Τετάρτη 26 Ιουνίου 2019 | 09:32

ΔιεθνήPointer

Τυνησία

Η νίκη της εξέγερσης και ο αντίκτυπός της στον αραβικό κόσμο

Small_img_9530
Η 14η Ιανουαρίου θα μείνει αναμφίβολα στην ιστορία ως μέρα νίκης της εξέγερσης του λαού της Τυνησίας, που ανάγκασε το μισητό δικτάτορα Μπεν Αλι να εγκαταλείψει με την οικογένειά του τη χώρα, παίρνοντας μαζί του και ενάμισι τόνο χρυσό από την Κεντρική Τράπεζα της χώρας.
 
Η ανατροπή του Μπεν Αλι ήταν αποτέλεσμα του ηρωϊκού και ανυποχώρητου αγώνα του τυνησιακού λαού ενάντια στην ανεργία, τη φτώχεια, την καταπίεση και τη διαφθορά του καθεστώτος, που ανάγκασε τους Αμερικάνους, τους Γάλλους και τους λοιπούς δυτικούς προστάτες του, αλλά προφανώς και την ηγεσία του στρατού, να του δείξουν την πόρτα της εξόδου, προκειμένου να αποτρέψουν τα χειρότερα, την κλιμάκωση της εξέγερσης και την πιθανή εξάπλωσή της σε άλλες αραβικές χώρες, που αντιμετωπίζουν τα ίδια προβλήματα.
 
Είναι η πρώτη φορά που ανατρέπεται από μια λαϊκή εξέγερση ένας εδραιωμένος για δεκαετίες δυνάστης σε αραβική χώρα. Πρόκειται για μια μεγάλη νίκη, για ένα σημαντικό ιστορικό γεγονός, με μεγάλο αντίχτυπο στους αραβικούς λαούς.

Τα γεγονότα
 
Ενώ ο λαός πανηγύριζε στους δρόμους για την ανατροπή του Μπεν Αλι, οι στενοί συνεργάτες του είχαν έτοιμη τη διάδοχη λύση και την έθεσαν ταχύτατα σε εφαρμογή, με στόχο να διατηρήσουν υπό έλεγχο την κατάσταση στα πλαίσια της «συνταγματικής τάξης». Τον ανατραπέντα δικτάτορα αντικατέστησε την ίδια μέρα ο πιο στενός επί 20ετία συνεργάτης του και πρωθυπουργός από το 1999 Μοχάμεντ Γανούσι. Λίγες ώρες αργότερα,τον Γανούσι διαδέχτηκε ο πρόεδρος της βουλής Φουάντ Μεμπάζα, στον οποίο ανέθεσε το Συνταγματικό Συμβούλιο να οργανώσει νέες προεδρικές εκλογές μέσα σε 60 μέρες. Ακολούθησαν πυρετώδεις διαπραγματεύσεις στο Σαββατοκύριακο 15 – 16 Ιανουρίου για το σχηματισμό μεταβατικής κυβέρνησης «εθνικής ενότητας». Με στόχο, όπως αποδείχτηκε και από τη σύνθεσή της, να διασφαλιστεί η συνέχεια του παλιού καθεστώτος με «νέα» μορφή, με τη συμμετοχή στην κυβέρνηση εκπροσώπων της νόμιμης αντιπολίτευσης ως φύλλο συκής.
 
Μόλις έγινε γνωστό ότι μαγειρεύεται κυβέρνηση «εθνικής ενότητας», παρά την αστυνομοκρατία, χιλιάδες διαδηλωτές βγήκαν πάλι στους δρόμους της πρωτεύουσας, της Σίντι Μπουζίντ, της Κασερίν, της Σφαξ, της Μπιζέρτ και αλλού, απαιτώντας να αποκλειστούν από την κυβέρνηση άνθρωποι του καθεστώτος Μπεν Αλι και του κόμματος του, του Δημοκρατικού Συνταγματικού Συναγερμού (RCD).
 
Στις 17 Ιανουαρίου ανακοινώθηκε η σύνθεση της νέας κυβέρνησης, με πρωθυπουργό το δεξί χέρι του Μπεν Αλι Μοχάμεντ Γανούσι και υπουρ-    γούς του καθεστώτος σε όλα τα καίρια υπουργεία, Οικονομικών, Αμυνας, Εσωτερικών και Εξωτερικών. Σε πρόσωπα της αντιπολίτευσης δόθηκαν δευτερεύοντα υπουργεία και πόστα, ανάμεσα στα οποία είναι τρία μέλη της διοίκησης της Γενικής Συνομοσπονδίας Τυνήσιων Εργατών, ένας γνωστός μπλόγκερ, που είχε συλληφθεί κατά τη διάρκεια της εξέγερσης και ένας σκηνοθέτης. Το πιο σημαντικό υπουργικό πόστο που δόθηκε σε εκπρόσωπο της αντιπολίτευσης είναι το Υπουργείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, που ανέλαβε ο Ahmed Najib Chebbi, ηγέτης του «Προοδευτικού Δημοκρατικού Κόμματος», του μεγαλύτερου νόμιμου κόμματος της αντιπολίτευσης. Ο πρωθυπουργός υποσχέθηκε ότι θα απελευθερωθούν όλοι οι πολιτικοί κρατούμενοι, ότι θα ερευνηθούν όλες οι υποθέσεις διαφθοράς, ότι θα νομιμοποιηθούν τα Κομμουνιστικό και το ισλαμικό κόμμα Αλ – Νάχντα, που είχαν κηρυχτεί παράνομα από το καθεστώς, και ότι θα καταργηθεί η λογοκρισία.
 
Ομως ο κόσμος δεν τσίμπησε. Η σύνθεση της κυβέρνησης, που ήταν πρόκληση για τους εξεγερμένους και προσβολή της μνήμης των αγωνιστών που έχασαν τη ζωή τους, προκάλεσε νέα έκρηξη της λαϊκής οργής και σημαντικές πολιτικές εξελίξεις. Από τη Δευτέρα 17 Ιανουαρίου μέχρι τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, χιλιάδες άνθρωποι διαδηλώνουν στους δρόμους της Τύνιδας και άλλων πόλεων, αψηφώντας τα τανκς και τις δυνάμεις του στρατού και της αστυνομίας που έχουν αναπτυχθεί για την καταστολή των διαδηλώσεων. Με βασικό αίτημα τον αποκλεισμό των ανθρώπων του καθεστώτος από την κυβέρνηση, τη διάλυση του κόμματος του «Δημοκρατικού Συνταγματικού Συναγερμού» και την επιστροφή στη χώρα του δικτάτορα Μπεν Αλι για να δικαστεί.
 
Ο ρόλος της αντιπολίτευσης
 
Κάτω από την πίεση της λαϊκής κατακραυγής και των συνεχιζόμενων διαδηλώσεων, πολλοί εκπρόσωποι της αντιπολίτευσης στην κυβέρνηση αναγκάστηκαν να αλλάξουν ρότα.
 
Στις 18 Ιανουαρίου, μια μέρα μετά την ανακοίνωση του σχηματισμού κυβέρνησης, 3 υπουργοί προερχόμενοι από την ηγεσία της «Γενικής Συνομοσπονδίας Τυνήσιων Εργατών» αναγκάστηκαν να παραιτηθούν. Είχε προηγηθεί έκτακτη σύγκληση της διοί-κησής της, η οποία αποφάσισε να μην αναγνωρίσει τη νέα κυβέρνηση. «Η απόφαση αυτή ανταποκρίνεται στα αιτήματα του λαού που βρίσκεται στους δρόμους» δήλωσε ο εκπρόσωπός της. Φυσικά, η παραίτηση των τριών υπουργών δεν απαλλάσσει τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία από την κατηγορία ότι έτεινε χείρα συνεργασίας στους δολοφόνους του λαού και ότι χρησιμοποιήθηκε για να νομιμοποιηθεί στη λαϊκή συνείδηση μια κυβέρνηση του καθεστώτος χωρίς το μισητό δικτάτορα.
 
Ομως ο βρώμικος ρόλος της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας δεν περιορίζεται μόνο στη συμμετοχή στην κυβέρνηση. Μια βδομάδα πριν από την εκθρόνιση του Μπεν Αλι είχε συναντηθεί μαζί του και είχε καλωσορίσει τις υποσχέσεις που έδινε σε μια τελευταία απεγνωσμένη προσπάθεια να σώσει το τομάρι του. Τον ίδιο βρώμικο ρόλο έπαιξε και στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για το σχηματισμό κυβέρνησης. Στις 16 Ιανουαρίου βγήκε στην κρατική τηλεόραση για να διαχωρίσει τον εαυτό της από τις εκκλήσεις για διαδηλώσεις την επόμενη μέρα, που επρόκειτο να ανακοινωθεί η σύνθεση της νέας κυβέρνησης, και για να καλέσει τους εργαζόμενους να επιστρέψουν στη δουλειά τους και να αποκατασταθεί η ομαλότητα.
Σφοδρές αντιδράσεις έχουν εκδηλωθεί και στις γραμμές του «Προοδευτικού Δημοκρατικού Κόμματος», του μεγαλύτερου νόμιμου κόμματος της ούτως ή άλλως αποσαθρωμένης από τον Μπεν Αλι αντιπολίτευσης, ο ηγέτης του οποίου παραμένει μέχρι στιγμής στο πόστο του υπουργείου Περιφερειακής Ανάπτυξης.
 
Το μόνο κόμμα το οποίο κατήγγειλε εξαρχής τη νέα κυβέρνηση ως μανούβρα για τη διατήρηση του καθεστώτος Μπεν Αλι χωρίς τον Μπεν Αλι είναι το παράνομο «Κομμουνιστικό Κόμμα Εργατών».
 
Αντίθετα, το επίσης παράνομο ισλαμικό κόμμα «Αλ – Νάχντα» δήλωσε ότι, αν είχε προσκληθεί, θα συζητούσε τη συνεργασία για το σχηματισμό κυβέρνησης.
 
Η λαϊκή εξέγερση στην Τυνησία ήταν αυθόρμητη. Οι αστικές πολιτικές δυνάμεις δεν έπαιξαν κανένα σημαντικό ρόλο ούτε στην έκρηξη ούτε στην εξέλιξή της. Εκ των υστέρων, προσπάθησαν να αποκομίσουν πολιτικά κέρδη και, εκμεταλλευόμενες το αίμα των αγωνιστών, να πάρουν μέρος στη νομή της εξουσίας. Γι αυτό και δεν κατάφεραν μέχρι τώρα να τη χειραγωγήσουν και αναγκάζονται είτε να έρχονται σε κόντρα με το λαϊκό αίσθημα είτε να τρέχουν αγκομαχώντας πίσω από τα αιτήματα που προβάλλει.

Ο αντίχτυπος στον αραβικό κόσμο
 
Στις 19 Ιανουαρίου, ο προσωρινός πρόεδρος Φουάντ Μεμπάζα και ο πρωθυπουργός της μεταβατικής κυβέρνησης Μοχάμεντ Γανούσι ανακοίνωσαν την αποχώρησή τους από το κόμμα του «Δημοκρατικού Συνταγματικού Συναγερμού», σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να αποστασιοποιηθούν από το καθεστώς Μπεν Αλι. Την ίδια μέρα η ελβετική κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι παγώνει τις καταθέσεις στις ελβετικές τράπεζες του Μπεν Αλι και των μελών της οικογένειάς του, ενώ ο επικεφαλής του ΟΗΕ για τα ανθρώπινα δικαιώματα Navi Pillay ανακοίνωσε ότι το γραφείο του έχει την πληροφορία ότι οι νεκροί της εξέγερσης από τα πυρά των δυνάμεων καταστολής ξεπερνούν τους 100 (σύμφωνα με την κυβέρνηση οι νεκροί είναι 78 και οι τραυματίες 100) και ότι την επόμενη βδομάδα θα σταλεί ομάδα αξιωματούχων του ΟΗΕ στην Τυνησία για να ερευνήσει την κατάσταση.
 
Οι εξελίξεις είναι ραγδαίες και δεν μπορεί να προβλέψει κανείς τι θα συμβεί τις επόμενες μέρες. Ενα είναι βέβαιο. Η ανατροπή του δικτάτορα Μπεν Αλι, που είναι η πρώτη μεγάλη νίκη της λαϊκής εξέγερσης, θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε κοινωνικοπολιτικές αλλαγές, το είδος και η έκταση των οποίων εξαρτάται από την αντίδραση και την αντίσταση του λαού στις παγίδες που του στήνουν οι αστικές πολιτικές δυνάμεις.
 
Η λαϊκή εξέγερση στην Τυνησία στέλνει σημαντικά μηνύματα στους λαούς των αραβικών χωρών και έχει προκαλέσει ρίγη ανησυχίας και φόβου στους δυνάστες τους.
 
Αμφισβητεί την παντοδυναμία των σιδερόφραχτων αραβικών καθεστώτων, που διατηρούνται στην εξουσία επιβάλλοντας τη σιωπή του τρόμου στους λαούς τους.
 
Τροφοδοτεί τις κοινωνικές διεργασίες και ενθαρρύνει τα αραβικά αντιπολιτευτικά κινήματα και τους λαούς να αμφισβητήσουν και να αντιτα- χθούν πιο σθεναρά και αποφασιστικά στα καθεστώτα που τους καταδυναστεύουν.
 
Δημιουργεί προβλήματα στους σχεδιασμούς των Αμερικάνων και των λοιπών ιμπεριαλιστών στην περιοχή.
 
Η δυναμική της λαϊκής εξέγερσης στην Τυνησία αποτυπώνεται και στις αντιδράσεις των εχθρών της.
 
Ενδεικτικά, η μοναρχία της Σαουδικής Αραβίας, που πρόσφερε άσυλο στον ανατραπέντα δικτάτορα, εξέφρασε την υποστήριξή της στο λαό της Τυνησίας, που προσπαθεί να ξεπεράσει «αυτό το δύσκολο στάδιο». Ο υπουργός Εξωτερικών της Αιγύπτου δήλωσε ότι σέβεται τις επιλογές του λαού της Τυνησίας και εμπιστεύεται τη σύνεσή του για «τη σταθεροποίηση της κατάστασης και την αποφυγή κατάρρευσης της χώρας στο χάος». Ο πρόεδρος του Σουδάν δήλωσε ότι σέβεται τις επιλογές του λαού και καλωσόρισε την πολιτική αλλαγή στην Τυνησία. Είναι φανερό ότι η προσεκτική γλώσσα που χρησιμοποιούν αντανακλά την ανησυχία και το φόβο τους για το μήνυμα που στέλνει η εξέγερση του λαού της Τυνησίας στους αραβικούς λαούς.
 
Αξίζει να σημειωθεί ότι κάποιες αραβικές κυβερνήσεις αναγκάστηκαν ήδη να πάρουν κάποια μέτρα για να προλάβουν ενδεχόμενες κοινωνικές εκρήξεις. Η κυβέρνηση της Ιορδανίας, όπου το τελευταίο διάστημα έχουν γίνει μεγάλες διαδηλώσεις ενάντια στις αυξήσεις των τιμών και την ανεργία, ανακοίνωσε ένα πακέτο ύψους 125 εκατομμυρίων δολαρίων για την επιδότηση της τιμής των καυσίμων και βασικών ειδών διατροφής. Παρόμοια μέτρα πήραν και οι κυβερνήσεις του Μαρόκου και της Λιβύης. Στις 16 Ιανουαρίου, η κυβέρνηση της Συρίας ανακοίνωσε την αύξηση της επιδότησης της τιμής των καυσίμων καθώς και την αύξηση κατά 72% (έφτασε στα 33 δολάρια το μήνα) του επιδόματος του πετρελαίου θέρμανσης για τους εργαζόμενους στο δημόσιο. Η κυβέρνηση της Αιγύπτου ανακοίνωσε ότι έχει εξασφαλίσει τα απαραίτητα αποθέματα σταριού για τον εφοδιασμό της αγοράς με επιδοτούμενο ψωμί και υποσχέθηκε αυξήσεις στους μισθούς. Οι ελλείψεις ψωμιού το 2008 είχαν προκαλέσει μεγάλες διαδηλώσεις στη χώρα.

Σάββατο 22 Ιανουαρίου 2011