Κυριακή 19 Νοεμβρίου 2017 | 08:38

Νεολαία-ΠαιδείαPointer

Ηξεις αφήξεις από Γαβρόγλου

Small_img_29166
Διευκρινίζοντας τα αδιευκρίνιστα, ο Γαβρόγλου, μπέρδεψε τα πράγματα ακόμα πιο πολύ, αφού πήρε πίσω πολλά επίμαχα σημεία του προσχέδιου για τη «μεταρρύθμιση» στο Λύκειο και την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, που έδωσε στη δημοσιότητα το υπουργείο Παιδείας μετά το υπουργικό συμβούλιο της περασμένης εβδομάδας.

Μιλώντας στο ραδιόφωνο του REAL FM, σε εκπομπή του Στραβελάκη, στις 31/8, ο υπουργός Παιδείας είπε:

♦ Ποτέ δεν είπαμε ότι καταργούμε τις εξετάσεις. Καταργούμε τις πανελλαδικές εξετάσεις που υπάρχουν στο ισχύον σύστημα.

Ο Γαβρόγλου παίζει με τις λέξεις, θεωρώντας ότι έχει να κάνει με χαχόλους. Και στο προσχέδιο του υπουργείου υπάρχουν εξετάσεις πανελλαδικού χαρακτήρα και μάλιστα δυο φορές στη Γ΄ Λυκείου: μια φορά τον Ιανουάριο και δεύτερη φορά τον Ιούνιο. Το αν θα λέγονται «πανελλαδικές» ή «κεντρικά οργανωμένες εξετάσεις» δεν έχει απολύτως καμιά σημασία.

Επαναφορά έχουμε επίσης κατά κάποιο τρόπο και της τράπεζας θεμάτων στις εξετάσεις Ιανουαρίου, αφού στο προσχέδιο, στο σημείο που αναφέρεται στον τρόπο υπολογισμού του βαθμού του απολυτήριου, σημειώνεται ότι  αυτός προκύπτει  σε ένα ποστοστό από: «το διαγώνισμα 1ου τετραμήνου το οποίο διεξάγεται σε όλα τα σχολεία συγκεκριμένη μέρα για κάθε μάθημα, με θέματα που καταθέτουν σε ειδική πλατφόρμα τα χαράματα της ίδιας μέρας επιτροπές έμπειρων εκπαιδευτικών από όλες τις περιφέρειες και με αυτόματη διόρθωση των απαντήσεων (ηλεκτρονικό σύστημα)».

Οι συριζαίοι αποφεύγουν να πουν τα πράγματα με το όνομά τους, γιατί θεωρούν ότι κάποιες διαδικασίες, ενώ δεν αλλάζουν ως προς το περιεχόμενο, ως προς την ονομασία, που παραπέμπει σε συγκεκριμένες πολιτικές προϋπαρχουσών κυβερνήσεων, έχουν «καεί».

♦ Οι εξετάσεις του Ιανουαρίου «θα είναι ένας τρόπος να δούμε αν οι δάσκαλοι και οι καθηγητές είναι αποτελεσματικοί, γιατί και αυτοί οι άνθρωποι καμιά φορά δεν είναι τόσο αποτελεσματικοί όσο πρέπει».

Ο Γαβρόγλου, προανήγγειλε ουσιαστικά ένα από τα κριτήρια που θα υιοθετηθούν για την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών. Η «απόδοση» των μαθητών στις εξετάσεις, ο ρυθμός διεκπεραίωσης της ύλης θα αποτελούν κριτήριο αξιολόγησης των εκπαιδευτικών.

Σημειώνουμε ότι αυτό το κριτήριο υπάρχει και στην αξιολόγηση των Διαμαντοπούλου-Αρβανιτόπουλου.

Σημειώνουμε επίσης, ότι το υπουργείο Παιδείας μιλάει μόνο για «αυτοαξιολόγηση», κρύβοντας τις πραγματικές προθέσεις της συγκυβέρνησης, που είναι η αξιολόγηση εκπαιδευτικών και σχολικών μονάδων (εξ ορισμού στον καπιταλισμό η διαδικασία έχει τιμωρητικό χαρακτήρα, ειδικά γι’ αυτούς που αντιπαλεύουν  το αστικό σχολείο σε όλες τις εκφάνσεις του) που σε επόμενο στάδιο θα έχει ως αποτελέσματα την κινητικότητα και τις απολύσεις. Αλλωστε, η αξιολόγηση των δημόσιων υπαλλήλων είναι και μνημονιακή υποχρέωση.

♦ Η συμμετοχή στις εξετάσεις του Ιανουαρίου θα είναι προαιρετική, κάτι που αποκλείει το προσχέδιο, αφού προβλέπει ότι ο βαθμός του απολυτήριου (που θα είναι και βαθμός που μετράει στον βαθμό πρόσβασης, αλλά με αντίστροφο ποσοστό) προκύπτει στο μεγαλύτερο ποσοστό (80%-90%) από τις εξετάσεις του Ιανουαρίου, την «εκτενή εργασία», τα προφορικά, τα τεστ, κ.λπ.

Ο Γαβρόγλου, σε σχετική ερώτηση του δημοσιογράφου απάντησε ως εξής: «Εγώ θα έλεγα  να το πάρουν όλοι οι μαθητές. Αν τώρα, κάποιοι μαθητές πουν  εγώ δεν το θέλω και θέλω να πάω κατευθείαν  τον Ιούνιο, θεωρώ ότι θα έχουν το δικαίωμα να το κάνουν».

Μετά από τρεις ημέρες, απευθυνόμενος στο κομματικό ακροατήριο, ο Γαβρόγλου τα «γύρισε» πάλι. Σε συνέντευξη στην Αυγή (3/9/2017) είπε: «Το να έχεις τη δυνατότητα να ελέγχεις στα μέσα του χρόνου αν ο τρόπος που διαβάζεις είναι σωστός, να μπορεί ο εκπαιδευτικός να ελέγχει πόσο αποτελεσματικός είναι ο τρόπος διδασκαλίας του, να μπορούν οι γονείς να έχουν μια αίσθηση για την κατάσταση των παιδιών τους είναι πάντα κάτι εκπαιδευτικά πολύ σημαντικό. Πόσο μάλλον που εμείς προτείνουμε ο βαθμός του Ιανουαρίου να μετράει μόνον όταν βελτιώνει τον βαθμό του Ιουνίου. Ολα αυτά είναι σαφέστατα».

♦ Από το ίδιο το προσχέδιο και από τις δηλώσεις Γαβρόγλου προκύπτει ότι οι συριζαίοι θεωρούν ότι οι εξετάσεις είναι ένας τρόπος να διαπιστωθεί εάν ο μαθητής διαβάζει σωστά.

Αυτό είναι φυσικό σε ένα σύστημα εξετασιοκεντρικό (όπως όλα τα συστήματα που εφαρμόζονται ως τώρα στο αστικό σχολείο), που δεν έχει στόχο την ολόπλευρη ανάπτυξη του μαθητή, την καλλιέργεια της προσωπικότητάς του, τη δυνατότητά του να ανακαλύψει τις ιδιαίτερες κλίσεις και τα ενδιαφέροντά του, αλλά έχει στόχο να του μεταδώσει εκείνες μόνο τις δεξιότητες που απαιτεί κάθε φορά η αγορά εργασίας. Αυτή η αντίληψη, της εκπαίδευσης-υπηρεσία και όχι της εκπαίδευσης-όχημα για τη διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης προσωπικότητας που θα μετέχει στη στόχευση του γενικού καλού της εργαζόμενης κοινωνίας, έχει την ανάγκη «μέτρησης» της απόδοσης των υποκειμένων-μελλοντικών εργατών και εργαζόμενων.

Ολες οι έρευνες, ακόμα και προοδευτικών αστών παιδαγωγών, έχουν αποδείξει ότι οι εξετάσεις απλώς μετρούν την αντοχή στην αγωνία, την ικανότητα υιοθέτησης συνταγών και τρυκ επιτυχίας και μάλιστα ακριβοπληρωμένων από την τσέπη των γονιών. Αποτελούν ισχυρό ταξικό φραγμό, που λειτουργεί ως ανάχωμα για την πρόσβαση σε μετέπειτα εκπαιδευτικές βαθμίδες -ειδικά την τριτοβάθμια- για τα παιδιά της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων.

Οι ίδιοι οι συριζαίοι στο προεκλογικό πρόγραμμά τους για την Παιδεία αναφέρουν:

«Η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για ελεύθερη πρόσβαση στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση υπηρετεί το βασικό του πρόταγμα, δηλαδή την κατοχύρωση του καθολικού δικαιώματος των πολιτών στη δημόσια γενική παιδεία, και αποσκοπεί τελικά σε μια παιδεία χωρίς ταξικούς φραγμούς. Ο τρόπος εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση δεν είναι ζήτημα τεχνικό, αλλά, καθώς συναρτάται με την συνολική εκπαιδευτική πολιτική, επηρεάζει όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης ενώ εκφράζει τις σχέσεις παιδείας και κοινωνίας. Η ελεύθερη πρόσβαση προϋποθέτει μετατόπιση της προτεραιότητας από μια διαδικασία που υποτίθεται πως μετρά και καταγράφει τις ικανότητες των μαθητών σε μια διαδικασία που αναπτύσσει αυτές τις ικανότητες στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό».

Οι οπουρτουνιστές του ΣΥΡΙΖΑ έδειξαν πολύ σύντομα ότι δεν πιστεύουν τα ωραία λόγια που γράφουν στα προγράμματά τους, ότι αυτά είναι μόνο για τους αφελείς και ότι τα προγράμματά τους ήταν για ξεκάρφωμα στο κομματικό ακροατήριο και στο ακροατήριο των ψηφοφόρων που προερχόταν από τον ευρύτερο χώρο της αριστεράς, που εμφορείται από ανθρωπιστικά ιδεώδη.

♦ «Οι εγκύκλιες σπουδές ολοκληρώνονται στη Β΄ Λυκείου και η Γ΄ Λυκείου είναι ένα είδος ‘’γέφυρας’’ προς το Πανεπιστήμιο, τα ΤΕΙ ή οτιδήποτε τα παιδιά θέλουν να κάνουν μετά».

Το «Ενιαίο Λύκειο Θεωρίας και Πράξης» (πρόγραμμα ΣΥΡΙΖΑ) πετάχτηκε και αυτό στα σκουπίδια. Η γενική Παιδεία, η ολοκληρωμένη γνώση και καλλιέργεια για όλα τα παιδιά μέχρι τα 18 χρόνια σε αντιδιαστολή με την ειδίκευση και κατάρτιση, που προτάσσεται και ευλογείται. Πρόκειται για τη νεοφιλελεύθερη αντίληψη που προωθείται αναφανδόν σε όλο τον «πολιτισμένο» αστικό κόσμο, η μόρφωση να είναι χρηστικό εργαλείο μετάδοσης δεξιοτήτων και γνώσεων «μιας χρήσης» που γρήγορα αποχτιούνται και γρήγορα χάνονται, δημιουργώντας εργαζόμενους φθηνούς και αναλώσιμους.

Το προσχέδιο αναφέρει ότι η Γ’ τάξη «είναι τάξη προπαρασκευαστική είτε για τα ΑΕΙ είτε για την επαγγελματική ζωή μετά το λύκειο». Μεταφέρει, δηλαδή, το φροντιστήριο μέσα στο σχολείο. Το προσχέδιο μιμείται ακριβώς την πρακτική των μεγάλων ιδιωτικών σχολείων -και μάλιστα τη νομιμοποιεί-, που επαίρονται για τις επιτυχίες τους στο Πανεπιστήμιο, να διδάσκουν ουσιαστικά μόνο τα μαθήματα που απαιτούνται για την είσοδο στα Πανεπιστήμια και να παραλείπουν τα υπόλοιπα, που αναφέρονται μόνο «για τα μάτια» στο αναλυτικό πρόγραμμα.

Το προσχέδιο, που ευνοεί απόλυτα την ειδίκευση σε βάρος της γενικής μόρφωσης, που εισάγει νέους ισχυρούς ταξικούς φραγμούς και υποτάσσει το Λύκειο στην προετοιμασία για την είσοδο στα ΑΕΙ-ΤΕΙ, μετατρέποντας ειδικά τη Γ΄ Λυκείου σε τάξη φροντιστηριακής προετοιμασίας για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, ακυρώνει τον οποιοδήποτε αυτοδύναμο μορφωτικό ρόλο του Λυκείου (όπως ακριβώς και όλα τα προηγούμενα μεταρρυθμιστικά συστήματα που επιβλήθηκαν από τη δεκαετία του ’70 και μετά).

♦ Τα γραπτά των εξετάσεων του Ιανουαρίου μπορεί και να μη διορθώνονται από εξωτερικούς αξιολογητές.

Πρόκειται για τα ήξεις, αφήξεις του υπουργού, ο οποίος δίνει απαντήσεις εκ του προχείρου, ανάλογα με την πίεση που δέχεται από το ακροατήριο. Και τότε, πώς θα αποφευχθεί η πίεση απέναντι στους καθηγητές του σχολείου, πώς θα εξασφαλίζεται η «αντικειμενικότητα» των εξετάσεων;

Ολα αυτά τα σημειώνουμε όχι γιατί είμαστε υπέρμαχοι των εξετάσεων, αλλά για να καταδείξουμε ότι και στον προνομιακό για προπαγάνδα χώρο της Παιδείας, οι συριζαίοι είναι «παιδική χαρά».

♦ Επόμενο βήμα του υπουργείου Παιδείας είναι η καθιέρωση βαθμολογικής βάσης ανά σχολή, με εξαίρεση τις Ιατρικές, τις Πολυτεχνικές και τις Νομικές σε πρώτη φάση.

Με άλλη μορφή επανέρχεται, δηλαδή, η βάση του 10 της Μαριέττας Γιαννάκου. Μόνο που τώρα δεν θα είναι μέτρο οριζόντιας εφαρμογής, αλλά θα διαφοροποιείται η βαθμολογική βάση ανάλογα με τη σχολή.

Ο Γαβρόγλου ισχυρίζεται ότι έτσι μετατοπιζόμαστε από τον «κλειστό αριθμό εισακτέων» σε ένα πιο χαλαρό σύστημα. Στην πραγματικότητα, το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο ή και χειρότερο. Πλήγμα θα δεχθούν ιδιαίτερα τα χαμηλόβαθμα τμήματα των ΤΕΙ. Αλλωστε, το υπουργείο Παιδείας θέλει την υποβάθμιση αυτών των ΤΕΙ σε διετή μεταλυκειακά προγράμματα που θα δίνουν «ανάλογο» πτυχίο. (Οι εμφάσεις δικές μας).

Γιούλα Γκεσούλη
Σάββατο 09 Σεπτεμβρίου 2017