Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2018 | 17:21

ΠολιτικήPointer

Τσιράκια όλων των ιμπεριαλιστικών συνασπισμών

Η επίσημη κυβερνητική θέση ήταν πως ο Τσίπρας δε σήκωνε το τηλέφωνο να καλέσει τον Ερντογάν και να του θέσει το ζήτημα των δύο ελλήνων στρατιωτικών που κρατούνται στην Αδριανούπολη, γιατί δεν ήθελε να αναβαθμίσει το ζήτημα και να το καταστήσει, από ένα ήσσονος σημασίας ζήτημα παραβίασης συνοριακών κανόνων σε πολιτικό-διακρατικό ζήτημα. Εύκολα, βέβαια, μπορούσε να σκεφτεί κανείς τον πραγματικό λόγο του… μη τηλεφωνήματος. Ο Ερντογάν θα του έλεγε ότι η Τουρκία είναι… κράτος δικαίου και πως ο ίδιος δεν μπορεί να παρέμβει στην… ανεξάρτητη τουρκική Δικαιοσύνη. Θα του θύμιζε δηλαδή έμμεσα (μπορεί και άμεσα) την υπόσχεση που του έδωσε ο Τσίπρας να του παραδώσει μέσα σε 15 μέρες τους φυγάδες τούρκους αξιωματικούς. Υπόσχεση που τελικά ο Τσίπρας δεν τήρησε και όταν ο Ερντογάν έθεσε ανοιχτά το ζήτημα, του απάντησε ότι δεν μπορεί να παρέμβει στην… ανεξάρτητη ελληνική δικαιοσύνη.

Ομως, αν πάρουμε τοις μετρητοίς την κυβερνητική θέση, ότι ο Τσίπρας δεν αναζήτησε τηλεφωνικά τον Ερντογάν για να μην αναβαθμίσει πολιτικά ένα απλό ζήτημα, πώς συνάδει  αυτή η θέση με την απόφαση της συνόδου κορυφής της ΕΕ, που τοποθέτησε το ζήτημα των δύο αξιωματικών σε ακόμα πιο ψηλό επίπεδο απ' αυτό του Τσίπρα; Το σχετικό απόσπασμα από το ανακοινωθέν της συνόδου κορυφής πανηγυρίστηκε από την κυβερνητική προπαγάνδα στην Αθήνα. Παρουσιάστηκε σαν αποτέλεσμα της συντονισμένης πρωτοβουλίας Τσίπρα-Αναστασιάδη, χωρίς πάντως να ανέβουν ιδιαίτερα οι τόνοι.

Η αλήθεια, όμως, είναι πως οι Τσίπρας και Αναστασιάδης, ιδιαίτερα ο πρώτος, χρησιμοποιήθηκαν από τους ιμπεριαλιστές της ΕΕ ως όχημα για να στριμώξουν τον Ερντογάν. Δε συνέβη το αντίθετο. Μπορεί κανείς να φανταστεί τι τύχη θα είχε ένα κυπριακό ή ένα ελληνικό αίτημα για έκδοση ανακοίνωσης καταγγελίας της τουρκικής πολιτικής στη Μεσόγειο, αν διαφωνούσε η Γερμανία ή η Γαλλία: το ανακοινωθέν δε θα είχε εκδοθεί ποτέ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, ήταν η Γερμανία και η Γαλλία που ήθελαν να εκδοθεί ένα τέτοιο ανακοινωθέν, προκειμένου να εκφράσουν -μέσω της ΕΕ συνολικά- τη δυσαρέσκειά τους προς τον Ερντογάν και να διαμορφώσουν το κλίμα ενόψει της συνόδου της Βάρνας. Η Ελλάδα και η Κύπρος χρησιμοποιήθηκαν ως διαπραγματευτικό χαρτί.

Αυτό φάνηκε καθαρά και στη σύνοδο της Βάρνας. Σύμφωνα με όσα διέρρευσε ο μηχανισμός προπαγάνδας της Κομισιόν, οι παράγοντες της ΕΕ συζητούσαν επί 20 λεπτά με τον Ερντογάν για την υπόθεση των δύο ελλήνων στρατιωτικών. Δηλαδή, σε μια δίωρη συζήτηση που αφορούσε το σύνολο των σχέσεων ΕΕ-Τουρκίας, κατανάλωσαν τα 20 λεπτά για να συζητήσουν το ζήτημα των δύο στρατιωτικών. Ο Γιούνκερ έκανε και σχετική δήλωση στο τέλος, ενώ ο Σχινάς δήλωσε πως ο Γιούνκερ ζήτησε από τον Ερντογάν να αποφυλακίσει τους δύο στρατιωτικούς μέχρι το ορθόδοξο Πάσχα. Ο Τουσκ αναφέρθηκε στα ζητήματα που έχουν ανακύψει με τις έρευνες για κοιτάσματα υδρογονανθράκων στην ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο δε Ερντογάν δεν είπε τίποτα για τους έλληνες στρατιωτικούς, όμως για τις έρευνες στην κυπριακή ΑΟΖ είπε πως παρέδωσε και γραπτό σχέδιο στους συνομιλητές του, που αφορά τη διευθέτηση ώστε να μην είναι «ριγμένοι» οι Τουρκοκύπριοι.

Είναι φανερό ότι η υπόθεση των ελλήνων στρατιωτικών χρησιμοποιήθηκε από τους Γιούνκερ και Τουσκ για να πετάξουν τη μπάλα στην κερκίδα. Ο Ερντογάν ήθελε μια συζήτηση ουσίας (έθεσε επιτακτικά τα ζητήματα της κατάργησης της βίζας για τους τούρκους πολίτες που θέλουν να ταξιδέψουν στην ΕΕ καθώς και τα εκκρεμή ζητήματα της τελωνειακής ένωσης), όμως οι Γιούνκερ και Τουσκ είχαν εντολή από τον γερμανογαλλικό άξονα να μην κάνουν τέτοια συζήτηση. Γι' αυτό μιλούσαν για τους έλληνες στρατιωτικούς, που στο πλαίσιο μιας συζήτησης ουσίας ούτε που θα τους απασχολούσε. Απ' αυτή τη συζήτηση δε βγήκε τίποτα τελικά, αφού Γιούνκερ και Τουσκ πετούσαν τη μπάλα στην κερκίδα. Μόνο κάτι λεφτά για το προσφυγικό εξασφάλισε ο Ερντογάν. Για το συγκεκριμένο θέμα μόνο καλά λόγια είχαν να πουν και οι συνομιλητές του για την Τουρκία. Δε χρειάζεται να εξηγήσουμε γιατί. Η Τουρκία είναι η μεγάλη ανοιχτή φυλακή για τα εκατομμύρια των προσφύγων και μεταναστών. Μετά, έρχεται η Ελλάδα, για όσους καταφέρουν να περάσουν τα θαλάσσια ή χερσαία σύνορα.

Συνέφερε, άραγε τον Τσίπρα να τεθεί σ' αυτό το επίπεδο και μ' αυτόν τον τρόπο το ζήτημα των δύο στρατιωτικών; Δηλαδή, με καταγγελτικό τρόπο από τη σύνοδο κορυφής και περίπου με τελεσιγραφικό τρόπο από τον Γιούνκερ; Η απλή λογική λέει πως δεν τον συνέφερε, γιατί ο Ερντογάν, από τη στιγμή που δεν «πήρε» τίποτα από πλευράς ΕΕ, δεν έχει κανένα λόγο να επιταχύνει τη διαδικασία αποφυλάκισης των στρατιωτικών. Μπορεί κάλλιστα να οχυρωθεί πίσω από την «ανεξάρτητη τουρκική Δικαιοσύνη». Περισσότερες ελπίδες να πετύχει κάτι θα είχε κρατώντας το ζήτημα «χαμηλά» και στο διμερές επίπεδο. Αυτή ήταν, άλλωστε, η επίσημη κυβερνητική θέση μέχρι τη σύνοδο κορυφής. Ο Τσίπρας, ο Τζανακόπουλος, ο Κουβέλης, ο Σκουρλέτης και άλλοι πρωτοκλασάτοι υπουργοί δήλωναν ότι το ζήτημα ανήκει στην αρμοδιότητα της τουρκικής Δικαιοσύνης. Το αποπολιτικοποιούσαν τελείως και ζητούσαν απλώς -σε χαμηλούς μάλιστα τόνους- επιτάχυνση των δικαστικών διαδικασιών. Δε δίστασαν, μάλιστα, να αποδοκιμάσουν ανοιχτά τον Καμμένο, όταν ανέβασε τους τόνους μιλώντας για «ομήρους».

Ομως σ' αυτές τις περιπτώσεις οι ιμπεριαλιστές δεν κοιτάζουν τι συμφέρει τον κάθε Τσίπρα, αλλά τι συμφέρει αυτούς. Επέλεξαν, λοιπόν, το συγκεκριμένο ζήτημα ως εργαλείο για τη διαχείριση των δικών τους διαπραγματεύσεων με το τουρκικό καθεστώς. Και ο Τσίπρας υποτάχθηκε στη θέλησή τους. Και όχι μόνον ο Τσίπρας, αλλά και η αστική αντιπολίτευση, που όταν είδε «πού πάει το πράγμα», άρχισε να κάνει κριτική στην κυβέρνηση ότι «άργησε να διεθνοποιήσει το πρόβλημα».
Σάββατο 31 Μαρτίου 2018