Κυριακή 16 Ιουνίου 2019 | 16:25

ZOOMPointer

Τα «τρελά» του κοινοβουλευτικού κρετινισμού

Ο Περισσός έχασε τέσσερις από τους πέντε δήμους που είχε (Καισαριανή, Πετρούπολη, Χαϊδάρι, Ικαρία) και κέρδισε -με μεγάλη διαφορά- τον μεγαλύτερο από τους πέντε (Πάτρα). Αν πάρουμε αυτολεξεί τα όσα ισχυρίζονταν προεκλογικά τα στελέχη αυτού του κόμματος με καμάρι, ότι δηλαδή οι δικοί του υποψήφιοι δεν κρύβονται («δεν φοράνε φούμο» ήταν μια εύστοχη ατάκα που ακούσαμε), αλλά δηλώνουν ανοιχτά τη σχέση τους με το κόμμα, σε τι συμπέρασμα πρέπει να καταλήξουμε; Οτι το κόμμα αποδοκιμάστηκε σε Καισαριανή, Πετρούπολη, Χαϊδάρι και Ικαρία και επιδοκιμάστηκε στην Πάτρα. Αλλιώς, θα πρέπει να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι στην Πάτρα επιδοκιμάστηκε ο Πελετίδης και στους άλλους τέσσερις δήμους αποδοκιμάστηκαν οι δήμαρχοι του Περισσού, επειδή δεν τα κατάφεραν.

Στην πραγματικότητα, δεν ισχύει ούτε το ένα ούτε το άλλο. Μπορεί οι υποψήφιοι του Περισσού όντως να μην έκρυψαν τη σχέση τους με το κόμμα τους, μπορεί το κόμμα να έκανε ανοιχτή προεκλογική εκστρατεία υπέρ τους, με τον ίδιο τον Κουτσούμπα να εμφανίζεται στους συγκεκριμένους δήμους, όμως οι ψήφοι που πήραν δεν ήταν ψήφοι υπέρ του κόμματος. Απόδειξη γι' αυτό είναι η σύγκριση των πσοσοστών που πήρε ο Περισσός στους συγκεκριμένους δήμους στις ευρωεκλογές και στις περιφερειακές εκλογές, που ήταν συντριπτικά χαμηλότεροι μ' αυτά που πήραν οι υποψήφιοι δήμαρχοί του (ακόμα και αυτοί που έχασαν στο δεύτερο γύρο).

Αν θέλουμε να είμαστε διεισδυτικοί, θα πρέπει να πάμε στο κριτήριο με το οποίο ψήφισε η μεγάλη πλειοψηφία σε δήμους και περιφέρειες. Ειδικότερα στους δήμους, όπου τα κριτήρια είναι πολύ αποδυναμωμένα από πολιτική άποψη. Κριτήριο της ψήφου για τη μεγάλη πλειοψηφία των ψηφοφόρων είναι η αποτελεσματικότερη διαχείριση των κρατικών υποθέσεων σε επίπεδο αρμοδιότητας δήμου. Δηλαδή, το κλασικό κριτήριο του κοινοβουλευτικού κρετινισμού. Ο Πελετίδης κρίθηκε αποτελεσματικός έναντι των αντιπάλων του, γι' αυτό συγκέντρωσε 40,60% στον πρώτο γύρο και 70,91% στο δεύτερο. Οι άλλοι, κρίθηκαν λιγότερο αποτελεσματικοί έναντι των αντιπάλων τους. Δείτε τα αποτελεσμάτά τους σε πρώτο και δεύτερο γύρο: Σταμέλος (Καισαριανή): 29,89% - 47,17%, Σελέκος (Χαϊδάρι): 25,43% - 45,94%, Σίμος (Πετρούπολη): 23,69% - 49,01%, Λαρδάς (Ικαρία): 33,97% - 42,82%. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Σίμος στην Πετρούπολη προηγήθηκε με 6,5 μονάδες του Βλάχου στον πρώτο γύρο, αλλά στο δεύτερο γύρο έχασε με 2,5 μονάδες. Επομένως, ο αντίπαλός του αποδείχτηκε πιο… ελκυστικός.

Η ηγεσία του Περισσού δεν έκανε κάποια ανάλυση του αποτελέσματος, δεν έδωσε εξηγήσεις. Αντίθετα, έδωσε εντολή να οργανωθούν… επινίκια γλέντια κι εκεί που έχασαν, ενώ ο Κουτσούμπας έκανε μια πανηγυρική δήλωση για την ενίσχυση των ποσοστών… του κόμματος. Λογική συμπεριφορά για ένα αστικό κοινοβουλευτικό κόμμα που στηρίζεται πάρα πολύ στην κινητοποίηση του μηχανισμού του. Αν άρχιζαν τις αναλύσεις για τα αίτια της ήττας, θα επικρατούσε ηττοπάθεια στον κομματικό μηχανισμό, σε συνδυασμό με το όχι καλό αποτέλεσμα των ευρωεκλογών. Και δε θα μπορούσε αυτός ο μηχανισμός να δώσει με την ίδια όρεξη τη μάχη για τις βουλευτικές εκλογές της 7ης του Ιούλη. Η αρθρογραφία του «Ριζοσπάστη» προσανατολίστηκε στην καταγγελία των «άλλων», που συνασπίστηκαν ενάντια στους υποψήφιους του Περισσού.

Αυτή η επιχειρηματολογία μπάζει από παντού. Καταρχάς, μπάζει πραγματολογικά. Στην Ικαρία, ο συνασπισμός των «άλλων» είχε γίνει από την αρχή, οπότε ήταν σ' ένα βαθμό αναμενόμενη η ήττα του Περισσού (έχει ξαναγίνει και στο παρελθόν). Στους τρεις δήμους της Αθήνας, όμως, οι «άλλοι» κατέβαιναν χωριστά. Κι ούτε έκαναν κάποιον συνασπισμό πριν από το δεύτερο γύρο. Με το φανάρι έψαξαν τα στελέχη του Περισσού να βρουν κάποια υπαινικτική δήλωση κάποιου στελέχους των «άλλων», για να θεμελιώσουν τη θεωρία τους. Από την άλλη, οι «άλλοι» είχαν συνασπιστεί (σύμφωνα με όσα υποστήριζε ο Περισσός) και το 2014, αλλά νικητές αναδείχτηκαν οι υποψήφιοι του Περισσού. Γιατί τότε ο συνασπισμός των «άλλων» ηττήθηκε, ενώ τώρα νίκησε; Και γιατί στην Πάτρα ο Πελετίδης κατάφερε να κάνει σκόνη τον συνασπισμό των «άλλων»; Μέσα στην απελπισία τους, οι αρθρογράφοι του «Ριζοσπάστη» στράφηκαν κυρίως ενάντια στον ΣΥΡΙΖΑ, κατηγορώντας τον ότι στην Καισαριανή και το Χαϊδάρι στήριξε υπογείως τους πασόκους, οι οποίοι τελικά αναδείχτηκαν νικητές στο δεύτερο γύρο. Ο ΣΥΡΙΖΑ, που σ' αυτές τις εκλογές συνετρίβη, καθόρισε το εκλογικό αποτέλεσμα ειδικά εκεί που στο δεύτερο γύρο κατέβαιναν υποψήφιοι του Περισσού!

Ολ' αυτά τα λένε γιατί δε θέλουν να παραδεχτούν ότι οι υποψήφιοί τους κερδίζουν ή χάνουν με βάση τη λογική του κοινοβουλευτικού κρετινισμού, η οποία ιδιαίτερα στο επίπεδο των δήμων παράγει πολλά «τρελά». Διαχειριστές του αστικού κράτους σε τοπικό επίπεδο είναι οι δήμαρχοι. Αυτό δεν το λέμε μόνο εμείς, το λέει και ο Περισσός όταν αναλύει νομοθετήματα όπως ο «Καλλικράτης» και παλιότερα ο «Καποδίστριας». Αυτό το κομμάτι αστικής εξουσίας διαχειρίστηκαν και οι δικοί του δήμαρχοι. Ενας κρίθηκε επαρκής και επανεκλέχτηκε, οι άλλοι κρίθηκαν (δικαίως ή αδίκως) ανεπαρκείς και δεν επανεκλέχτηκαν. Την επόμενη φορά μπορεί να επανεκλεγούν (οι ίδιοι ή οι διάδοχοί τους που θα ορίσει ο Περισσός). Τα περί «αριστερών δημάρχων» είναι παραμύθια για αφελείς.

Φεύγουμε από τον Περισσό και πάμε στο χώρο της… γνήσιας ριζοσπαστικής Αριστεράς, της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Στην ανακοίνωση της ΚΣΕ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ διαβάσαμε πολλά για την ήττα του ΣΥΡΙΖΑ (σε πολλά δεν έχουμε λόγο να διαφωνήσουμε), αλλά όταν φτάσαμε στο «ζουμί» διαβάσαμε ότι «τα αποτελέσματα είναι αρνητικά και για τις δυνάμεις της αριστερής αντιπολίτευσης. Το ΚΚΕ καταγράφει στασιμότητα ως και υποχώρηση και στις τρεις κάλπες, ενώ η ΛΑΕ μια καταστροφική ήττα», διότι «τα όρια και των δυο κομμάτων είναι τα όρια που βάζει η κοινή ρίζα της ρεφορμιστικής στρατηγικής».
Για την ίδια την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, όμως, πρώτα έχουμε τους πανηγυρισμούς ότι «κατάφερε με τη συσπείρωση πάνω από 2.300 αγωνιστών στα ψηφοδέλτια των αντικαπιταλιστικών κινήσεων, την ανάπτυξη και διεύρυνση της παρέμβασής της σε περισσότερους δήμους, με πλήρη ψηφοδέλτια σε 12 περιφέρειες. Εκλέγει, σχεδόν παντού όπου κατέβηκε, περιφερειακούς και δημοτικούς συμβούλους, περισσότερους από κάθε άλλη φορά» και ότι «είναι παρούσα στη μάχη της επόμενης μέρας» και μετά έχουμε την πικρή διαπίστωση: «Ομως ούτε η αντικαπιταλιστική Αριστερά κατόρθωσε να αυξήσει τις δυνάμεις της, αντίθετα σημείωσε κι αυτή υποχώρηση και στις τρεις κάλπες. Δεν μπόρεσε να γίνει “πόλος έλξης“ του απογοητευμένου κόσμου που εγκατέλειψε τον ΣΥΡΙΖΑ, ώστε να στραφεί η δυσαρέσκεια σε αριστερή ανατρεπτική κατεύθυνση, όπως είχε θέσει σαν στόχο».

Ολα αρχίζουν με τις εκλογές και τελειώνουν στις εκλογές. Συσπειρώθηκαν, λέει, 2.300 αγωνιστές για να μπουν σε δημοτικά και περιφερειακά ψηφοδέλτια (το γεγονός ότι σε αρκετούς δήμους τα ψηφοδέλτια  ήταν δύο, παραλείπεται ευσχήμως). Εμμέσως πλην σαφώς, μας λένε πως τη μεγαλύτερη συσπείρωση την πετυχαίνουν όταν έχουν εκλογές! Το αποκορύφωμα όμως έρχεται όταν την παρουσία στην επόμενη μέρα τη συνδέουν με την εκλογή δημοτικών και περιφερειακών συμβούλων!

Και τι να πούμε για το στόχο «να στραφεί η δυσαρέσκεια σε αριστερή ανατρεπτική κατεύθυνση»; Περίμεναν από τις κάλπες να εισπράξουν αυτοί τη δυσαρέσκεια (ένα τμήμα της τουλάχιστον) από τον ΣΥΡΙΖΑ. Δεν είναι που δεν έχουν καταλάβει τη λογική του κοινοβουλευτικού κρετινισμού (το παιχνίδι παίζεται ανάμεσα στα μεγάλα κόμματα εξουσίας, μεταξύ των οποίων εναλλάσσεται η επιλογή μιας κρίσιμης μάζας ψηφοφόρων). Είναι που αποδέχονται αυτή τη λογική και αναζητούν σ' αυτό το πλαίσιο την πολιτική τους δικαίωση: να γίνουν επιτέλους από εξωκοινοβουλευτική κοινοβουλευτική Αριστερά. Και το περιμένουν αυτό ακόμα και σε συνθήκες καθίζησης του κοινωνικού κινήματος, ηττοπάθειας, ταξικής αδράνειας. Περιμένουν, αυτό που δεν έχει εκδηλωθεί στους δρόμους, να εκδηλωθεί στην κάλπη. Περιμένουν ψήφους «σε αριστερή ανατρεπτική κατεύθυνση» από ψηφοφόρους που δεν έχουν τη δύναμη να διεκδικήσουν τα στοιχειώδη δικαιώματά τους (και γι' αυτό είναι λογικό η πλειοψηφία τους να αναζητήσει το «μικρότερο κακό» ανάμεσα στα μεγάλα αστικά κόμματα εξουσίας)! Δηλαδή, αυτό που δεν εκφράζεται στη ζωή, στην ταξική πάλη, περιμένουν να εκφραστεί στην κάλπη! Και δεν αντιλαμβάνονται ότι η δυσαρέσκεια κατά του ΣΥΡΙΖΑ εκφράστηκε μαζικά στην αποχή, χωρίς αυτή η στάση να είναι ανατρεπτική.

Πέτρος Γιώτης
 

Σάββατο 08 Ιουνίου 2019