησης, που πρέπει να είναι υποχρεωτική για την επόμενη (αναθεωρητική) Βουλή. Η άποψη έχει μια λογική. Μερικής αξίας όμως. Αν η τωρινή Βουλή ορίσει ως αναθεωρητέα μια διάταξη με 180 ψήφους, δίνοντάς της μια συγκεκριμένη κατεύθυνση, θα είναι πολιτικά ανήθικο μια πλειοψηφία 151 στην επόμενη Βουλή να ψηφίσει ένα αντίθετο περιεχόμενο. Δεν υπάρχει, όμως, καμιά απαγόρευση γι' αυτό. Πολιτικό ζήτημα μπορεί να υπάρχει, θεσμικό όμως όχι. Ούτε μηχανισμός επιβολής της «κατεύθυνσης» υπάρχει. Από την άλλη, η λογική Κατρούγκαλου πάσχει αν οι αριθμοί είναι αντίστροφοι. Οι 151 της τωρινής Βουλής δε θα μπορούσαν να υποχρεώσουν στην «κατεύθυνσή» τους τους 180 της επόμενης, οι οποίοι μάλιστα θα έχουν φρέσκια εντολή από τους εκλογείς.
 
Αφού καυγάδισαν και ανακάτεψαν συνταγματολόγους και συνταγματολογούντες, κατέληξαν σε ψηφοφορία, στην οποία πήρε μέρος μόνο η κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Ολα τα κόμματα της αντιπολίτευσης αποχώρησαν. Ετσι, η υποχρεωτικότητα της «κατεύθυνσης» έχει ψηφιστεί μόνο από τον ΣΥΡΙΖΑ (δι' εγέρσεως, χωρίς ονομαστική ψηφοφορία). Οταν ήρθε η ώρα της ψηφοφορίας επί των αναθεωρητέων διατάξεων, η ΝΔ διευκρίνισε ότι θα ψηφίσει και την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ, διευκρινίζοντας ότι δε δεσμεύεται από την «κατεύθυνση», την οποία οι συριζαίοι είχαν γράψει δίπλα σε κάθε διάταξη που πρότειναν να αναθεωρηθεί. Ετσι, η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ πήρε  221 ψήφους και στην επόμενη Βουλή μια απλή απόλυτη πλειοψηφία 151 βουλευτών (δηλαδή η κοινοβουλευτική δύναμη της τότε κυβέρνησης) θα καθορίσει το νέο περιεχόμενο της διάταξης. Αν η ΝΔ κερδίσει τις εκλογές και σχηματίσει κυβέρνηση, θα βάλει το δικό της περιεχόμενο, έχοντας ως πολιτικό άλλοθι τη δήλωση που έκανε, ότι οι βουλευτές της ψηφίζουν την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ μόνο ως προς την ανάγκη αναθεώρησης και όχι ως προς την «κατεύθυνση» της αναθεώρησης.
 
 Οπως και να 'χει, ο καυγάς ήταν περί όνου σκιάς. Ας πούμε ότι κερδίζει τις εκλογές η ΝΔ και ψηφίζει τη δική της πρόταση (τρεις ψηφοφορίες - στην τελευταία αρκούν 151), τι θα κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ, πέρα από καταγγελίες; Δεν υπάρχει κανένας νομικός τρόπος για να κατοχυρώσει τη δική του «κατεύθυνση». Το είπε με νόημα και ο Βούτσης: «Η επόμενη Βουλή έχει τον πρώτο και αποφασιστικό ρόλο, από τη στιγμή που παρεμβαίνει ο λαός μέσω των εκλογών». Ακόμα κι αν μιλήσουμε καθαρά πολιτικά και όχι νομικά, η «κατεύθυνση» του ΣΥΡΙΖΑ έχει 151 θετικές ψήφους. Τόσους θα έχει και η «κατεύθυνση» που θα περάσει στη διάταξη η επόμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Στο συγκεκριμένο οι Τσιπραίοι έπαιξαν και έχασαν, καθώς οι «τρύπες» στο συνταγματικό καθεστώς ευνόησαν τη ΝΔ. Σιγά το θέμα όμως. Για την εκλογή του εθνικού παρελασιάρχη πρόκειται, όχι για ιδιωτικά πανεπιστήμια ή κάποιο άλλο σοβαρό ζήτημα.
 
 
 
 
 
 
 

Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2019