Δευτέρα 17 Ιουνίου 2019 | 00:37

ΔιεθνήPointer

Κλιμακώνεται ο πόλεμος κατά της «τρομοκρατίας»


Μετά τη φάρσα των εκλογών του περασμένου Φλεβάρη, που ανέδειξαν στην προεδρία ως διάδοχο του δικτάτορα Αλί Σάλεχ το μοναδικό υποψήφιο και υποστηριζόμενο από τις ΗΠΑ αντιπρόεδρο του καθεστώτος Μανσούρ Χάντι, ο Λευκός Οίκος κλιμακώνει τον πόλεμο εναντίον των ισλαμιστών ανταρτών στη χώρα, σε στενή συνεργασία με το νέο πρόεδρο.
 
Σύμφωνα με τους «New York Times» (26/2/12), η κυβέρνηση Ομπάμα θέτει σε εφαρμογή ένα φιλόδοξο και ριψοκίνδυνο σχέδιο για να βοηθήσει τη νέα κυβέρνηση στην Υεμένη να αντιμετωπίσει στρατιωτικά τους αντάρτες του Ανσάρ αλ – Σαρία, που έχει καταλάβει μεγάλα τμήματα στα νότια της χώρας. Το σχέδιο αυτό έχει δύο σκέλη. Το ένα σκέλος προβλέπει τη χρήση αμερικάνικων τηλεκατευθυνόμενων αεροσκαφών, τα οποία με στοχευμένες επιθέσεις θα εκτελούν στελέχη του Ανσάρ αλ – Σαρία, όπως συμβαίνει στο Αφγανιστάν και στο Πακιστάν. Το άλλο σκέλος προβλέπει την εκπαίδευση και τον εξοπλισμό του στρατού της Υεμένης από τις ΗΠΑ σε συνεργασία με τη Σαουδική Αραβία και τους άλλους συμμάχους τους του Περσικού Κόλπου.  Υστερα από το μεγάλο αριθμό στρατιωτών, ακόμη και ανώτατων αξιωματικών, που εγκατέλειψαν τα πόστα τους και τάχθηκαν με το μέρος των διαδηλωτών κατά τη διάρκεια της λαϊκής εξέγερσης, σημαντικό ζήτημα θεωρείται η ενίσχυση της συνοχής και του επαγγελματισμού του στρατού, ώστε να υπακούει και να ελέγχεται από μία ενιαία διοίκηση, που θα δίνει αναφορά στον πρόεδρο. 
 
Το σχέδιο αυτό παρουσίασε, σύμφωνα με τους «New York Times», στη μεταβατική κυβέρνηση της Υεμένης, ο κορυφαίος σύμβουλος του Ομπάμα στον τομέα της «αντιτρομοκρατίας», ο Τζον Μπρέναν, κατά την επίσκεψή του  στην Υεμένη λίγο πριν από τις εκλογές, την 7η τα τελευταία τρία χρόνια, ενώ μέσα στο Μάρτιο αναμένεται στην Ουάσιγκτον μια υψηλού επιπέδου αντιπροσωπεία του στρατού της Υεμένης, η πρώτη σε μια σειρά αμοιβαίων επισκέψεων. Συνεπώς, το αμερικάνικο σχέδιο έχει τη συναίνεση και των αστικών πολιτικών δυνάμεων της αντιπολίτευσης, που υποστήριζαν αρχικά τις διαδηλώσεις και στη συνέχεια αποδέχθηκαν το αμερικανόπνευστο σχέδιο μεταβίβασης της εξουσίας του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου και συμμετέχουν μαζί με το κόμμα του Αλί Σάλεχ (με τους μισούς υπουργούς) στη μεταβατική κυβέρνηση.
 
Φυσικά, επιχειρήσεις παρακολούθησης και στοχευμένες επιθέσεις από αμερικάνικα τηλεκατευθυνόμενα αεροσκάφη γίνονται εδώ και πολύ καιρό στο έδαφος της Υεμένης, πολύ πριν από τη λαϊκή εξέγερση, κατά τη διάρκεια της οποίας απλά περιορίστηκαν. Η πιο γνωστή περίπτωση είναι η δολοφονία τον περασμένο Σεπτέμβριο του γεννημένου στις ΗΠΑ κληρικού Ανουάρ αλ – Αουλάκι και του αμερικάνου Σαμίρ Κχαν, ηγετικών μορφών του ισλαμικού κινήματος στην Υεμένη. Επίσης, για πρώτη φορά αποκαλύφτηκε ότι βρίσκονται ήδη και επιχειρούν στη χώρα αμερικάνικα στρατεύματα, μετά την επίθεση που δέχτηκε ομάδα αμερικάνων στρατιωτών σε δρόμο της νότιας πόλης Αντεν την 1η Μαρτίου από ισλαμιστές αντάρτες. Αξιωματούχοι του Πενταγώνου αναγκάστηκαν να επιβεβαιώσουν την επίθεση, παρόλο που μέχρι τώρα ο Λευκός Οίκος επέμενε ότι στην Υεμένη αποστέλλονται μόνο σύμβουλοι και εκπαιδευτές και όχι στρατεύματα εδάφους.
 
Βέβαια, τα σχέδια που καταστρώνουν και οι στρατηγικές που χαράσσουν τα αμερικάνικα επιτελεία δεν είναι καθόλου εύκολο να αποφέρουν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Οπως έχει αποδείξει ο πόλεμος στο Αφγανιστάν και η αμερικάνικη «αντιτρομοκρατική» εκστρατεία στο γειτονικό Πακιστάν, ούτε τα πάνω από 100.000 αμερικανονατοϊκά στρατεύματα έχουν καταφέρει να κάμψουν την αντίσταση των Ταλιμπάν, ούτε πολύ περισσότερο οι στοχευμένες δολοφονικές επιθέσεις με τα τηλεκατευθυνόμενα αεροσκάφη και οι επιλεκτικές δολοφονίες στελεχών καθορίζουν την εξέλιξη του πολέμου. 
 
Η κατάσταση που έχουν να αντιμετωπίσουν στην Υεμένη ο διάδοχος του Αλί Σαλεχ και η μεταβατική κυβέρνηση είναι εξαιρετικά δύσκολη. Από τη μια υπάρχει η πίεση που ασκούν ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας, ιδιαίτερα της νεολαίας, που συνεχίζει να διεκδικεί την ικανοποίηση των αιτημάτων της λαϊκής εξέγερσης, οι προσδοκίες των πλατιών μαζών για κάποια μέτρα βελτίωσης του βιοτικού τους επιπέδου, καθώς και η πίεση που ασκούν τα αυτονομιστικά κινήματα στο βορρά και στο νότο της χώρας και το ισχυρό ισλαμικό κίνημα, τα οποία άλλωστε είχαν καλέσει σε αποχή από τη φάρσα των πρόσφατων προεδρικών εκλογών. Και από την άλλη υπάρχει η πίεση που ασκεί ο Λευκός Οίκος, ο οποίος έχει θέσει ως πρώτιστο καθήκον στο νέο πρόεδρο τη συντριβή του Ανσάρ αλ – Σαρία, που το χαρακτηρίζει παρακλάδι της Αλ Κάιντα. 
 
Εν μέσω της λαϊκής εξέγερσης, οι αντάρτες του Ανσάρ αλ – Σαρία κατάφεραν να θέσουν υπό τον ελεγχό τους το μεγαλύτερο τμήμα της νότιας επαρχίας Αμπιάν, αφού κατέλαβαν το Μάρτιο του 2011 την πόλη Τζάαρ και δύο μήνες αργότερα την πρωτεύουσα της επαρχίας, τη Ζινζιμπάρ. Εκτοτε κυβερνητικά στρατεύματα επιχείρησαν με επανειλημμένες επιθέσεις να ανακαταλάβουν την πρωτεύουσα, χωρίς να καταφέρουν. 
 
Από τις 25 Φλεβάρη που ανέλαβε ο διάδοχος του Αλί Σάλεχ, οι αντάρτες του Ανσάρ αλ – Σαρία κλιμακώνουν τις επιθέσεις τους εναντίον κυβερνητικών στόχων. Με αποκορύφωμα την επίθεση με δύο αυτοκίνητα παγιδευμένα με εκρηκτικά σε στρατιωτική βάση δυτικά της Ζινζιμπάρ την περασμένη Κυριακή, 4 Μαρτίου. Εκμεταλλευόμενοι τον πανικό που προκλήθηκε από τις εκρήξεις, ισχυρή δύναμη ανταρτών εισέβαλε στη βάση, κατέλαβε βαριά όπλα και τα χρησιμοποίησε εναντίον των κυβερνητικών δυνάμεων. Στις συγκρούσεις, που συνεχίστηκαν και την επόμενη μέρα, τουλάχιστον 185 κυβερνητικοί στρατιώτες και 32 αντάρτες έχασαν τη ζωή τους και εκατοντάδες τραυματίστηκαν. Επίσης, οι αντάρτες ανακοίνωσαν ότι συνέλαβαν αιχμάλωτους 70 στρατιώτες και το βράδυ της 5ης Μαρτίου έκαναν πανηγυρική παρέλαση στους δρόμους της πόλης Τζάαρ κάνοντας επίδειξη του οπλισμού που είχαν καταλάβει. Πρόκειται για την πιο πολύνεκρη για τον κυβερνητικό στρατό επιχείρηση από τότε που ξεκίνησαν οι συγκρούσεις με τους αντάρτες του Ανσάρ αλ Σαρία.
 
Πρέπει να σημειωθεί ότι οι Αμερικάνοι και οι ντόπιοι λακέδες τους δεν θεωρούν μόνο το ισλαμικό αντάρτικο εχθρική και αποσταθεροποιητική δύναμη. Στο ίδιο στρατόπεδο, αλλά ίσως ευκολότερα διαχειρίσιμα, τοποθε-     τούν και τα αυτονομιστικά κινήματα στο βορρά και στο νότο της χώρας. Η Υεμένη έχει τεράστια στρατηγική σημασία λόγω της θέσης της στο δρόμο διακίνησης του πετρελαίου και των εκτεταμένων βόρειων συνόρων της με τη Σαουδική Αραβία. Γι αυτό και η αποκατάσταση κάποιας σταθερότητας και στοιχειώδους ασφάλειας είναι πρωταρχικής σημασίας για τα αμερικάνικα συμφέροντα στην περιοχή.
 
Σάββατο 10 Μαρτίου 2012