Τετάρτη 21 Αυγούστου 2019 | 04:50

ZOOMPointer

Αισχρή εργαλειοποίηση του «Μακεδονικού» διαχρονικά

 
Στις 27 Μάρτη του μακρινού 1993, ο Ανδρέας Παπανδρέου υπέβαλε πρόταση δυσπιστίας κατά της κυβέρνησης Μητσοτάκη για το «Μακεδονικό». Αξίζει να θυμηθούμε μερικά απ' όσα έλεγε στην ομιλία του με την οποία υποστήριξε την  πρόταση μομφής:
 
«Ουδέποτε θα δεχτούμε τη λέξη Μακεδονία ή παράγωγό της στην ονομασία των Σκοπίων. Αυτή είναι η θέση μας και θα παραμείνει, χωρίς καμία υποχώρηση. Ελπίζουμε να μη βρεθούμε εμείς τελικά κατηγορούμενοι ότι δεν κάναμε τις αναγκαίες υποχωρήσεις για να βρεθεί όνομα αποδεκτό και από τα Σκόπια. (…)
 
Ο κ. Μητσοτάκης δεν πίστεψε ποτέ όσα δήλωνε στο εσωτερικό και υπονόμευε με τις ενέργειές του στις διεθνείς επαφές τα συμφέροντα της χώρας. (…)  Στη “Monde” ο πρωθυπουργός πρόσφατα προέβλεψε το αποτέλεσμα της διαιτησίας και διαδήλωσε την ετοιμότητά του να αποδεχτεί όνομα που θα περιέχει τον όρο Μακεδονία. Πράγματα πρωτάκουστα, διπλωματίες του νηπιαγωγείου. (…)
 
Δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ του καθαρού και του σύνθετου ονόματος. Το όνομα Μακεδονία είναι ούτως ή άλλως όχημα αλυτρωτισμού. (…) Πολλοί λένε ότι το όνομα είναι δευτερεύον, ότι σημασία έχει να μην τίθενται θέματα μειονότητας των Σκοπιανών, να μην υπάρχουν επιθετικές – επεκτατικές διατάξεις στο Σύνταγμα και το θέμα των συμβόλων. Ομως, πρέπει να καταστεί σαφές προς όλους ότι προϋπόθεση για οποιαδήποτε υπονομευτική και αποσταθεροποιητική κίνηση των Σκοπίων, αυτό το φυτευμένο σκόπιμα κρατίδιο, οποιαδήποτε κίνηση δεν θα είχε καμία σημασία και συνέπεια αν δεν υπήρχε στην ονομασία του η χρήση του όρου “Μακεδονία”. Είναι η πηγή του προβλήματος. Αυτό είναι ΤΟ πρόβλημα και κάνουν λάθος όσοι θεωρούν ότι είναι το θέμα δευτερεύον. (…) Ο κ. Μητσοτάκης όχι μόνο έχει αποδεχτεί τη διαιτησία αλλά εξήγγειλε ήδη και την ελληνική συμφωνία για το κατά τη γνώμη του πιθανό αποτέλεσμα. Βόρεια Μακεδονία, Ανω Μακεδονία, Νέα Μακεδονία ή κάτι παρόμοιο. Εκαψε μόνος του όλα τα χαρτιά, για να μας οδηγήσει σήμερα στον συμβιβασμό ως τη μόνη λύση».
 
Η επιχειρηματολογία που χρησιμοποίησε τότε ο Παπανδρέου είναι η ίδια που χρησιμοποιούν σήμερα ο Καμμένος και η υπό τον Σαμαρά ακροδεξιά ομάδα της ΝΔ. Κατηγορούσε δε τον Μητσοτάκη (πατέρα), ότι κινούνταν σε μια κατεύθυνση ίδια μ' αυτή που κινήθηκε ο Τσίπρας καταλήγοντας στη Συμφωνία των Πρεσπών (αντίθετα, ο Μητσοτάκης τότε δεν τα κατάφερε, γιατί μερικούς μήνες αργότερα έπεσε η κυβέρνησή του).
 
Το σημαντικότερo είναι άλλο. Ο Παπανδρέου, που έκανε πρόταση μομφής στον Μητσοτάκη δηλώνοντας «ουδέποτε θα δεχτούμε το όνομα Μακεδονία ή παράγωγό του», αφού πρώτα κέρδισε τις εκλογές του 1993 και πέρασε από το φιά-σκο του εμπάργκο του 1994, υπέγραψε τη λεγόμενη ενδιάμεση συμφωνία στις 13 Σεπτέμβρη του 1995. Τη συμφωνία αυτή είχε προαναγγείλει στις 4 του Σεπτέμβρη ο αμερικανός υφυπουργός Εξωτερικών Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ, ο οποίος περιόδευσε σε Αθήνα και Σκόπια. Βλέπετε τις… συμπτώσεις ακόμα και σ' αυτό το επίπεδο. Τις συμφωνίες επιβάλλουν οι Αμερικανοί, υπηρετώντας τις σκοπιμότητες της δικής τους εξωτερικής πολιτικής.
 
Στο πρώτο κιόλας άρθρο της ενδιάμεσης συμφωνίας του 1995 η Ελλάδα αναγνωρίζει την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας με αυτό το όνομα (με το οποίο από το 1993 είχε γίνει δεκτή στον ΟΗΕ). Ο όρος «Μακεδονία» κατοχυρώθηκε ως βασικό συστατικό του ονόματος της γειτονικής χώρας, με την υπογραφή του Παπανδρέου, ο οποίος πριν από δυο χρόνια είχε υποβάλει μομφή κατά του Μητσοτάκη, για να τον εμποδίσει να κλείσει συμφωνία που στο όνομα θα περιλαμβάνει τον όρο «Μακεδονία»! Μιλάμε για τον ορισμό της… συνέπειας.
 
Στην πραγματικότητα, ο Παπανδρέου δεν έδινε δεκάρα τσακιστή για το όνομα της γειτονικής χώρας. Βλέποντας ότι ο Μητσοτάκης βάλλεται από τον Σαμαρά για τη στάση του στο «Μακεδονικό», έσπευσε να βάλει το ΠΑΣΟΚ στην κορυφή της εθνικιστικής αντιπολίτευσης, με μοναδικό σκοπό να σπρώξει τον Μητσοτάκη μια ώρα αρχίτερα στην έξοδο. Οταν κέρδισε τις εκλογές, πέταξε το πυροτέχνημα του «εμπάργκο» και μετά έσπευσε να υπογράψει την ενδιάμεση συμφωνία, όπως ακριβώς του ζητούσαν οι Αμερικανοί. Πρέπει να σημειωθεί ότι η ενδιάμεση συμφωνία άφησε εκκρεμές μόνο το ζήτημα του ονόματος (το παρέπεμψε σε διαπραγματεύσεις υπό τον αιγίδα του ειδικού απεσταλμένου του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ), ενώ άνοιξε το δρόμο για την ανάπτυξη των οικονομικών σχέσεων των δύο χωρών, με αποτέλεσμα μέσα σε λίγα χρόνια η Ελλάδα να γίνει ο δεύτερος μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της ΠΓΔΜ.
 
Ούτε ο Σαμαράς δίνει δεκάρα τσακιστή για «το όνομα». Χρησιμοποίησε το «Μακεδονικό» ως όχημα της αντιπολίτευσής του στον Μητσοτάκη, με την ελπίδα ότι θα φτιάξει ένα κόμμα που θα πάρει το δεξιό εκλογικό σώμα από τη ΝΔ, αφήνοντας τον Μητσοτάκη μόνο με τους λεγόμενους κεντρώους. Οταν κατάφερε να φτιάξει την ΠΟΛΑ, μαζεύοντας διάφορα πολιτικά ρετάλια από εδώ κι από εκεί, δεν έβαλε το «Μακεδονικό» στην κορυφή της πολιτικής του ατζέντας, αλλά προσπάθησε να δώσει περισσότερο «κοινωνικό» χρώμα στην πολιτική του. Ακολούθησαν τα χρόνια της «πολιτικής ερημιάς», από την οποία τον έβγαλε ο παλιός του φίλος Κώστας Καραμανλής, που κατάφερε να κάμψει τις αντιδράσεις της οικογένειας Μητσοτάκη (καταβάλλοντας, φυσικά, πολιτικά ανταλλάγματα). Πρώτα τον έκανε ευρωβουλευτή και μετά υπουργό Πολιτισμού. Και βέβαια, ο Σαμαράς έκανε μόκο για το «Μακεδονικό». Κι όχι μόνο έκανε μόκο, αλλά ψήφιζε και τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης Καραμανλή, που μιλούσαν για «σύνθετη ονομασία έναντι όλων».
 
Το μόνο που ενδιέφερε τον Σαμαρά εκείνη την περίοδο ήταν να κατοχυρώσει την επιστροφή του στην ενεργό πολιτική μέσω της ΝΔ. Γι' αυτό έκανε μόκο. Κι όταν ο Καραμανλής πήγε στο Βουκουρέστι με τη γραμμή «σύνθετη ονομασία erga omnes», ο Σαμαράς δεν άφησε ούτε υπαινιγμό. Ακόμα κι όταν έγινε πρωθυπουργός, δε δοκίμασε να επαναφέρει τη γραμμή «καμιά χρήση της λέξης Μακεδονία και των παραγώγων της». Ο δε Βενιζέλος, ως υπουργός Εξωτερικών του Σαμαρά, πήγε στον ΟΗΕ με τη γραμμή «σύνθετη ονομασία erga omnes», χωρίς ο Σαμαράς να εκφράσει την παραμικρή αντίρρηση. Το ίδιο και τα ακροδεξιά μπουμπούκια (Βορίδης-Γεωργιάδης), που είχαν μεταπηδήσει από το ΛΑΟΣ στη ΝΔ. Το μόνο που τους ενδιέφερε εκείνη τη στιγμή ήταν να κρατηθούν όσο γίνεται περισσότερο στην εξουσία, πράγμα αδύνατο χωρίς τον Βενιζέλο και το ΠΑΣΟΚ.
 
Ολοι αυτοί θυμήθηκαν τη γραμμή «καμιά χρήση του όρου Μακεδονία και των παραγώγων του» όταν ο Τσίπρας υπέγραψε τη Συμφωνία των Πρεσπών. Και δεν κινήθηκαν τόσο από ιδεολογικό φανατισμό (αν ίσχυε αυτό, θα επεδείκνυαν τον ίδιο φανατισμό και τα προηγούμενα χρόνια, συγκρουόμενοι με τον Καραμανλή) όσο από μικροπολιτικό υπολογισμό. Οπως ακριβώς κινούνταν ο Παπανδρέου το 1993. Βρήκαν την ευκαιρία να ασκήσουν σκληρή αντιπολίτευση στον ΣΥΡΙΖΑ, εκμεταλλευόμενοι το εθνικιστικό ρεύμα. Ισως και για να ασκήσουν εσωτερική αντιπολίτευση στον Μητσοτάκη.
 
Ο οποίος Μητσοτάκης δοκίμασε αρχικά ν' ακολουθήσει τη γραμμή του πατέρα του, του Παπανδρέου και του Καραμανλή, δίνοντας εντολή στους βουλευτές της ΝΔ να μην πάρουν μέρος στο πρώτο (και μεγαλύτερο) εθνικοφασιστικό συλλαλητήριο που έγινε στη Θεσσαλονίκη, μετά από πιέσεις κατέληξε στο «κατά συνείδηση» και πολύ σύντομα, όταν αυτός και το επιτελείο του διαπίστωσαν ότι το θέμα «πουλάει», υιοθέτησαν το εθνικοφασιστικό ρεύμα, με την προσδοκία ότι θα κάνουν στον Τσίπρα και τον ΣΥΡΙΖΑ ζημιά μεγαλύτερη απ' αυτή που του είχε κάνει η μνημονιακή πολιτική.
 
Και τι να πεις για το ΠΑΣΟΚ; Κανένας δεν κατάλαβε για ποιο λόγο ευθυγραμμίστηκε με το εθνικοφασιστικό ρεύμα. Δε γύρισε, βέβαια, στο «καμιά συζήτηση για το όνομα και τα παράγωγά του», αλλά ακολούθησε την τακτική Παπανδρέου το 1993: σημασία δεν έχει αν συμφωνούμε ή διαφωνούμε με τη Συμφωνία, σημασία έχει ότι μπορούμε να κάνουμε ζημιά στον Τσίπρα. Ο Βενιζέλος το είπε κάποια στιγμή κυνικά: θα πρέπει να συνυπολογίσουμε και τη συγκυρία. Ετσι, είχαμε το φαινόμενο κάποιοι πασόκοι (όπως ο Βενιζέλος) να επιχειρηματολογούν υπέρ της ουσίας της λύσης που έδωσε ο Τσίπρας, βαφτίζοντάς την (σωστά) συνέχεια της ενδιάμεσης συμφωνίας, κάποιοι άλλοι (Γιωργάκης Παπανδρέου) να εκφράζονται ανοιχτά υπέρ της Συμφωνίας των Πρεσπών και η Γεννηματά να προσπαθεί να παπαγαλίσει αυτά που της έλεγαν να πει ενάντια στις Πρέσπες, χωρίς κανείς να καταλαβαίνει πού ακριβώς διαφωνεί. Κάπου στο τέλος βρήκαν ένα ιδεολόγημα («δώσαμε γλώσσα και εθνικότητα»), το οποίο επαναλάμβαναν σαν παπαγαλάκια.
 
Το ίδιο έκανε και ο Μητσοτάκης, στην προσπάθειά του να δείξει ότι δε διαφωνεί με το όνομα, αλλά με τα υπόλοιπα που αποτελούν «όχημα αλυτρωτισμού». Βέβαια, ο Παπανδρέου το 1993 έλεγε τα αντίθετα. Ελεγε ότι μόνο το όνομα έχει σημασία, γιατί απ' αυτό πηγάζουν όλα τα υπόλοιπα. Ετσι βολευόταν η αντιπολιτευτική τακτική το 1993, διαφορετικά βολευόταν το 2018-19. Αναλόγως με το τι βολεύει κάθε φορά την αντιπολιτευτική τακτική διαμορφώνεται και το ιδεολόγημα.
 
Ο Τσίπρας, εκπροσωπώντας τον παλιό κοσμοπολίτικο ΣΥΡΙΖΑ, κορυφαία στελέχη του οποίου τάσσονταν επί σειρά ετών υπέρ της χρήσης του όρου «Μακεδονία» (σκέτο, χωρίς επιθετικό προσδιορισμό) και συμμετείχαν σε εκδηλώσεις στα Σκόπια, έκανε τη δική του προσαρμογή στον ελληνικό εθνικισμό, διακηρύσσοντας εξαρχής το σεβασμό του στην «εθνική γραμμή», δηλαδή «σύνθετη ονομασία έναντι όλων» και «εξάλειψη κάθε αλυτρωτικής αναφοράς». Ακόμα και την αναγνώριση μακεδονικής ταυτότητας και γλώσσας, απαράγραπτα εθνικά δικαιώματα ενός λαού, τα βάφτισε «παραχωρήσεις στο πλαίσιο ενός συμβιβασμού». Φυσικά, εκείνο που οδήγησε τον ΣΥΡΙΖΑ στη Συμφωνία των Πρεσπών δεν ήταν ο «ρεαλισμός» και οι «αντιεθνικιστικές» του θέσεις, αλλά η πίεση του «συμμαχικού παράγοντα», Αμερικανών και Γερμανών πρωτίστως.
 
Απ' όσα προαναφέρθηκαν καθίσταται αναμφισβήτητο πως όποιο άλλο αστικό κόμμα κι αν βρισκόταν στη θέση του ΣΥΡΙΖΑ, θα υπέγραφε την ίδια Συμφωνία. Ο Καραμανλής με τη Μπακογιάννη ήταν έτοιμοι να υπογράψουν μια τέτοια Συμφωνία το 2008, όμως η υπογραφή σκάλωσε στην ακραία εθνικιστική κυβέρνηση του Γκρούεφσκι. Τώρα, με τον Γκρούεφσκι υπό κατηγορία για διαφθορά, με το VMRO απομονωμένο και απειλούμενο από τους ιμπεριαλιστές της Δύσης (ας μην ξεχνάμε ότι η Βόρεια Μακεδονία δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα προτεκτοράτο) και με τον σοσιαλδημοκράτη Ζάεφ να έχει κλείσει συμμαχία με τα αλβανικά κόμματα της χώρας και να είναι έτοιμος να κάνει τους απαραίτητους συμβιβασμούς (ακόμα και ν' αλλάξει καθ' υπαγόρευση το Σύνταγμα της χώρας του), καμιά ελληνική αστική κυβέρνηση δε θα μπορούσε ν' αρνηθεί να βάλει την υπογραφή της στις Πρέσπες (ή όπου αλλού).
 
Δεν είναι τυχαίο πως τα κόμματα της αστικής αντιπολίτευσης (ΝΔ και ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ) κατηγόρησαν τον Τσίπρα λιγότερο για το περιεχόμενο της Συμφωνίας και περισσότερο για το γεγονός ότι δεν επεδίωξε να οικοδομήσει συναίνεση γύρω από μια «εθνική γραμμή», αλλά υπολόγισε κουτοπόνηρα ότι μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα στη ΝΔ, διασπώντας την σε ακροδεξιά εθνικιστική πτέρυγα (με Σαμαρά και Βοριδογεωργιάδηδες) και σε κεντρώα φιλελεύθερη πτέρυγα (με τους Μητσοτάκηδες). Οπότε, επέστρεψαν το χτύπημα, αφήνοντας τον Τσίπρα μόνο του και καβαλώντας (αυτοί) το εθνικιστικό ρεύμα, το οποίο από ένα σημείο και μετά απέσπασαν από τα χέρια των διάφορων Φράγκων.
 
Δε γνωρίζουμε αν όντως οι Τσιπραίοι έκαναν τέτοιους κουτοπόνηρους υπολογισμούς, τους οποίους τελικά πλήρωσαν με πολιτικό κόστος (όποιο μέγεθος κι αν έχει αυτό), όμως δεν είναι αυτό που μας απασχολεί. Αυτό που θέλουμε να δείξουμε είναι πως όλα τα αστικά κόμματα, όλες τις εποχές, εργαλειοποίησαν το «Μακεδονικό», χρησιμοποιώντας το στην εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση. Αυτή η εργαλειοποίηση, βέβαια, δεν είναι πολιτικά και κοινωνικά αδιάφορη. Συνέτεινε στο φούντωμα ενός επιθετικού εθνικισμού που αγκάλιασε ευρείες λαϊκές μάζες. Μεγάλωσε γενιές με ιστορικά ψεύδη και παραποιήσεις, που θα χρειαστεί σκληρός και πολύχρονος αγώνας για να ξεριζωθούν.
 
Πρέπει να θυμίσουμε ακόμα ότι η εργαλειοποίηση του «Μακεδονικού» έχει μακρινές ρίζες. Δε θα πάμε στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, όταν το ελληνικό κράτος τύπωνε μακεδονικό αλφαβητάρι με λατινικούς χαρακτήρες, στην προσπάθειά του να τραβήξει τους Σλαβομακεδόνες της Ελλάδας από τη βουλγαρική και τη σερβική επιρροή. Θα πάμε στα χρόνια μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και τη δημιουργία της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας. Ο αποστάτης Τίτο έγινε ο καλύτερος φίλος των ιμπεριαλιστών της Δύσης, ένα αγκάθι στα πλευρά του σοσιαλιστικού στρατόπεδου, και η αστική τάξη της Ελλάδας δεν είχε κανένα πρόβλημα να αναγνωρίσει την Ομόσπονδη Δημοκρατία της Μακεδονίας, που κατοικείτο από Μακεδόνες, οι οποίοι μιλούσαν την μακεδονική γλώσσα. Αυτό απαιτούσαν οι αμερικανοί επικυρίαρχοι και το ΝΑΤΟ, σ' αυτό ευθυγραμμίστηκαν όλες οι ελληνικές αστικές φατρίες, βασιλόφρονες και αντιβασιλικοί, δεξιοί και κεντρώοι.
 
Πότε ξαναζωντάνεψαν το «Μακεδονικό»; Οταν η Γιουγκοσλαβία άρχισε να διαλύεται και η Ομόσπονδη Δημοκρατία της Μακεδονίας κήρυξε την ανεξαρτησία της. Δεν ανησύχησαν, βέβαια, από τις ανιστόρητες εθνικιστικές μπούρδες που άρχισαν να κυριαρχούν κάποια στιγμή στη γείτονα (αφού παραμερίστηκε ο τιτοϊκός ρεβιζιονιστής Κίρο Γκλιγκόροφ, που έμενε στην παλιά γραμμή του σλαβο-μακεδονισμού), ούτε ανησύχησαν από το ενδεχόμενο στρατιωτικής επίθεσης ενός μικρού κράτους, που δεν έχει αεροπορία και ο στρατός του είναι δέκα φορές μικρότερος από τον ελληνικό. Απλά, σκέφτηκαν ότι είναι η ευκαιρία να διαμελίσουν τη Δημοκρατία της Μακεδονίας (έχει λεχθεί ότι τους το πρότεινε κάποια στιγμή ο Μιλόσεβιτς). Αυτό προσέκρουσε στους σχεδιασμούς των ιμπεριαλιστών που θέλουν ένα «ανεξάρτητο» προτεκτοράτο και όχι το διαμελισμό του. Αλλωστε, στις αρχές της δεκαετίας του '90, οι δυτικοί ιμπεριαλιστές περικύκλωναν τη Σερβία του Μιλόσεβιτς, που ήταν ο τελευταίος ρωσικής επιρροής θύλακας στα Βαλκάνια, οπότε δεν υπήρχε περίπτωση να στέρξουν σ' ένα διαμελισμό της Δημοκρατίας της Μακεδονίας ανάμεσα σε Σερβία και Ελλάδα, που θα ενίσχυε το τότε σερβικό καθεστώς.
 
Οι κατακτητικές βλέψεις έμειναν μόνο με τη μορφή του σλόγκαν στα χείλη όσων φωνάζουν «η Μακεδονία είναι μία και ελληνική», όμως το εθνικιστικό δηλητήριο είχε απλωθεί στη χώρα μας. Κι αυτή τη δηλητηριώδη κληρονομιά τη θέλουν τα αστικά κόμματα, γιατί πέραν του ότι τη χρησιμοποιούν εργαλειακά στη μεταξύ τους αντιπαράθεση, είναι ταυτόχρονα και μια δύναμη για το καπιταλιστικό σύστημα, καθώς αποπροσανατολίζει και απο-ταξικοποιεί εργαζόμενες μάζες.
 
ΥΓ. Για τις θέσεις του Περισσού δεν έχουμε να συμπληρώσουμε τίποτα πέραν αυτών που γράψαμε την προηγούμενη εβδομάδα. Αγκάλιασε τον ελληνικό αστικό εθνικισμό (τον κορμό του και όχι τις ακροδεξιές-φασιστικές παραφυάδες), αποπατώντας πάνω στην ιστορία και την παράδοση του κομμουνιστικού κινήματος.
 

Πέτρος Γιώτης
Σάββατο 09 Φεβρουαρίου 2019