Δευτέρα 26 Αυγούστου 2019 | 09:53

ΠολιτισμόςPointer

ΣΙΝΕΜΑ

ΟΛΙΒΙΕ ΖΙΣΟΥΑ - Σαν πέτρινα λιοντάρια στη μπασιά της νύχτας

Ενα κινηματογραφικό ποίημα, μια σπονδή στο αδούλωτο πνεύμα των κομμουνιστών εξόριστων της Μακρονήσου, από έναν Ελβετό, τον Ολιβιέ Ζισουά, με βασική συνεργάτιδα μια Ελληνίδα, την Ελένη Γιώτη, αποτελεί την καλύτερη κινηματογραφική πρόταση γι’ αυτή την εβδομάδα.
 
Στο κολαστήριο της Μακρονήσου, που υπό την καθοδήγηση των Αγγλοαμερικάνων άνοιξε τις πύλες του το 1947, μεσούσης της δεύτερης επανάστασης του ελληνικού λαού, επιχειρήθηκε ο ψυχικός και σωματικός ανασκολοπισμός περίπου 80.000 ανθρώπων. Η Μακρόνησος σημάδεψε τη σύγχρονη ελληνική ιστορία και στιγμάτισε το μοναρχοφασιστικό καθεστώς στη χώρα μας, γι’ αυτό και το μαζικό έγκλημα που συντελέστηκε εκεί αποτελεί ταμπού για το ελληνικό κράτος. Αυτό που ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος απεκάλεσε «Νέο Παρθενώνα» έγινε η μεγαλύτερη ντροπή του μετεμφυλιακού καθεστώτος. Γι` αυτό το στρατόπεδο της Μακρονήσου εγκαταλείφτηκε σε λίγα χρόνια, κάτω από το βάρος των εγκλημάτων που διαπράχτηκαν εκεί. Είναι κρίμα που ο μεγάλος τούρκος σκηνοθέτης Γιλμάζ Γκιουνέι πέθανε πριν προλάβει να γυρίσει σε ταινία τη μεγαλειώδη εξέγερση των κρατούμενων και το μακέλεμά τους την 1η Μάρτη του 1948, που ετοίμαζε.
 
Την ιστορία δεν την γράφουν πάντα οι νικητές. Η Μακρόνησος έμεινε και θα μείνει στην ιστορία ως ο τόπος του μαρτυρίου για χιλιάδες κομμουνιστές, αντιφρονούντες και δημοκράτες. Αυτή η Οδύσσεια εμπνέει και σήμερα τους νεότερους. Μοιάζει απίστευτο που τόσα χρόνια μετά, τα ποιήματα των Ρίτσου, Λειβαδίτη, Λουντέμη κ.ά. άγγιξαν έναν ελβετό ντοκιμαντερίστα. Ο Ολιβιέ Ζισουά και οι συνεργάτες του βούτηξαν με πάθος σ` ένα τεράστιο όγκο αρχειακού υλικού κι έκαναν συνεντεύξεις με αρκετούς επιζήσαντες Μακρονησιώτες, σε μια προσπάθεια να αναδείξουν με το δικό τους τρόπο όσα συνέβησαν εκείνη την περίοδο. Είναι τιμή για τον ίδιο, είναι τιμή για όσους πέθαναν, παραλογίστηκαν, βασανίστηκαν στη Μακρόνησο και είναι επίσης ντροπή για τους εγχώριους κινηματογραφιστές που ό,τι εντιμότερο γυρίστηκε μέχρι στιγμής για τη Μακρόνησο γυρίστηκε από έναν ξένο.
 
Για την ίδια την ταινία πρέπει να πούμε ότι είναι μια διαφορετική ματιά στην ιστορία της Μακρονήσου, βασισμένη σε τρία στοιχεία: την ποίηση των εξόριστων ποιητών, τις εικόνες των φοβερών ερειπίων και τα φασιστικά κηρύγματα των βασανιστών. Δεν ανήκει στο είδος των ιστορικών ντοκιμαντέρ που όλοι γνωρίζουμε, έχει μια πρωτότυπη κινηματογραφική μορφή που δένει απόλυτα με το περιεχόμενό της. Ρυθμός αργός και υποβλητικός, εναλλαγή εικόνων με τρόπο που επιτρέπει στο θεατή να σκεφτεί και να προσπαθήσει να προσεγγίσει αυτή τη μαύρη σελίδα της ιστορίας όχι μόνο με τη δύναμη της γνώσης, αλλά και με τη δύναμη της ενσυνείδησης. Και μια καθαρά μπρεχτική, αποστασιοποιητική εκφορά του ποιητικού λόγου (ο σκηνοθέτης υπήρξε βοηθός του Ματίας Λάνγκχοφ στο θέατρο και έχει επίσης σκηνοθετήσει ο ίδιος έργα του Μπέρτολτ Μπρεχτ και του Χάινερ Μίλερ) βοηθά ν’ αναδειχτεί το μεγαλείο αυτής της συγκεκριμένης ποίησης, χωρίς υποκριτικά φτιασιδώματα που μόνο να τη θολώσουν μπορούν.
 
Τα ποιήματα, τα ημερολόγια εξορίας των Ρίτσου, Λειβαδίτη, Λουντέμη, γραμμένα εκεί, στο κολαστήριο όπου ήταν και οι ίδιοι κλεισμένοι, χωρίς καμιά διάθεση θυματοποίησης, αλλά πλημμυρισμένα από επαναστατική αισιοδοξία, είναι ο κύριος αγωγός μνήμης. Λόγοι και παραγγέλματα που ακούγονταν συνεχώς από τα μεγάφωνα αντιπαραβάλλονται με το λόγο των εξόριστων ποιητών, δημιουργώντας ανάλογους συνειρμούς. Δίπλα σ’ αυτά ο λόγος του δημιουργού, ν’ απευθύνεται στα γαλλικά σε δεύτερο πληθυντικό πρόσωπο στους αμετανόητους εξόριστους, καθώς η κάμερα κοιτάζει τη Μακρόνησο από το σημερινό Λαύριο, λειτουργεί σαν ευλαβική σπονδή προς τους αμετανόητους κομμουνιστές (ευστοχότατη είναι και η επιλογή ενός στίχου του Ρίτσου για τον τίτλο της ταινίας).
 
Οι εικόνες των σημερινών ερειπίων, έτσι όπως τις καταγράφει η κάμερα με αργά πλάνα τράβελινγκ και πανοραμίκ 360 μοιρών, η επιμελημένη καταστροφή και εγκατάλειψη ενός ιστορικού τόπου, σε κάνουν να σκεφτείς ότι αυτός είναι ο κύριος τρόπος που οι διάδοχοι των μοναρχοφασιστών επιστράτευσαν για να σβήσουν την ιστορική μνήμη. Οι εικόνες αυτές εναλλάσσονται με αρχειακό υλικό (φωτογραφίες, φιλμ, γράμματα εξορίστων) από τη Μακρόνησο του τότε και της φρίκης που φιλοξενούσε.
 
Ο σκηνοθέτης δεν χρησιμοποίησε τις συνεντεύξεις των Μακρονησιωτών που είχε στη διάθεσή του, γιατί τότε θα έπρεπε να κάνει μια άλλη ταινία, όπως λέει. Ομως αυτές οι συνεντεύξεις τον διαπότισαν και αυτό, όπως λέει, είναι αποτυπωμένο στην ταινία του. Στο κινηματογραφικό δοκίμιο που δημιούργησε την πρωτοκαθεδρία έχουν τα συγκλονιστικά ποιήματα που επιλέχτηκαν και ακούγονται από τις φωνές των Τάσου Ράπτη, Κώστα Βασαρδάνη, Γιάννου Περλέγκα.  Οι επιβλητικές φωνές των Μάνου Βακούση και Περικλή Μουστάκη ακούγονται στη φασιστική προπαγάνδα. Ομως, είναι τα τραγικά ερείπια μέσα από τα οποία αναδύεται η ατμόσφαιρα της εποχής. Εκεί φτερουγίζουν οι ηρωικές ψυχές των «δικών μας Γερόντων»,  των «δικών μας Χριστών», των «δικών μας Αγίων».
 
Ελένη Π.
Σάββατο 20 Απριλίου 2013