Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2019 | 05:15

ΔιεθνήPointer

Μετά τη συμφωνία Ιράν – Δύσης

Νέα δεδομένα στη σκακιέρα της Μέσης Ανατολής

Παρότι η προσωρινή συμφωνία μεταξύ του Ιράν και των πέντε μόνιμων μελών του Συμβουλίου Ασφάλειας του ΟΗΕ (συν τη Γερμανία), που υπογράφτηκε στις 24 Νοέμβρη στη Γενεύη, δεν προδιαγράφει αναγκαστικά μετά την παρέλευση του εξαμήνου την κατάληξη σε μια οριστική συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, συνιστά αναμφίβολα ένα σημαντικότατο πολιτικό γεγονός με πολλές προεκτάσεις. Και μόνο το γεγονός ότι με τη συμφωνία αυτή αναβαθμίζονται οι σχέσεις των ΗΠΑ με το Ιράν, δεδομένου ότι δεν υπήρχαν καθόλου επίσημες σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών από το 1980, μετά την κατάληψη της αμερικάνικης πρεσβείας στην Τεχεράνη από ιρανούς φοιτητές και τη σύλληψη 52 διπλωματών ως ομήρων, είναι ενδεικτικό της πολιτικής σημασίας της συμφωνίας και δικαιολογεί, εκτός των άλλων, τους χαρακτηρισμούς της από διεθνείς αναλυτές ως μεγάλης διπλωματικής επιτυχίας του Μπαράκ Ομπάμα.
 
Η προσωρινή συμφωνία προβλέπει τη μη επιβολή νέων κυρώσεων για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, την άρση μέρους των κυρώσεων στην αυτοκινητοβιομηχανία, στη βιομηχανία πετροχημικών, στο εμπόριο χρυσού και ευγενών μετάλλων καθώς και στις τραπεζικές συναλλαγές για την αγορά τροφίμων, φαρμάκων ιατρικού εξοπλισμού και για την αποστολή εμβασμάτων σε ιρανούς φοιτητές που σπουδάζουν στο εξωτερικό, γεγονός που υπολογίζεται ότι θα ωφελήσει την ιρανική οικονομία κατά 7 δισ. δολάρια. Επίσης επιτρέπει τις πωλήσεις πετρελαίου στο σημερινό επίπεδο.
 
Σε αντάλλαγμα, το Ιράν δεσμεύεται να περιορίσει τον εμπλουτισμό ουρανίου μέχρι το επίπεδο του 5%, πολύ πιο κάτω από τη στάθμη που απαιτείται για την κατασκευή ατομικής βόμβας, καθώς και να εξουδετερώσει το απόθεμα ουρανίου εμπλουτισμένο σε ποσοστό 20% που διαθέτει, είτε εξασθενίζοντας την περιεκτικότητά του είτε μετατρέποντάς το σε καύσιμο πυρηνικών αντιδραστήρων που παράγουν ραδιενεργά ισότοπα για ιατρικούς σκοπούς. Επιπλέον, δεσμεύεται να επιτρέπει καθημερινούς ελέγχους του πυρηνικού του προγράμματος. Ωστόσο, η συμφωνία της Γενεύης επιτρέπει στο Ιράν να διατηρήσει τα βασικά στοιχεία του πυρηνικού του προγράμματος, μεταξύ των οποίων όλους τους μηχανισμούς φυγοκέντρισης, που χρησιμοποιούνται για τον εμπλουτισμό ουρανίου, χωρίς όμως τη δυνατότητα να τους αυξήσει ή να τους αντικαταστήσει με καινούργιους. Ο όρος αυτός της συμφωνίας αποτελεί ένα από τα βασικά επιχειρήματα του Ισραήλ εναντίον της συμφωνίας, η οποία χαρακτηρίστηκε από τον Νετανιάχου «ιστορικό λάθος της διεθνούς κοινότητας».
 
Ποιοι λόγοι οδήγησαν τώρα σ’ αυτή τη συμφωνία; Γιατί ο Λευκός Οίκος δεν υιοθέτησε το αίτημα του Ισραήλ και της Σαουδικής Αραβίας να «κόψει το κεφάλι του ιρανικού φιδιού» και γιατί έβαλε στο συρτάρι τις δικές του απειλές για στοχευμένα πολεμικά πλήγματα στις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν;
Είναι φανερό ότι ο Λευκός Οίκος δεν ήθελε και δεν μπορούσε να ανοίξει ένα νέο μέτωπο, με απρόβλεπτες συνέπειες, σε μια τόσο εύφλεκτη περιοχή, όπου η συνεχιζόμενη εμφύλια αλληλλοσφαγή στο Ιράκ και ο εμφύλιος πόλεμος στη Συρία απειλούν με αποσταθεροποίηση και επέκταση του πολέμου τις γειτονικές χώρες, θέτοντας σε σοβαρό κίνδυνο την ίδια την ασφάλεια του Ισραήλ. Στις συνθήκες αυτές, το ιρανικό καθεστώς μπορεί να λειτουργήσει ως διαμεσολαβητικός παράγοντας σταθεροποίησης τόσο στο Ιράκ, λόγω των στενών σχέσεών του με τα κέντρα εξουσίας και της επιρροής που διαθέτει στο σιιτικό πληθυσμό, που είναι η πλειοψηφία στη χώρα, όσο και στο συριακό εμφύλιο, λόγω των στενών δεσμών του με το καθεστώς Ασαντ και την οικονομική και στρατιωτική υποστήριξη που του προσφέρει. Συνεπώς, μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά για την εξεύρεση μιας εναλλακτικής μεταβατικής λύσης μέσω των διαπραγματεύσεων που προωθούν ΗΠΑ και Ρωσία, με επόμενο σταθμό τη  σύνοδο της «Γενεύης 2» στις 22 Γενάρη.
 
Από τη στιγμή που η «στρατιωτική λύση» σ’ αυτή τη φάση εγκαταλείπεται, δρομολογείται η διπλωματική προσέγγιση με το ιρανικό καθεστώς (παρασκηνιακά ξεκίνησε από τον περασμένο Μάρτιο επί προεδρίας Αχμεντινετζάντ), προκειμένου να ανοίξει ο δρόμος για την αμερικάνικη διείσδυση στη χώρα, η οποία σημειωτέον έχει συνάψει στρατηγική οικονομική και στρατιωτική συνεργασία με τη Ρωσία και έχει στενές οικονομικές σχέσεις με την Κίνα. 
 
Το Ιράν κατέχει το 10% των παγκόσμιων αποθεμάτων πετρελαίου και το 15% φυσικού αερίου. Είναι ο τέταρτος παραγωγός πετρελαίου στον κόσμο και η παραγωγή του αντιστοιχεί στο 11% της συνολικής παραγωγής των χωρών του ΟΠΕΚ. Συνεπώς, αποτελεί τεράστιο δέλεαρ για τους αμερικάνικους πετρελαϊκούς κολοσσούς, που ανυπομονούν να αρπάξουν μερίδιο της πίτας επενδύοντας και στον εκσυγχρονισμό του πεπαλαιωμένου εξοπλισμού και στην εξόρυξη. Εχει επίσης τεράστια γεωστρατηγική σημασία, γιατί ελέγχει τον Περσικό Κόλπο και τα Στενά του Ορμούζ, μέσω των οποίων μεταφέρεται το 90% των εξαγωγών πετρελαίου από τις χώρες του Κόλπου, που αντιστοιχεί στο 40% του διά θαλάσσης παγκόσμιου πετρελαϊκού εμπορίου. Συν τοις άλλοις, τα 70 εκατομμύρια του ιρανικού πληθυσμού αποτελούν σημαντική αγορά για τα αμερικάνικα προϊόντα. 
 
Η προσέγγιση των ΗΠΑ και των δυτικών εταίρων τους με το ιρανικό καθεστώς και η συμφωνία της Γενεύης ήταν επόμενο να προκαλέσουν τη δυσαρέσκεια και τις αντιδράσεις των στενότερων συμμάχων των ΗΠΑ στην περιοχή. Η ισραηλινή κυβέρνηση, που θεωρεί ένα ισχυρό Ιράν θανάσιμη απειλή για την ασφάλεια του Ισραήλ, αντέδρασε με απειλές και λεονταρισμούς κατά του Ιράν, ουσιαστικά κενές περιεχομένου, κυρίως για εσωτερική κατανάλωση, γιατί είναι βέβαιο ότι δεν μπορεί να πάρει καμιά πρωτοβουλία χωρίς τη συναίνεση και την πολιτική και στρατιωτική υποστήριξη του Λευκού Οίκου. Ας μην ξεχνάμε ότι οι σιωνιστές θεωρούν θανάσιμους εχθρούς τους, εκτός από το Ιράν, τη Χεσμπολά στο Λίβανο και τη Χαμάς στη Γάζα, που υποστηρίζονται από το ιρανικό καθεστώς.
 
Πιο συγκρατημένες υπήρξαν οι αντιδράσεις της Σαουδικής Αραβίας, η οποία θεωρεί το Ιράν ως ανταγωνιστική περιφερειακή δύναμη, που υποκινεί εξεγέρσεις των σιιτών στο Μπαχρέιν, στην πλούσια σε πετρέλαιο Ανατολική Επαρχία της Σαουδικής Αραβίας και αλλού, για να αυξήσει την επιρροή του στην περιοχή. Επιπλέον, αντιδρά γιατί γνωρίζει ότι σε περίπτωση ολικής άρσης των κυρώσεων στο ιρανικό πετρέλαιο, θα πέσει η τιμή του και οι δικές της εξαγωγές, σε μια περίοδο μειωμένης ζήτησης λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Και στην περίπτωση της Σαουδικής Αραβίας οι όποιες αντιδράσεις και απειλές περί αλλαγής συμμάχων και προσέγγισης με τη Ρωσία είναι λόγια του αέρα. Οσο για τις υπόλοιπες μοναρχίες του Κόλπου, συμμάχους των ΗΠΑ, τάχθηκαν εξαρχής υπέρ της συμφωνίας της Γενεύης, για να μην δυσαρεστήσουν τα αφεντικά τους.
 
Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2013