Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2019 | 02:50

ZOOMPointer

Αντεπαναστατικός κρετινισμός

 
Ο ρήτορας πήρε μια βαθιά ανάσα και κάρφωσε το ακροατήριό του με το κρίσιμο ερώτημα: «Σκεφτείτε: Εάν το ΚΚΕ είχε 15% θα μπορούσαν να περάσουν αλήθεια τα μνημόνια, τα άλλα αντιλαϊκά αντεργατικά μέτρα;». Τους κοίταξε με νόημα και έδωσε απνευστί λύση στην αγωνία τους: «Σε καμιά περίπτωση»! Επρεπε να φτάσουμε στην τελευταία προεκλογική εβδομάδα των βουλευτικών εκλογών του 2019, για ν' ακούσουμε κάτι που δεν το είχαμε ξανακούσει κατά τη δεκαετία των Μνημονίων. Οτι τα Μνημόνια δε θα περνούσαν αν ο Περισσός είχε ένα εκλογικό ποσοστό της τάξης του 15%. Καμιά σαρανταπενταριά βουλευτές, δηλαδή.
 
Ο γραμματέας του Περισσού είναι ο ρήτορας και τη ρητορική ερωταπάντηση την εκφώνησε στην κεντρική προεκλογική συγκέντρωση της Θεσσαλονίκης. Πρόκειται ασφαλώς για ένα ψηφοθηρικό εφεύρημα, σε μια περίοδο που ο Περισσός «πιέζεται» ακόμα και από το μόρφωμα του τυχοδιώκτη Μπαρουφάκη και κινδυνεύει, όχι μόνο να μην επαναπατρίσει κάποιες από τις ψήφους που είχαν πάει στον ΣΥΡΙΖΑ από το 2012 και μετά, αλλά να χάσει περαιτέρω εκλογική δύναμη. Γεγονός που θα τροφοδοτούσε μια εσωκομματική γκρίνια για την τακτική, κυρίως από τους «φλωρακικούς», οι οποίοι εδώ και χρόνια μιλούν για την ανάγκη «ανοιγμάτων» στην πολιτική του κόμματός τους. Οταν ο ΣΥΡΙΖΑ ανέβαινε εκλογικά, η ηγεσία του Περισσού εύρισκε σχετικά εύκολα την εξήγηση στον αδίστακτο οπορτουνισμό των συριζαίων που χαϊδεύουν τ' αυτιά των ψηφοφόρων, τάζοντάς τους διάφορα και παίζοντας επιδέξια με τη γοητεία του «ρεαλισμού». Τώρα, που ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ξεφτίσει και βρίσκεται σε τροχιά πτώσης, θα έχουν δυσκολία να εξηγήσουν τη μη ενίσχυση του Περισσού. Συνέβη ήδη στις ευρωεκλογές και αναμένεται να συμβεί και αύριο στις βουλευτικές.
 
Ομως, αυτό το επιχείρημα («αν είχαμε 15%, δεν υπήρχε περίπτωση να περάσουν τα Μνημόνια»), πέρα από την ψηφοθηρική στόχευσή του (αλλά και εξαιτίας αυτής της στόχευσης) μας οδηγεί κατευθείαν στον πυρήνα της προγραμματικής αντίληψης του Περισσού. Μπορεί στα ντοκουμέντα που ψηφίζουν στα συνέδρια και αραχνιάζουν στα ράφια των κομματικών βιβλιοθηκών να έχουν βάλει άφθονο επαναστατικό βερμπαλισμό (κάτι που ήταν αναγκαίο από τις αρχές της δεκαετίας του '90 και μετά, όταν αναπτύχθηκε η μεγάλη εσωκομματική σύγκρουση και οι «παραδοσιακοί» -μετά τη νίκη τους επί των «ανανεωτών»- είχαν ανάγκη να σκαρώσουν ένα αφήγημα που θα τους επέτρεπε να ανασυγκροτηθούν κομματικά), όμως η πολιτική πρακτική είναι αυτή που επιβεβαιώνει (ή ξεβρακώνει) κάθε προγραμματικό ντοκουμέντο, αποδεικνύοντας αν πρόκειται όντως για προγραμματικό μπούσουλα ή αν είναι σκέτο αφήγημα (παραμύθι δηλαδή).
 
Πέρα από οποιαδήποτε ερμηνεία (θα δούμε τις πιθανότερες παρακάτω), εκείνο που καταρχήν πρέπει να εντοπιστεί είναι πως ο Περισσός τοποθετεί τις δυνατότητες αντιμετώπισης μιας αντεργατικής-αντιλαϊκής πολιτικής στο πεδίο των κοινοβουλευτικών συσχετισμών, στο πεδίο του κοινοβουλευτικού αγώνα.
 
Τι ακριβώς εννοεί ο… ποιητής, όταν λέει ότι με 15% στον Περισσό δεν υπήρχε περίπτωση (αυτό θυμίζει λίγο το «ούτε μία στο εκατομμύριο» που αρέσκεται να λέει ο Τσίπρας, για να δώσει -διά της σιγουριάς- βάρος στις κάλπικες υποσχέσεις του) να περάσουν τα Μνημόνια; Οτι γύρω από τους 45 βουλευτές του Περισσού θα δημιουργούνταν μια αντιμνημονιακή κοινοβουλευτική πλειοψηφία; Αν τα έλεγε αυτά το 2012-2015, μπορεί και να είχαν πέραση σε κάποιους. Ομως το 2019 είναι σκέτα φληναφήματα. Γιατί γνωρίζουμε πλέον ότι τον Ιούλη του 2015 ο ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκε χωρίς κοινοβουλευτική πλειοψηφία, καθώς 25 βουλευτές του διαφώνησαν με το τρίτο Μνημόνιο. Και τότε τρία αστικά κόμματα, ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και Ποτάμι έσπευσαν να στηρίξουν την καταρρέουσα κυβέρνηση Τσίπρα, ψηφίζοντας από κοινού με την κυβερνώσα μειοψηφία το τρίτο Μνημόνιο και τους πρώτους εφαρμοστικούς του νόμους. Οι πιο χυδαίοι και επιθετικοί βουλευτές της αντιπολίτευσης πρωτοστατούσαν τότε σε χυδαιολογίες ενάντια στους διαφωνούντες του ΣΥΡΙΖΑ και στην Κωνσταντοπούλου που έκανε προεδρικά κορδελάκια, ζητώντας οι κοινοβουλευτικές διαδικασίες να γίνουν με εντελώς συνοπτικό τρόπο.
 
Ποιος δε θυμάται ότι τότε το σύστημα δεν κλυδωνίστηκε καθόλου, μολονότι ο Τσίπρας είχε χάσει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Μάλιστα, τα τρία άλλα μνημονιακά κόμματα ζητούσαν να πορευτεί επί μακρόν η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ ως κυβέρνηση μειοψηφίας, με δική τους ανοχή/στήριξη, αλλά ο Τσίπρας τους την έφερε και πήγε αμέσως σε εκλογές, αιφνιδιάζοντάς τους, δείχνοντας ότι δεν έχει μπέσα.
 
Γιατί, λοιπόν, οι 45 βουλευτές του Περισσού θα μπορούσαν -σε οποιαδήποτε φάση της μνημονιακής περιόδου- να πετύχουν αυτό που δεν πέτυχαν οι 40 βουλευτές (15 του Περισσού και 25 των αντιμνημονιακών του ΣΥΡΙΖΑ) τον Ιούλη-Αύγουστο του 2015;
 
Δεν έτυχε να συζητήσουμε την Κουτσούμπειο παπάρα με κάποιο μέλος ή οπαδό του Περισσού, είμαστε όμως σίγουροι πως αν συζητήσουμε με κάποιον «κωλοπετσωμένο» (υπάρχουν αρκετοί τέτοιοι), θα μας αντιγύριζε αμέσως ότι ο Κουτσούμπας εννοούσε πως αν είχε 15%, ο Περισσός θα ήταν ένα πολύ πιο ισχυρό κόμμα που θα μπορούσε να δώσει αποτελεσματικούς εξωκοινοβουλευτικούς αγώνες.
 
Καταρχάς, ο Κουτσούμπας δεν είπε κάτι τέτοιο. Ούτε το υπονόησε. Το target group στο οποίο απευθυνόταν δεν ήταν το κομματικό ακροατήριο της συγκέντρωσης, αλλά το ακροατήριο που τον άκουγε από την τηλεόραση ή θα διάβαζε την άλλη μέρα αποσπάσματα από την ομιλία του. Δεν ήταν το ακροατήριο των αγώνων, αλλά το ακροατήριο της κάλπης. Και η απεύθυνσή του σ' αυτό το ακροατήριο είχε όλη την καλπιά της ψηφοθηρίας και την κουτοπονηριά της ανάθεσης. «Δώστε μας μεγαλύτερη κοινοβουλευτική δύναμη κι εμείς δε θα σας προδώσουμε, θα τιμήσουμε τη δύναμη που θα μας δώσετε», ήταν το μήνυμα που θέλησε να περάσει ο Κουτσούμπας. Με απλά λόγια, εσείς ψηφίζετε, εμείς σας εκπροσωπούμε. Τα υπόλοιπα, αυτά που λέγονται σε και από και μέλη και στενούς οπαδούς, είναι για παραμύθιασμα ή για αυτοπαραμύθιασμα (υπάρχει κι αυτό σε κάποιους που θέλουν να ησυχάσουν τη συνείδησή τους).
 
Αλλά, κι αν κάνουμε την υπόθεση εργασίας ότι ο Κουτσούμπας αναφερόταν στην κοινοβουλευτική ενίσχυση του Περισσού, σε αρμονία με την εξωκοινοβουλευτική του ενίσχυση, ώστε να αλλάξει τη φορά των πραγμάτων, πώς ακριβώς θα άλλαζε τη φορά των πραγμάτων;
 
Τα έντυπα της αστικής τάξης δε χαλάνε τζάμπα το μελάνι τους επαινώντας τον Περισσό για την υπευθυνότητά του και για την «καλή οργάνωση» των διαδηλώσεών του, που έχει ως αποτέλεσμα ποτέ να μη φτάνουν σε σύγκρουση με την αστυνομία. Από τα πρώτα χρόνια μετά την πτώση της χούντας, το συγκεκριμένο κόμμα έδωσε πολλές φορές τις εξετάσεις του στο σύστημα και πάντοτε με επιτυχία. Λειτούργησε ως τροχοπέδη του εργατικού, νεολαιίστικου και λαϊκού ριζοσπαστισμού και ως μηχανισμός συκοφάντησης κάθε κινητοποίησης που ξέφευγε από τα όρια της αστικής νομιμότητας και δημιουργούσε όρους σύγκρουσης στο δρόμο με τις δυνάμεις καταστολής και ενδεχομένως πολιτικής κρίσης. Ανέκδοτο είχε γίνει η «ανωριμότητα των συνθηκών», που επικαλούνταν ο Περισσός για να εμποδίσει τη συμμετοχή των δυνάμεών του σε ριζοσπαστικούς αγώνες και για να συκοφαντήσει αυτούς που έπαιρναν μέρος.
 
Οι «τριακόσιοι προβοκάτορες του Ρουφογάλη και της ΚΥΠ», που κατά την «Πανσπουδαστική» Νο 8 είχαν μπει στο Πολυτεχνείο τον Νοέμβρη του 1973, δεν ήταν ένα… στιγμιαίο λάθος. Ηταν απότοκο μιας λογικής που συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια μέχρι και σήμερα. Ηταν η λογική της υποταγής στην αστική νομιμότητα, της μη σύγκρουσης, του κοινοβουλευτικού δρόμου προς το σοσιαλισμό, της ρεβιζιονιστικής αντεπαναστατικής σαβούρας που κυριάρχησε στο άλλοτε επαναστατικό κομμουνιστικό κίνημα από τα μέσα της δεκαετίας του 1950. Τι να πρωτοθυμηθούμε; Τις συγκρούσεις ογκωδών εργατικών διαδηλώσεων με τα ΜΑΤ , το 1975 και το 1976, που τις βάφτιζαν έργο προβοκατόρων; Την αντίθεσή τους στο τεράστιο (και νικηφόρο τελικά, αφού ανάηκασε τον Καραμανλή να πάρει πίσω ψηφισμένο από τη Βουλή νόμο) κίνημα των φοιτητικών καταλήψεων στα τέλη της δεκαετίας του 1970; Την άρνησή τους να συμμετάσχουν στον νεολαιίστικο ξεσηκωμό τον Δεκέμβρη του 2008, μετά τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου και την κατασυκοφάντηση της βίαιας πλευράς αυτού του ξεσηκωμού; Την πλήρη απουσία τους από το κίνημα των «αγανακτισμένων» του 2011 και την εγκατάλειψή του στα χέρια των συριζαίων; Την περιφρούρηση της Βουλής από ενδεχόμενο «ντου» διαδηλωτών;
 
Πώς λοιπόν θα εμπόδιζαν το πέρασμα των Μνημονίων, αν είχαν 15%; Θα οργάνωναν βίαιο ανατρεπτικό κίνημα στους δρόμους; Δεν τολμούν ούτε σε διακηρυκτικό επίπεδο να το πουν. Γι' αυτό και το επιχείρημά τους δεν είναι παρά ένα αισχρό ψηφοθηρικό επιχείρημα.
 
Πέτρος Γιώτης
Σάββατο 06 Ιουλίου 2019