Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2020 | 23:37

ΠολιτικήPointer

Νέος γύρος αποπροσανατολισμού, πλαστών διλημμάτων και φρούδων ελπίδων

Μετά από ένα δεκαήμερο διερευνητικών εντολών, συσκέψεων υπό τον πρόεδρο της Δημοκρατίας και –προπαντός– παρασκηνιακών παζαριών, το αστικό πολιτικό σύστημα οδηγείται σε νέες εκλογές, αφού δεν κατάφερε να σχηματίσει συμμαχική κυβέρνηση. Πέρα από το τι λένε δημόσια οι ηγέτες των κομμάτων και τα επιτελεία τους (το «δυστυχώς θα έχουμε και πάλι εκλογές», που λένε όλοι, είναι καθαρά παραπλανητική προπαγάνδα), η αλήθεια είναι ότι τις νέες εκλογές τις προκάλεσε κυρίως ο ΣΥΡΙΖΑ, σέρνοντας αναγκαστικά και τη ΔΗΜΑΡ (ο Καμμένος δε μετράει και μπήκε στο παιχνίδι μόνο στο τέλος). Αντίθετα, ΝΔ και ΠΑΣΟΚ –για την ακρίβεια Σαμαράς και Βενιζέλος– ήθελαν ένα διάλειμμα, μεγάλο κατά προτίμηση, μπας και μπορέσουν να μαζέψουν τα συντρίμμια τους.

Γιατί έσπρωξε τα πράγματα σ’ εκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ; Οχι σώνει και καλά για να εκμεταλλευτεί το ρεύμα και ν’ αυξήσει τα ποσοστά του, αλλά επειδή οι άλλοι δεν του επέτρεψαν να παραμείνει σε θέση αξιωματικής αντιπολίτευσης και ζητούσαν ή συμμετοχή του στην κυβέρνηση ή καθαρή στάση ανοχής στην κυβέρνηση που θα σχημάτιζαν ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ. Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα με τη σειρά.

Αφού τα νούμερα δεν έβγαιναν για «κυβέρνηση της Αριστεράς», γιατί ο Τσίπρας παρέλαβε τη διερευνητική εντολή; Και γιατί δεν έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ κυβέρνηση μειοψηφίας με τη ΔΗΜΑΡ, αφού Σαμαράς και Βενιζέλος του προσέφεραν ψήφο εμπιστοσύνης και ανοχής, αντίστοιχα; Η απάντηση στο τελευταίο είναι εύκολη και δεν έχει σχέση μ’ αυτά που δημαγωγικά λένε Βενιζέλος και Σαμαράς. Μια «αριστερή» κυβέρνηση μειοψηφίας θα ήταν όμηρος της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, που θα την είχαν στηρίξει διά της εμπιστοσύνης ή της ανοχής. Θα έκανε τη βρόμικη δουλειά για λογαριασμό των άλλων και ο ΣΥΡΙΖΑ θα φυλορροούσε σε χρόνο μηδέν. Ο ΣΥΡΙΖΑ με τίποτα δεν ήθελε να αναλάβει τη διακυβέρνηση σ’ αυτή τη φάση. Δεν είναι έτοιμος γι’ αυτό, από κάθε άποψη. Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα, όμως, δεν είναι το ίδιο εύκολη. Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είπε από την αρχή ότι τα νούμερα δε βγαίνουν και πρέπει να ξαναγίνουν εκλογές, όπως π.χ. είπε ο Περισσός; Γιατί οργάνωσε το διήμερο καραγκιοζιλίκι της διερεύνησης; Το έκανε όχι μόνο γιατί ήθελε ν’ αποδείξει ότι αποτελεί σοβαρή και υπεύθυνη αστική πολιτική δύναμη, αλλά και γιατί ήθελε να ξαναζεστάνει τις φρούδες ελπίδες για «κυβέρνηση της Αριστεράς», εξαπατώντας όσους τον ψήφισαν στις 6 Μάη και τραβώντας κι άλλους, με τη λογική του «κοπαδιού».

Σαμαράς και Βενιζέλος είναι σίγουρο ότι δεν ήθελαν εκλογές τώρα, αν και δεν έτρεφαν πολλές ελπίδες ότι μπορούν και να τις αποτρέψουν. Ο Σαμαράς γιατί σ’ ένα μήνα θα παίξει τα ρέστα του και δεν είναι καθόλου βέβαιος τι θα του αποδώσει η επιχείρηση αναπαλαίωσης της δεξιάς πολυκατοικίας. Ολα δείχνουν ότι η Μπακογιάννη επιστρέφει, ο Καρατζαφέρης κάνει τάχα τον δύσκολο (μέσα του παρακαλάει να γυρίσει), ενώ ο Μάνος δεν μετράει. Δεν είναι, όμως, καθόλου βέβαιος ο Σαμαράς ότι θα καταφέρει να πάρει ένα ευπρόσωπο ποσοστό, ακόμα κι αν ξαναμαζέψει αρκετά από τα συντρίμμια της δεξιάς πολυκατοικίας (ο Καμμένος αποκλείεται, αν και αυτό δεν μπορεί να ειπωθεί εκ προοιμίου για όλα τα στελέχη του). Γιατί η προεκλογική συνένωση δεν οδηγεί και σε ακριβή άθροιση των ποσοστών. Το πρόβλημα που θα ‘χει με τους εκλεγέντες βουλευτές, που θα πρέπει να σπρώξει προς τα κάτω στη λίστα, για να χωρέσουν οι επανακάμπτοντες, μάλλον θα το ξεπεράσει εύκολα. Οσο για την πολιτική ξεφτίλα, να ξαναπάρει πίσω αυτούς που κατηγορούσε ότι «πλήγωσαν την παράταξη» και από τους οποίους πριν ένα μήνα ζητούσε δηλώσεις μετάνοιας, δεν τρέχει τίποτα. Η ιστορία της αστικής πολιτικής είναι γεμάτη από τέτοιες πολιτικές ξεφτίλες.

Ο Σαμαράς, λοιπόν, προτιμούσε να πάρει μια ανάσα χρόνου, για να μπορέσει να οργανώσει την άμυνά του έναντι των εσωκομματικών πυρών που θα δεχτεί και το πάλεψε όσο μπορούσε, αν και δεν έτρεφε αυταπάτες για το εφικτό του πράγματος.

Ο Βενιζέλος δεν ήθελε εκλογές για προφανέστατους λόγους. Το «λογικό» αποτέλεσμα θα ήταν μια ακόμη μείωση του ποσοστού του ΠΑΣΟΚ, που θα έκανε ακόμη πιο δύσκολη τη θέση του. Με τι κουράγιο και με τι «εργαλεία» ν’ ανασυγκροτήσεις ένα κόμμα του 12%, που βρίσκεται σε πτώση και όχι σε άνοδο, όπως συνέβαινε με το ΠΑΣΟΚ του 1974, με το οποίο ανιστόρητα επιχείρησε τη σύγκριση ο Βενιζέλος;

Ο Κουβέλης, από την άλλη, βρισκόταν στη θέση του βατράχου που κινδυνεύει να συνθλιβεί από τα βουβάλια που πλακώνονται. Να πάει σε εκλογές δεν θα ήταν και ό,τι πιο σώφρον, όταν το ρεύμα είναι υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ. Ομως, το να μπει σε κυβέρνηση με ΝΔ-ΠΑΣΟΚ και με τον ΣΥΡΙΖΑ σε θέση («αντιμνημονιακής») αξιωματικής αντιπολίτευσης θα ήταν σκέτη αυτοκτονία. Ακόμα και δυο χρόνια να άντεχε μια τέτοια κυβέρνηση (πράγμα εξαιρετικά αμφίβολο), στις επόμενες εκλογές η ΔΗΜΑΡ θα έψαχνε να βρει ψήφο. Επρεπε, λοιπόν, να ελιχθεί, προσβλέποντας στη συντήρηση του ποσοστού του στις νέες εκλογές που φαίνονταν αναπόφευκτες. Εδειξε το γνωστό πρόσωπο κοινοβουλευτικής υπευθυνότητας, σοβαρότητας και μετριοπάθειας (το ατού που είχε πάντοτε έναντι του ΣΥΡΙΖΑ, το οποίο όμως δεν τον πήγε και τόσο ψηλά στις 6 Μάη), έμεινε όμως αμετακίνητος στην άρνησή του για συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ, παρά την πίεση που δέχτηκε. Ετσι, κατάφερε ν’ «αδειάσει» και τον ΣΥΡΙΖΑ που είχε σπεύσει να εκδώσει ανακοίνωση, στην οποία κατήγγειλε ότι «έγινε σαφές πως υπάρχει προγραμματική συμφωνία ανάμεσα στην ΝΔ το ΠΑΣΟΚ και την ΔΗΜ.ΑΡ για τη συγκρότηση κυβέρνησης», η οποία αποτελεί «μία προσπάθεια συνέχισης της μνημονιακής πολιτικής». Εμμένοντας στη μη συμμετοχή του σε μια τέτοια κυβέρνηση, ο Κουβέλης βρέθηκε από πάνω, εξέθεσε τους ΣΥΡΙΖΑίους ως προβοκάτορες (σε ανακοίνωσή της η ΔΗΜΑΡ κατηγόρησε τον Τσίπρα ότι «ξεπέρασε κάθε όριο πολιτικής αθλιότητας», μίλησε για «ντροπή», «συκοφαντία και ψεύδος» και «πολιτική ανηθικότητα» του Τσίπρα). Και βέβαια, με την πρότασή του για οικουμενική κυβέρνηση, με συμμετοχή και του ΣΥΡΙΖΑ ως απαραίτητη προϋπόθεση, ο Κουβέλης απευθύνθηκε και στα πιο συντηρητικά ή φοβισμένα στρώματα, προσβλέποντας στο ξανακέρδισμα της ψήφου τους. Ηταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να κάνει στις συγκεκριμένες συνθήκες.

Σαμαράς και Βενιζέλος, διαβλέποντας εύκολα ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπαίνει σ’ αυτή τη φάση σε κυβέρνηση μαζί τους κι ότι ο Κουβέλης δεν αυτοκτονεί πολιτικά, χειρίστηκαν –με την αμέριστη βοήθεια του Παπούλια και  του συνόλου των αστικών ΜΜΕ– τα πράγματα όσο καλύτερα μπορούσαν για τα συμφέροντά τους. Το μεγαλύτερο κέρδος γι’ αυτούς ήταν ότι δημιούργησαν ένα προπαγανδιστικό νεφέλωμα, μέσα στο οποίο έκρυψαν το ψευτοδίλημμα που κυριάρχησε στις εκλογές της 6ης Μάη (μνημονιακοί-αντιμνημονιακοί), το οποίο τους οδήγησε στην εκλογική συντριβή. Προς το παρόν δημιούργησαν μια νέα ατζέντα, ένα νέο ψευτοδίλημμα (υπεύθυνοι και ανεύθυνοι πολιτικοί), το οποίο επεκτείνεται στο ψευτοδίλημμα «υπέρ ή κατά της παραμονής στο ευρώ». Μόνο αν καταφέρουν ν’ αλλάξουν την προεκλογική ατζέντα μπορούν να ελπίζουν σε εκλογική ανάκαμψη. Αυτό, όμως, μένει να το δούμε.

Πέτυχαν και κάτι πιο σημαντικό οι Παπούλιας-Βενιζέλος-Σαμαράς, στη σύσκεψη της 13ης Μάη, στην οποία συμμετείχε και ο Τσίπρας. Επισημοποίησαν και κατέγραψαν στα πρακτικά τη διολίσθηση που από τη μεθεπομένη των εκλογών είχε ξεκινήσει ο ΣΥΡΙΖΑ προς τις μνημονιακές θέσεις. Δηλαδή, όχι μονομερείς ενέργειες, όχι καταγγελία του Μνημόνιου, όχι «εξαλλοσύνες», αλλά υπεύθυνη διαπραγμάτευση μέσα στα όργανα της ΕΕ και της Ευρωζώνης και μόνο σ’ αυτά. Αυτό θ’ αποτελέσει ένα από τα βασικά προεκλογικά τους όπλα, σε μια προσπάθεια δικαίωσης της μέχρι τώρα πολιτικής τους και δημιουργίας στη θέση του «αντιμνημονιακού» χυλού ενός άλλου χυλού, «φιλοευρωπαϊκού». Ανεξάρτητα από το εκλογικό όφελος που θα προσφέρει σε ΝΔ και ΠΑΣΟΚ αυτή η εξέλιξη, είναι τεράστιο το όφελος για το σύστημα, καθώς «τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα» της προηγούμενης προεκλογικής περιόδου, ακόμα και αν επαναληφθούν σ’ αυτή τη δεύτερη προεκλογική περίοδο (δεν αμφιβάλλουμε ότι θα επαναληφθούν από πλευράς ΣΥΡΙΖΑ), θα είναι πιο στρογγυλεμένα, με λειασμένες τις γωνίες, και βέβαια θα εξατμιστούν την επομένη των εκλογών, δίνοντας τη θέση τους στον «πολιτικό ρεαλισμό» και την «υπεύθυνη διαπραγμάτευση προκειμένου να πείσουμε τους ευρωπαίους εταίρους μας».

Οποιος διαβάσει προσεκτικά τα πρακτικά των συσκέψεων υπό τον Παπούλια (αξίζει τον κόπο) θα μπορέσει να διακρίνει καθαρά αυτές τις τακτικές των τεσσάρων αστικών κομμάτων (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, ΔΗΜΑΡ).

Ο Περισσός, τσουρουφλισμένος από το εκλογικό αποτέλεσμα, αλλά και αποφασισμένος να μην αλλάξει τακτική (και να ήθελε ν’ αλλάξει, δεν προλάβαινε), ακόμα κι αν δει το ποσοστό του να πέφτει, έμεινε έξω από το παιχνίδι, φροντίζοντας παράλληλα να καταδεικνύει τον πολιτικό τυχοδιωκτισμό του ΣΥΡΙΖΑ. Είτε λόγω πολιτικής επιλογής είτε κατ’ ανάγκη, εναποθέτει τις ελπίδες του στο μέλλον, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ θα έχει ξεμασκαρευτεί στα μάτια όσων τον ψήφισαν. Είναι αποκαλυπτικά, πάντως, τα πρακτικά της συζήτησης της Παπαρήγα με τον Παπούλια, με τον Παπούλια να της θυμίζει τη συμμετοχή του Περισσού στις κυβερνήσεις Τζαννετάκη και Ζολώτα και την Παπαρήγα ν’ απαντά ότι «ήταν άλλη περίοδος εκείνη», ενώ «σήμερα είναι ανοιχτές πολλές πληγές»! Ο Παπούλιας, σαδιστικά σχεδόν, επανήλθε στο θέμα (προφανώς για να καταγραφεί στα πρακτικά) και ανάγκασε την Παπαρήγα να συμφωνήσει ότι «η συμβολή του ΚΚΕ εκείνη την εποχή ήταν πάρα πολύ σημαντική». Η Παπαρήγα, χωρίς να θέσει καθόλου ζήτημα αρχής για τη συμμετοχή στις αστικές κυβερνήσεις, επέμεινε ότι ο Περισσός τότε μπήκε στην κυβέρνηση «για να μην παραγραφεί το σκάνδαλο». Ο Παπούλιας, όμως, μιλούσε για τη δεύτερη κυβέρνηση, την «οικουμενική» με πρωθυπουργό τον Ζολώτα, όταν δεν υπήρχε θέμα παραγραφής του σκανδάλου. Ανέφερε, μάλιστα, πως όταν ο Φλωράκης επισκέφτηκε τον Παπανδρέου στο νοσοκομείο, ο τελευταίος είπε στον Παπούλια ότι είναι «πολύ ευτυχής», γιατί «τα βρήκε με τον Χαρίλαο»!

Ο Καμμένος κατάφερε μέσα σε λίγες μέρες ν’ αποδείξει ότι είναι το απόλυτο τίποτα. Ο Σαμαράς κατάφερε να του τη φέρει, διαρρέοντας την πρότασή του για «εθνική κυβέρνηση», την οποία άφησε στον Παπούλια, χωρίς να ξέρουν τίποτα τα υπόλοιπα στελέχη του κόμματός του, και τον οδήγησε στο δημόσιο εξευτελισμό. Το πόσο θα του κοστίσει αυτό εκλογικά δεν είμαστε σε θέση να το εκτιμήσουμε. Δεν έχει και σημασία εξάλλου. Το «φαινόμενο Καμμένος» είναι ίσως το χαρακτηριστικότερο σημάδι της κρίσης της αστικής πολιτικής.

Πώς θα πάμε στις εκλογές; Με τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ να ρίχνουν τους τόνους της μεταξύ τους αντιπαράθεσης και να την πέφτουν στον ΣΥΡΙΖΑ, στον Καμμένο και λιγότερο στη ΔΗΜΑΡ. Σ’ αυτό θα έχουν βοήθεια από τα αστικά ΜΜΕ, τα οποία δεν φοβούνται τον ΣΥΡΙΖΑ ως δύναμη ανατροπής, αλλά φοβούνται το «χάος» που ενυπάρχει στον ΣΥΡΙΖΑ, τον σαλταδορισμό και τον τυχοδιωκτισμό που χαρακτηρίζει την ηγετική του ομάδα. Φοβούνται μη διασαλευτεί η σταθερότητα την οποία θέλουν ν’ αποκαταστήσουν. Το παιχνίδι θα παίζεται σε δυο ταμπλό: στο ένα θα αναδεικνύουν τις «προσαρμογές» που έχει κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ στον «προγραμματικό» του λόγο, για να δείχνουν ότι όλοι γίνονται «ρεαλιστές» όταν πλησιάζουν στην εξουσία και στο άλλο θα χτυπάνε τις αντιφάσεις και τις ανακολουθίες, δείχνοντας ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ακόμα ώριμος για να κυβερνήσει.

Μένει να δούμε αν η τακτική του μαστίγιου και του καρότου, που ακολουθούν οι παράγοντες της ΕΕ (αναλυτικά γράφουμε στη σελίδα 9) θα κλίνει υπέρ του μαστίγιου ή υπέρ του καρότου. Οι πρώτες δηλώσεις, μετά το οριστικό ναυάγιο της διαδικασίας συγκρότησης κυβέρνησης και την αναγγελία νέων εκλογών, δείχνουν περισσότερο «μαστίγιο», αλλά δεν είναι βέβαιο αν αυτό θα συνεχιστεί, δεδομένου ότι εξοργίζει τον ελληνικό λαό και μπορεί να φέρει το αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Το βέβαιο είναι ότι τα αστικά ΜΜΕ θα παίξουν αυτή τη φορά πολύ έντονα το παιχνίδι των εκβιασμών και της καταστροφολογίας, για να στηρίξουν τα ετοιμόρροπα μαγαζιά της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ. Τα ψευτοδιλήμματα θα δίνουν και θα παίρνουν σε καθημερινή βάση, παράλληλα με την επαναφορά σε «λογικά» πλαίσια των ελπίδων που θα καλλιεργεί η ξέφρενη δημαγωγική προπαγάνδα του ΣΥΡΙΖΑ. Τα ψευτοδιλήμματα προορίζονται να τρομάξουν τους «νοικοκυραίους» (δεν είναι τυχαίο ότι ξαναθυμήθηκε τη λέξη ο Σαμαράς), ενώ οι ελπίδες (που θ’ αποδειχτούν φρούδες) προορίζονται για τον έλεγχο των πιο «ζωηρών».
Σάββατο 19 Μαΐου 2012