Τρίτη 27 Ιουνίου 2017 | 20:31

ΠολιτισμόςPointer

Ανοικείωση

Χάινερ Μίλερ: Η Μηχανή Αμλετ

Τι είναι «Η Μηχανή Αμλετ»; Τι εξομολογείται ο Χάινερ Μίλερ; Τι κρύβεται πίσω από το χάος των ποιητικών λέξεων; Πώς μπορεί να κατανοήσει ο θεατής ένα τόσο δύσκολο έργο που δεν είναι καν θεατρικό έργο με την κλασική έννοια του όρου; Τι σημαίνουν οι σκόρπιες σκηνές που το συναποτελούν; Ποια είναι η στόχευσή του και ποια η σκοπιμότητά του στις σημερινές συνθήκες;

Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα στα οποία έπρεπε να απαντήσει η νεοσύστατη καλλιτεχνική ομάδα «ανοικείωση», όταν αποφάσισε ν’ αναμετρηθεί με τη «Μηχανή Αμλετ». Οι απαντήσεις ήταν μια μεγάλη έκπληξη.
 
Αλλά ας δούμε πρώτα τι είναι «Η Μηχανή Αμλετ». Πρόκειται για το πιο πεσιμιστικό έργο του γερμανού δραματουργού. Ο ίδιος υπήρξε εκ των επιγόνων του Μπρεχτ, σημαίνον στέλεχος της ανατολικογερμανικής διανόησης, καλλιτεχνικός διευθυντής του Berliner Ensemble πριν το τέλος της ζωής του. «Η Μηχανή Αμλετ», γραμμένη το 1977, είναι στην πραγματικότητα μια εν πολλοίς σπαρακτική εξομολόγηση του ίδιου του συγγραφέα που βίωνε τη σαπίλα του ανατολικογερμανικού καθεστώτος χωρίς να μπορεί –παρότι μαρξιστής– να ερμηνεύσει τη διαδικασία παλινόρθωσης του καπιταλισμού που λάμβανε χώρα μπρος στα μάτια του. Με αφορμή τον σεξπιρικό Αμλετ (που ο Μίλερ βλέπει –όπως και ο Μπρεχτ– ως έναν ταλαντευόμενο διανοούμενο που αρνείται την εξουσία, ταυτόχρονα όμως έλκεται από αυτή), ο Μίλερ σχολιάζει τη σύγχρονη, επαμφοτερίζουσα διανόηση που προσπαθεί να μείνει ουδέτερη στον κοινωνικό πόλεμο, όμως τελικά επιλέγει το στρατόπεδο της εξουσίας. Ταυτόχρονα, ανοίγει τον δικό του στοχαστικό όσο και απαισιόδοξο διάλογο με την Ιστορία.
 
Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι το πεσιμιστικό πολιτικό υπόβαθρο του έργου έγινε γρήγορα το άλλοθι μιας σειράς «προοδευτικών» διανοουμένων που μέσα απ` αυτό είδαν να δικαιώνεται η δική τους άποψη για το «τέλος της ιστορίας».
 
Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο η «ανοικείωση» επιχείρησε, χρησιμοποιώντας τις ελευθερίες που ο ίδιος ο συγγραφέας και το κείμενο επιτρέπουν, χωρίς να αλλαχτεί ούτε ένα «και» σ’ αυτό, να αποδομήσει και αναδομήσει το έργο προς μια οπτιμιστική κατεύθυνση, θέτοντας συγχρόνως στο επίκεντρο τον προβληματισμό περί της κοινωνικής χρησιμότητας των διανοουμένων. Αυτό, φυσικά, δε θα μπορούσε να γίνει πράξη, αν η κοσμοαντίληψη του ίδιου του Μίλερ δεν τον είχε ωθήσει να γράψει το 1990: «ΜΗΧΑΝΗ ΑΜΛΕΤ: Ο ερμηνευτής του Αμλετ χωρίς πρόσωπο, εικόνες που καμιά παράσταση δεν ήταν ικανή να αποδώσει, σημαδούρες στο έλος που άρχισε τότε κιόλας να κλείνει πάνω από τον προσωρινό τάφο της ουτοπίας. Ισως και πάλι αυτή να προβάλλει λαμπρή μόλις η χίμαιρα της ελεύθερης οικονομίας, που αναπληρώνει το φάντασμα του Κομμουνισμού, δείξει στους νέους πελάτες τον ψυχρό της ώμο, στους ελευθερωμένους το πρόσωπο της ελευθερίας της από σίδερο».
 
 Ο Μίλερ βαθυστόχαστα προβλέπει τον παροδικό και πεπερασμένο χαρακτήρα της φάσης που διανύουμε. Και αυτή η εντελώς νέα «ανάγνωση» του έργου ήταν το πρώτο στοίχημα που κέρδισε η «ανοικείωση».
 
 Το δεύτερο ήταν η μπρεχτική, αποστασιοποιητική θεατρική μέθοδος που συνεγείρει τη σκέψη και κρίση του θεατή, σε αντίθεση με το αριστοτελικό θέατρο που επιδιώκει τη θετική ή αρνητική ταύτιση του θεατή με τους ρόλους. Χρησιμοποιώντας μια εξαιρετική επίκαιρη εισαγωγή (με δυο ηθοποιούς με μάσκες ζώων), μια μικρή ζωντανή ορχήστρα και μια σειρά άλλα στοιχεία, όπως βίντεο, χορό, μάσκες κ.λπ., η «ανοικείωση» κέρδισε και το   δεύτερο στοίχημα.
 
Το τρίτο στοίχημα ήταν η ανάδειξη του λόγου του συγγραφέα. Το «δυσνόητο» ποιητικό κείμενο έγινε σαφής, ευκρινής και στιβαρός λόγος που στήριξε την ουσία του μύθου.
 
Το τέταρτο, πολύ σημαντικό επίσης, στοίχημα ήταν το πώς ένα έργο τόσο παράξενο, αινιγματικό και δυσνόητο απέκτησε μια απολαυστική και ελαφριά διάσταση, ώστε μέσα από την ευθυμία και τη διασκέδαση ν’ αναδειχτεί η απορηματική, δημιουργική σκέψη και κριτική, που είναι απαραίτητες προϋποθέσεις στο μπρεχτικό θέατρο.
 
Τέλος, πέρα από την επιτυχή σκηνοθετική σύλληψη και εκτέλεση της παράστασης, αξίζει να γίνει αναφορά στους υπόλοιπους συντελεστές –μουσικούς , ηθοποιούς, τεχνικούς κ.λπ.– που υπερέβησαν τον εαυτό τους. Μοιράζοντας σοφά τους ρόλους και τη σκηνική δράση, η ομάδα κατάφερε να εξομαλύνει εντελώς τις ανισορροπίες που εκ των πραγμάτων υπάρχουν, όταν σ’ ένα θίασο συμμετέχουν έμπειροι επαγγελματίες μαζί με ερασιτέχνες ηθοποιούς. Εκείνο που έβλεπες κάθε στιγμή, αλλά και αποκόμιζες σαν τελικό συμπέρασμα είναι πως έχει προηγηθεί πολλή δουλειά στις πρόβες. Τίποτα δεν έχει αφεθεί στην τύχη. Εχει δουλευτεί και η τελευταία λεπτομέρεια στην εκφορά του λόγου, στη διατύπωση συγκεκριμένων φράσεων, στις χειρονομίες που παίζουν ξεχωριστό ρόλο σ’ αυτό το είδος θεάτρου. Είναι σωστό πως κάθε παράσταση είναι μοναδική, είμαστε όμως σίγουροι πως αν δούμε και δεύτερη και τρίτη φορά τη συγκεκριμένη παράσταση, δε θα μπορέσουμε να διακρίνουμε διαφορές, γιατί όλα είναι δουλεμένα με λεπτομερειακό, σχολαστικό τρόπο. Ακόμα και οι κινήσεις στις αλλαγές των σκηνικών.
 
Ολοι οι ηθοποιοί υπηρέτησαν ολοκληρωμένα τη σκηνοθετική κατεύθυνση της παράστασης, θα θέλαμε όμως να σταθούμε λίγο σ’ αυτούς που σήκωσαν το μεγαλύτερο ερμηνευτικό βάρος.
 
Η Κατερίνα Λιόντου, παρά το νεαρότατο της ηλικίας της, έχει ήδη χορέψει με τους γνωστότερους έλληνες χορογράφους (Παπαϊωάννου, Στελλάτου, Φωνιαδάκης κ.ά.) κι αυτό βέβαια δεν είναι τυχαίο. Εδώ κλήθηκε να σηκώσει ένα τριπλό βάρος: της χορογράφου που σχεδίασε τη χορογραφία και την κίνηση της παράστασης, της χορεύτριας και της ηθοποιού. Και τα κατάφερε θαυμάσια. Μπορεί εκείνο που περισσότερο εντυπωσιάζει να είναι το συγκλονιστικό προσωπικό της σόλο, ο κριτικός όμως οφείλει περισσότερο να σταθεί στη συνολική χορογραφία και κίνηση (ιδιαίτερα στο σουρεαλιστικό «Σκέρτσο» του έργου), που αποκαλύπτει ταλέντο, ευρηματικότητα και δουλειά.
 
Η περίπτωση του Τάσου Ράπτη, που σηκώνει το μεγάλο υποκριτικό βάρος υποδυόμενος τον Αμλετ και τον «ηθοποιό που υποδύεται τον Αμλετ», υπενθυμίζει τη δυστυχία του να ζει και να εργάζεται στην Ελλάδα ένας ταλαντούχος άνθρωπος. Μια ατελείωτη ποικιλία και εναλλαγές στο ερμηνευτικό ύφος, με στέρεα εκφραστικά μέσα, τεχνική, άνεση και βεβαιότητα που λίγοι ηθοποιοί διαθέτουν, συνθέτει το πρόσωπο ενός σπουδαίου ερμηνευτή που είναι ελάχιστα γνωστός σ’ αυτό που ονομάζεται θεατρικό κοινό.
 
Κάπως έτσι η «ανοικείωση» νίκησε κατά κράτος την πιθανή συγκαταβατικότητα με την οποία ένας καχύποπτος θεατής θ’ αντιμετώπιζε μια νεοσύστατη ομάδα που δεν αποβλέπει σε κανένα χρηματικό όφελος. «Η Μηχανή Αμλετ» πραγματοποιήθηκε σαν μια παράσταση υψηλών προδιαγραφών που μπορεί να αναμετρηθεί με την πιο αυστηρή κριτική.
 
Eλένη Σταματίου

Σάββατο 12 Μαΐου 2012