Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2020 | 16:09

Νεολαία-ΠαιδείαPointer

Τα Πανεπιστήμια στην καρμανιόλα της αξιολόγησης, τα κολλέγια ισότιμα με τα Πανεπιστήμια!

Το νομοσχέδιο του αίσχους

Small_img_34741
Παρά τις γενικευμένες αντιδράσεις, η Κεραμέως προχωρά ακάθεκτη στην ψήφιση του νομοσχεδίου «Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης, Ειδικοί Λογαριασμοί Κονδυλίων Ερευνας Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, Ερευνητικών και Τεχνολογικών Φορέων και άλλες διατάξεις».
 
Το νομοσχέδιο οδηγεί τα Πανεπιστήμια στην καρμανιόλα της αξιολόγησης, ενώ τα κολλέγια αναγορεύονται ουσιαστικά σε Πανεπιστήμια με το κερασάκι στην τούρτα μιας σειράς προηγούμενων ρυθμίσεων να είναι η δυνατότητα διορισμού των αποφοίτων τους στη δημόσια εκπαίδευση, χωρίς την προϋπόθεση της ακαδημαϊκής ισοτιμίας των πτυχίων που χορηγούν με τα πτυχία των ελληνικών ΑΕΙ.
 
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιτίθεται με μανία στα δημόσια ανώτατα Ιδρύματα, τα οποία συνεχώς απαξιοί και οδηγεί στο μαρασμό, την υποβάθμιση ή και την εξαφάνιση είτε με την προβοκατορολογία περί «βίας και ανομίας» είτε με ρυθμίσεις όπως αυτές που περιέχονται στο εν λόγω νομοσχέδιο, ενώ δείχνει υπερβάλοντα ζήλο και μεγάλη επιμονή στην ικανοποίηση των αιτημάτων των εμπόρων της γνώσης, καθώς οι δεσμεύσεις που έχει αναλάβει έναντι του κεφαλαίου (ντόπιου και ξένου) είναι, ως φαίνεται, πολύ ισχυρές.
 

Το νομοσχέδιο

 
Αναλυτικά για το νομοσχέδιο έχουμε γράψει στην Κόντρα, αρ. φύλ. 1032. Εδώ θυμίζουμε τα βασικά σημεία.
 
Η Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης, που αντικαθιστά την ΑΔΙΠ με αυξημένες αρμοδιότητες, είναι στην ουσία το μακρύ χέρι του υπουργείου στα Πανεπιστήμια, τα οποία στην κυριολεξία ελέγχει και τρομοκρατεί. Η υπαιτιότητα κάθε μέτρου που θα προκαλεί αντιδράσεις θα φορτώνεται στην Εθνική Αρχή και το υπουργείο Παιδείας και η κυβέρνηση θα απαλλάσσονται του εγκλήματος.
 
Το περίφημο «αυτοδιοίκητο» πετιέται κυριολεκτικά στα σκουπίδια. Μηχανισμοί εσωτερικής και εξωτερικής αξιολόγησης κρίνουν με βάση την προσαρμοστικότητα των Ιδρυμάτων στα κριτήρια αξιολόγησης και πιστοποίησης που ισχύουν στον Ευρωπαϊκό Χώρο Ανώτατης Εκπαίδευσης, όπου τη στρατηγική χαράσσει το κεφάλαιο των ιμπεριαλιστικών κρατών, σύμφωνα με τις «αναπτυξιακές» πολιτικές που επιλέγει κάθε φορά να υπηρετήσει, στο έδαφος του σκληρού ανταγωνισμού για την ανάπτυξη της κερδοφορίας και την κατάχτηση αγορών.
 
Η Αρχή έχει το δικαίωμα να αποφασίζει τη συγχώνευση και κατάργηση Τμημάτων-Σχολών-Πανεπιστημίων, ενώ τα πανεπιστημιακά ιδρύματα αγωνιούν να εξασφαλίσουν τα κριτήρια ύπαρξης και λειτουργίας τους.
 
Το Ανώτατο Συμβούλιο της Αρχής  χαράζει την εθνική στρατηγική για την ανώτατη εκπαίδευση, καταρτίζει τις προγραμματικές συμφωνίες του υπουργείου Παιδείας με τα ΑΕΙ (είναι δεσμευτικές και αφορούν ιδίως την ιδιαίτερη φυσιογνωμία και αποστολή του ΑΕΙ, τη θέση του στον ελληνικό, ευρωπαϊκό και διεθνή χώρο, το συντονισμό των ακαδημαϊκών, εκπαιδευτικών και ερευνητικών δραστηριοτήτων του με τις αντίστοιχες εξελίξεις σε ιδρύματα του εξωτερικού και ιδιαίτερα με τις εξελίξεις και τις προοπτικές στον Ευρωπαϊκό Χώρο Ανώτατης Εκπαίδευσης και Ερευνας), αποφασίζει τις καταργήσεις-συγχωνεύσεις, μετονομασίες και διατυπώνει προτάσεις για τη «διεθνοποίηση των ΑΕΙ».
 
Το Ανώτατο Συμβούλιο της Αρχής εισηγείται την κατανομή του ετήσιου συνολικού προϋπολογισμού επιχορηγήσεων στα ΑΕΙ, και την ολική ή μερική αναστολή της χρηματοδότησης ενός ΑΕΙ αν δεν παρέχει εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος το απαιτούμενο υλικό πληροφόρησης και την απαραίτητη τεκμηρίωση για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της Αρχής.
 
Το Συμβούλιο Αξιολόγησης και Πιστοποίησης (ΣΑΠ) της Αρχής αξιολογεί τα ΑΕΙ και πιστοποιεί εάν πληρούν τα κριτήρια οργάνωσης προγραμμάτων σπουδών πρώτου, δεύτερου και τρίτου κύκλου.
 
Επίσης, διενεργεί θεματικές αξιολογήσεις  (π.χ. στρατηγική διεθνοποίησης, απορρόφηση των αποφοίτων στην αγορά εργασίας, διασφάλιση του ακαδημαϊκού περιβάλλοντος, ανάπτυξη προγραμμάτων ηλεκτρονικής μάθησης και δια βίου μάθησης, κ.λπ.). Δηλαδή, τα ΑΕΙ δεν κρίνονται από το αν η ανάπτυξη μιας επιστήμης ωφελεί τον άνθρωπο και τις ανάγκες του, αλλά αν ανταποκρίνονται στην «αναπτυξιακή» πολιτική του κεφαλαίου τη δεδομένη στιγμή (απορρόφηση αποφοίτων από την αγορά εργασίας), αν δραστηριοποιούνται σε προγράμματα κατάρτισης και διά βίου μάθησης, που αποφέρουν πρόσθετη χρηματοδότηση και βοηθούν το αστικό κράτος να συγκαλύπτει την ανεργία και να εξαπατά τους άνεργους με φρούδες ελπίδες, αν έχουν «στρατηγική διεθνοποίησης» που θα αποφέρει φοιτητές-πελάτες και θα εξασφαλίσει πρόσθετη χρηματοδότηση από τα δίδακτρα.
 
Η πιστοποίηση είναι διαδικασία εξωτερικής αξιολόγησης (ράμπο). Βασίζεται σε κριτήρια, μεταξύ των οποίων τα μαθησιακά αποτελέσματα (αριθμός «ενεργών» φοιτητών και «αιωνίων» αντιστοίχως), τα επιδιωκόμενα προσόντα και η ζήτησή τους στην αγορά εργασίας, η ποιότητα και αποτελεσματικότητα του διδακτικού έργου, (τα ΑΕΙ παραρτήματα των καπιταλιστικών επιχειρήσεων).
 
Η απόφαση πιστοποίησης που θα εκδώσει το ΣΑΠ  μπορεί να είναι θετική, θετική υπό όρους ή αρνητική. Αν εκδοθεί αρνητική απόφαση πιστοποίησης ΑΕΙ ή ακαδημαϊκής μονάδας για την οργάνωση σπουδών και των τριών κύκλων σπουδών μπορεί να υπάρξει αναδιάρθρωση, συγχώνευση, κατάτμηση ή κατάργηση του ΑΕΙ ή της ακαδημαϊκής μονάδας.
 
Αν εκδοθεί αρνητική απόφαση πιστοποίησης προγράμματος σπουδών ή εσωτερικού συστήματος διασφάλισης ποιότητας, ο υπουργός Παιδείας μπορεί να περιορίσει τη χρηματοδότηση του ΑΕΙ και την εισαγωγή νέων φοιτητών στο πρόγραμμα σπουδών.
 
Σημαντικότατη ρύθμιση του νομοσχεδίου, που έχει ξεσηκώσει θύελλα διαμαρτυριών, είναι ο τρόπος καταβολής της έτσι κι αλλιώς ευτελέστατης χρηματοδότησης των Πανεπιστημίων.
 
Το 80% της τακτικής χρηματοδότησης κατανέμεται σύμφωνα με «αντικειμενικά» κριτήρια (π.χ. ο συνολικός αριθμός των εγγεγραμμένων φοιτητών ανά πρόγραμμα σπουδών, το εκτιμώμενο ετήσιο κόστος σπουδών ανά φοιτητή για κάθε πρόγραμμα σπουδών, η διάρκεια των προγραμμάτων σπουδών, το μέγεθος και η γεωγραφική διασπορά του ιδρύματος) για τα  τελείως απαραίτητα (φως νερό τηλέφωνο).
 
Το υπόλοιπο 20% κατανέμεται με βάση «ενδεικτικούς δείκτες ποιότητας και επιτευγμάτων». Τίθεται, δηλαδή, υπό την αίρεση της αξιολόγησης.
 
Τέτοιοι δείκτες είναι: Η πορεία επαγγελματικής απορρόφησης των αποφοίτων. Ο αριθμός μελών του επιστημονικού προσωπικού που επιτυγχάνουν χρηματοδότηση από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Ερευνας. Ο αριθμός Κέντρων Αριστείας. Ο αριθμός διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού που κατέχει θέσεις στα κεντρικά όργανα διοίκησης διεθνών ακαδημαϊκών ή ερευνητικών οργανισμών ή διεθνών επιστημονικών εταιριών. Ο αριθμός δημοσιεύσεων ανά καθηγητή. Ο αριθμός ανά καθηγητή απλών συμμετοχών σε διεθνή ανταγωνιστικά προγράμματα έρευνας της Ευρωπαϊκής Ενωσης και άλλων διεθνών οργανισμών και ο αριθμός ανά καθηγητή συμμετοχών με συντονιστικό ρόλο σε ανταγωνιστικά προγράμματα έρευνας της Ευρωπαϊκής Ενωσης και άλλων διεθνών οργανισμών. Η διεθνοποίηση, όπως π.χ. ο αριθμός των αλλοδαπών φοιτητών σε αναλογία με το συνολικό αριθμό εγγεγραμμένων φοιτητών, των φοιτητών που φοιτούν στο ίδρυμα μέσω των ευρωπαϊκών και διεθνών εκπαιδευτικών προγραμμάτων, των φοιτητών που φοιτούν στο εξωτερικό μέσω ευρωπαϊκών και διεθνών εκπαιδευτικών προγραμμάτων, καθώς και ο αριθμός συμφωνιών συνεργασίας με άλλα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Ελλάδας ή του εξωτερικού.
 
Γίνεται, λοιπόν, φανερό ότι οι δείκτες «ποιότητας» που αναφέρονται στο μοντέλο αξιολόγησης είναι αυτοί που καθορίζουν τις διεθνείς λίστες κατάταξης των Πανεπιστημίων με όρους σκληρής ανταγωνιστικότητας.
 

Τα κολλέγια

 
Τη στιγμή που η κυβέρνηση των τεχνοκρατών, των «αρίστων» (με ανύπαρκτα πτυχία ή πτυχία «μαϊμού»), των υπουργών χωρίς καν τη στοιχειώδη οπτική της αστικής πολιτικής, αλλά με συμπεριφορά «ανθρώπων του σωλήνα», απαιτεί
 
♦ Από τα ελληνικά δημόσια Πανεπιστήμια να ανταποκρίνονται σε ένα αδυσώπητο σύστημα αξιολόγησης, με κίνδυνο ανά πάσα στιγμή να καρατομηθούν
 
♦ Από την ελληνική νεολαία να υφίσταται ένα διαρκές μαρτύριο αξιολογήσεων, που της στερεί τη χαρά της εφηβείας, με συνεχείς εξετάσεις, το οποίο μάλιστα θέλει να το ενισχύσει επιπλέον (επαναφορά βάσης του 10, εξετάσεις με Τράπεζα Θεμάτων για όλες τις τάξεις του Λυκείου, συμμετοχή του βαθμού του απολυτήριου στο βαθμό εισαγωγής στα Πανεπιστήμια, μείωση αριθμού εισακτέων, κ.λπ.)
 
♦ Από τα εργαζόμενα νοικοκυριά να υφίστανται οικονομική εξάντληση των ήδη πενιχρών οικογενειακών προϋπολογισμών, προκειμένου να ανταποκριθούν στις μορφωτικές απαιτήσεις των παιδιών τους (φροντιστήρια, ιδιαίτερα, κ.λπ.), που καλλιεργεί το σκληρό και ανταγωνιστικό εκπαιδευτικό σύστημα.
 
Την ίδια στιγμή κάνει σημαία και υλοποιεί το όποιος έχει την οικονομική δυνατότητα μπορεί να αποκτήσει (κυριολεκτικά «να αγοράσει») πτυχία, χωρίς αξιολόγηση, χωρίς κόπους, αγωνίες, εξετάσεις και ξενύχτια, μέσω της φοίτησης σε κολλέγια, τα οποία έχουν συνάψει συμφωνίες δικαιόχρησης με ξένα πανεπιστήμια και τα «πτυχία» και τους «τίτλους σπουδών» απονέμουν τα ξένα ιδρύματα, με τα οποία είναι συμβεβλημένα τα εν λόγω «μαγαζιά» των εμπόρων γνώσης και ελπίδων.
 
Εχει προηγηθεί η Μπολόνια, η ενσωμάτωση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2005/36 με το ΠΔ 38/2010, ο αντιδραστικός διαχωρισμός της ακαδημαϊκής ισοτιμίας (ΔΟΑΤΑΠ) από τα επαγγελματικά προσόντα (ΣΑΕΠ). Ακολούθησαν ρυθμίσεις τόσο από τους συριζαίους, όσο και από την Κεραμέως στην κατεύθυνση άρσης των περιορισμών που δυσχεραίνουν την απόκτηση των επαγγελματικών προσόντων και της επαγγελματικής ισοτιμίας (αναλυτικά στην Κόντρα, αρ. φύλ. 1035).
 
Το νομοσχέδιο κάνει ένα παραπέρα βήμα στην ανωτατοποίηση των κολλεγίων. Παρέχει στους αποφοίτους των πανεπιστημίων της αλλοδαπής -δηλαδή στους αποφοίτους των κολλεγίων- το δικαίωμα να συμμετέχουν στους διαγωνισμούς του ΑΣΕΠ για την πρόσληψη στη δημόσια εκπαίδευση, χωρίς καν αξιολόγηση της ακαδημαϊκής ισοτιμίας των πτυχίων τους με τα πτυχία των ελληνικών ΑΕΙ. Αρκεί να κατέχουν αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων βάσει της Οδηγίας 2005/36/ΕΚ ή να κατέχουν αναγνώριση επαγγελματικής ισοδυναμίας τίτλου σπουδών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με συναφή τίτλο σπουδών για κλάδο εκπαιδευτικού.
 
Στη σχετική ανακοίνωση του υπουργείου Παιδείας «επισημαίνεται ότι δικαίωμα συμμετοχής, για πρόσληψη ή διορισμό ως εκπαιδευτικοί, έχουν κάτοχοι τίτλου σπουδών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αναγνωρισμένων πανεπιστημίων του εξωτερικού ανεξάρτητα από τον τόπο φοίτησης».
 
Κοντολογίς, με μια διαρκή σκυταλοδρομία μεταξύ των κυβερνήσεων κατεδαφίζεται πέτρα-πέτρα το άρθρο 16 του Συντάγματος, μιας και δεν μπόρεσε να καταργηθεί ούτε στην πρόσφατη αναθεώρηση, αφού συναντά πάντα τη σθεναρή αντίσταση φοιτητών και εκπαιδευτικών και προσκρούει στην πεποίθηση της εργαζόμενης κοινωνίας για δημόσια και δωρεάν Παιδεία.
 

Οι αντιδράσεις

 
Οι διατάξεις ειδικά για τη χρηματοδότηση των Πανεπιστημίων υπό την αίρεση της αξιολόγησης και για τα κολλέγια συνάντησαν τις σφοδρές αντιδράσεις της εκπαιδευτικής κοινότητας.
 
Παραθέτουμε μερικές:
 
ΔΟΕ: «Η κυβέρνηση (με το άρθρο 50 του υπό ψήφιση νομοσχεδίου και σε συνέχεια ανάλογων νομοθετικών ρυθμίσεων προηγούμενων ετών και κυρίως του ν.4635/ 30-10-2019 ‘’Επενδύω στην Ελλάδα και άλλες διατάξεις’’), με πρόσχημα την ανάγκη προσαρμογής της Ελλάδας στην κοινοτική οδηγία 2005/36 (με επιλεκτική ευαισθησία ως προς την προσαρμογή στο κοινοτικό δίκαιο, αφού δεν την επιδεικνύει και για την οδηγία 70 του 1999 που θα οδηγούσε σε εξίσωση δικαιωμάτων μονίμων-αναπληρωτών και θα άνοιγε την πόρτα στην πραγματοποίηση όλων των διορισμών μόνιμων εκπαιδευτικών που έχει ανάγκη η εκπαίδευση) προχωρά στην ολέθρια για τη δημόσια εκπαίδευση κίνηση υποβάθμισης του κύρους των πανεπιστημιακών πτυχίων και την εξίσωσή τους με τους τίτλους κολλεγίων... Η εξίσωση αυτή των τίτλων των κολλεγίων με τους τίτλους Ανώτατης Εκπαίδευσης δεν αποτελεί υποχρέωση προσαρμογής της Ελλάδας στην κοινοτική οδηγία, αφού η σχετική ειδοποιητική επιστολή της Ε.Ε. αναφέρεται κυρίως στις χρονοβόρες διαδικασίες του ΔΟΑΤΑΠ,  αλλά πολιτική απόφαση που εκχωρεί σημαντικό κομμάτι των αρμοδιοτήτων της χώρας που ουδέποτε εκχωρήθηκαν ούτε καν με τη συνθήκη της Λισσαβόνας».
 
ΟΛΜΕ: «Στα βήματα προηγούμενων αντιεκπαιδευτικών μέτρων, τα πτυχία των ιδιωτικών κολλεγίων, που με τον ν.4635/30.10.2019 διαθέτουν πλέον επαγγελματική ισοτιμία με τα πτυχία των ελληνικών ΑΕΙ, θα θεωρούνται και τυπικό προσόν μόνιμου διορισμού και πρόσληψης αναπληρωτών. Η κυβέρνηση  παρακάμπτει πλαγίως το άρθρο 16 που δεν μπορεί να αλλάξει με συνταγματική αναθεώρηση.
 
Η ΝΔ αλλάζει τον καταστατικό χάρτη της εκπαίδευσης για να αποδώσει νέο πεδίο κερδοσκοπίας στην αγορά. Ενισχύει την ιδιωτική εκπαίδευση, επιχειρηματίες και σχολάρχες, εμπορευματοποιεί τα πτυχία, κατασυκοφαντεί κι επιτίθεται ποικιλοτρόπως στη δημόσια εκπαίδευση και με κάθε ευκαιρία. Η χρηματοδότησή της μειώνεται στον προϋπολογισμό του 2020, σχολεία παραμένουν χωρίς εκπαιδευτικούς και φαντάροι διδάσκουν πληροφορική στην Κάσο».
 
Σύνοδος Πρυτάνεων: «Σχετικά με τις διατάξεις για τη χρηματοδότηση των Ιδρυμάτων, όπως προβλέπονται στο άρθρο 16, επισημαίνουμε ότι η τακτική χρηματοδότηση οφείλει να καλύπτει πλήρως τις λειτουργικές δαπάνες των Πανεπιστημίων και θεωρούμε, ότι δεν είναι ορθή η σύνδεση μέρους (20%) της τακτικής χρηματοδότησης με την επίτευξη στόχων. Η πρόβλεψη αυτή έρχεται σε αντίθεση με τη συνταγματική υποχρέωση της Πολιτείας να χρηματοδοτεί επαρκώς τη δημόσια Ανώτατη Εκπαίδευση».
 
Σύγκλητος ΕΜΠ: «Η επαγγελματική εξίσωση των αποφοίτων των κολλεγίων με τους αποφοίτους δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης υποβαθμίζει περαιτέρω τη δημόσια εκπαίδευση, οξύνει το πρόβλημα της ανεργίας των αποφοίτων των πανεπιστημίων και εμπορευματοποιεί ένα κοινωνικό αγαθό αίροντας στην πράξη το άρθρο 16 του Συντάγματος» Για τη σύνδεση χρηματοδότησης των πανεπιστημίων με την αξιολόγησή τους, η Σύγκλητος αναφέρει: «Μια τέτοια λογική παρουσιάζει σημαντικά προβλήματα όσον αφορά στα κριτήρια αξιολόγησης και οδηγεί στον ανταγωνισμό των Ιδρυμάτων». «Οδηγεί δε σε περικοπές, σε ένα ήδη ασφυκτικό κλίμα εξαιτίας των μειώσεων των προϋπολογισμών τα τελευταία χρόνια και της υποστελέχωσης των πανεπιστημίων».
 
♦ Οι διατάξεις για την αξιολόγηση των ΑΕΙ και τα κολλέγια έβγαλαν στους δρόμους φοιτητές και εκπαιδευτικούς.
 
ΥΓ1: Αφού έβαλε το χεράκι του, ως κυβέρνηση, στην ανωτατοποίηση των κολλεγίων, ο ΣΥΡΙΖΑ υπέβαλε αίτημα ονομαστικής ψηφοφορίας στη Βουλή για τα  κολλέγια, τη χρηματοδότηση των ΑΕΙ και την αναστολή λειτουργίας των 37 νέων πανεπιστημιακών τμημάτων.
 
ΥΓ2: Επικαλούμενη λόγους «δημοσίου συμφέροντος» (!), λες και πρόκειται για κάποιο απόρρητο έγγραφο, η Κεραμέως αρνήθηκε να δημοσιοποιήσει την αιτιολογημένη «γνώμη» 4061 της Κομισιόν, όπως της ζητά η αντιπολίτευση,  την οποία επικαλείται για να προωθήσει τη ρύθμιση για τα κολλέγια. Αποδεικνύει έτσι τον πανικό της και ότι η ρύθμιση είναι καθαρά προϊόν πολιτικής απόφασης και όχι παραγγελία της ΕΕ.
 
Σημειώνουμε ότι σύμφωνα με τα επίσημα κείμενα της ΕΕ («Μορφές δικαίου της ΕΕ») ... «Η ‘’γνώμη’’ είναι ένα εργαλείο που επιτρέπει στα θεσμικά όργανα της ΕΕ να διατυπώνουν την άποψή τους, χωρίς να επιβάλλουν νομικές υποχρεώσεις σχετικά με το αντικείμενο της γνωμοδότησης. Οι γνώμες δεν έχουν δεσμευτική ισχύ».
 
Γιούλα Γκεσούλη
 
 
 
 
 
 
 
Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2020