Κυριακή 20 Αυγούστου 2017 | 12:48

Σπάζοντας την πολιορκία της ΓάζαςPointer

Σπάζοντας τον αποκλεισμό της Γάζας (4)

Κλείνοντας τη σειρά των ρεπορτάζ από το ιστορικό ταξίδι στη Γάζα, θα επανέλθουμε σ’ ένα θέμα που θέσαμε στην αρχή, για να το δούμε από μια άλλη σκοπιά που, κατά τη γνώμη μας, έχει ιδιαίτερη σημασία για το κίνημα αλληλεγγύης στον παλαιστινιακό λαό.

Γράψαμε αναλυτικά για την προσεκτική προετοιμασία αυτής της αποστολής. Οχι μόνο επιχειρησιακά, αλλά και από άποψη πολιτικής και επικοινωνιακής στήριξης, γεγονός που έκανε τα σχέδια των Σιωνιστών να ναυαγήσουν. Το ερώτημα που τίθεται είναι, πώς μια τόσο ετερόκλητη ομάδα ανθρώπων κατάφερε να οργανώσει και να φέρει σε πέρας ένα τόσο σύνθετο εγχείρημα; Μιλάμε για ανθρώπους με διαφορετικές ιδεολογικές και πολιτικές καταβολές και με διαφορετικές κουλτούρες, οι οποίοι δεν είχαν συνεργαστεί επί μακρόν μεταξύ τους (ορισμένοι γνωρίστηκαν κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή), ώστε να έχουν διαμορφώσει ένα κοινό τρόπο σκέψης και δράσης.

 

Αν θέλουμε να δώσουμε μια σύντομη, περιεκτική απάντηση στο παραπάνω ερώτημα, θα πούμε πως αυτή η ομάδα κατάφερε να είναι αποτελεσματική, επειδή κινήθηκε με μια κινηματική αντίληψη, η οποία της επέτρεψε να συνθέσει τις αντιθέσεις και τις διαφορές, που υπήρχαν ή αναπτύχθηκαν στους κόλπους της. Από την άποψη αυτή, η επιτυχία του συγκεκριμένου εγχειρήματος αποκτά μια ευρύτερη σημασία. Γίνεται παράδειγμα προς μίμηση.

Μια από τις αρρώστιες που κατατρώνε τις κινηματικές διαδικασίες είναι το «καπέλωμά» τους και η υποταγή τους σε οργανωσιακές στρατηγικές. Από πολλές πλευρές η συμμετοχή στα κινήματα δεν γίνεται χάριν των κινημάτων, αλλά χάριν της εξασφάλισης πολιτικών κερδών. Η προσπάθεια αυτή υπονομεύει τα κινήματα, καθώς ενσπείρει στο εσωτερικό τους έναν ανταγωνισμό ξένο προς το σκοπό τους, με αποτέλεσμα αντί για συσπείρωση να δημιουργείται απο-συσπείρωση. Κόσμος να φεύγει εξοργισμένος και απογοητευμένος.

 

Σπεύδουμε να διευκρινίσουμε πως δεν είμαστε οπαδοί της εξαφάνισης των οργανώσεων και κομμάτων. Δεν ανακαλύψαμε ξαφνικά τη γοητεία της «αυτονομίας». Παραμένουμε… αθεράπευτοι λενινιστές, για να το πούμε με κωδικοποιημένο τρόπο. Ομως, η διαλεκτική σχέση πολιτικής οργάνωσης-κινήματος δε μπορεί να είναι μια σχέση «καπελώματος», μια σχέση υποταγής του κινήματος στην πολιτική οργάνωση ή, αν θέλετε, μια σχέση χρησιμοποίησης του κινήματος ως πηγής άντλησης πολιτικών οφελών για την οργάνωση.

 

Δεν είχε η αποστολή του Free Gaza Movement τέτοια φαινόμενα; Και βέβαια είχε, όμως δεν τους επιτράπηκε να κυριαρχήσουν. Και για να γίνει αυτό χρειάστηκε να επικρατήσει η κινηματική λογική και μάλιστα με φορείς ανθρώπους που ανήκουν σε πολιτικές οργανώσεις. Αυτό είναι το σημαντικό, αυτό είναι που δίνει σ’ αυτή την αποστολή μια ξεχωριστή σημασία και από άποψη τακτικής.

 

Μιλώντας καταρχάς για τα μέλη της ελληνικής αποστολής, που είχαμε περισσότερο καιρό μαζί, μιας και κάναμε το σχετικά μακρύ ταξίδι από την κεντρική Ελλάδα μέχρι την Κύπρο, πρέπει να πούμε ότι η κινηματική λογική επικράτησε από την αρχή. Η πρώτη δημόσια εμφάνισή μας έγινε με ένα μικρό κείμενο-απάντηση στη δήλωση Αντώναρου, το οποίο συμφωνήσαμε να υπογράψουμε με τις επαγγελματικές και όχι τις πολιτικές μας ιδιότητες. Αυτή η πράξη επισφράγισε μια αντίληψη που είχε ήδη διαμορφωθεί: πάμε να σπάσουμε τον αποκλεισμό της Γάζας, εμείς έχουμε τη βασική επιχειρησιακή ευθύνη και δεν έχουμε πολυτέλειες να αναζητούμε ιδιαίτερα πολιτικά οφέλη για τις πολιτικές συλλογικότητες στις οποίες ανήκουμε. Αυτό έχει ξεχωριστή σημασία, αν αναλογιστούμε ότι το κείμενο συνυπέγραψαν άτομα που ανήκουν σ’ ένα πολιτικό φάσμα που ξεκινά από τον αναρχισμό και φτάνει μέχρι την κοινοβουλευτική αριστερά, συν ορισμένοι ανένταχτοι της άκρας αριστεράς.

 

Οσο περνούσαν οι μέρες η ενότητα βάθαινε. Αισθανόμασταν σαν τους πολιτικούς κρατούμενους που από τις συνθήκες της φυλακής είναι αναγκασμένοι να εμφανίζονται με ενιαία άποψη προς τα έξω, ακόμα και όταν διαφωνούν. Το αντικείμενο της δράσης μας ήταν συγκεκριμένο. Πάνω σ’ αυτό –και μόνο σ’ αυτό– έπρεπε να εκφράζουμε τις απόψεις μας, χωρίς υστεροβουλία. Βέβαια, στη διαμόρφωση και έκφραση των απόψεων υπεισέρχεται αναμφισβήτητα το πολιτικοϊδεολογικό στίγμα του καθένα κι αυτό είναι απολύτως θεμιτό. Η πράξη απέδειξε ότι, ειδικά στο συγκεκριμένο θέμα, δεν ήταν καθόλου δύσκολο να διαμορφωθεί μια συναντίληψη. Σε όλες τις συζητήσεις που κάναμε ως ελληνική αποστολή, οι οποίες δεν ήταν καθόλου λίγες, καθώς τα γεγονότα έτρεχαν συνεχώς, κατορθώναμε σε πολύ λίγο χρόνο να καταλήγουμε σε ομόφωνες αποφάσεις (αναφερόμαστε στο πλήρωμα του «Αγιος Νικόλαος»). Οι συζητήσεις ήταν δημιουργικές και όχι ανταγωνιστικές. Ετσι, φτάσαμε σ’ ένα ψηλό σημείο σύνθεσης, με αποτέλεσμα καθένας από εμάς να μπορεί να εκπροσωπεί και τους υπόλοιπους.

 

Βέβαια, εν προκειμένω ήταν το θέμα που βοηθούσε να επιτευχθεί αυτή η συναντίληψη. Ηταν, όμως, και κάτι ακόμη: η απουσία πολιτικής υστεροβουλίας και τάσεων ηγεμόνευσης. Αναμφισβήτητα, δε μπορεί αυτό να ισχύσει «εφ’ όλης της ύλης». Οταν όμως πρόκειται για κινήματα που συγκροτούνται πάνω σε συγκεκριμένα θέματα, αρκεί να φύγει από τη μέση η «καπελωτική» αντίληψη ή η αντίληψη της πολιτικής εκμετάλλευσης του θέματος, για να διαμορφωθούν πραγματικά κινηματικοί όροι. Τα πολιτικά οφέλη για όσους συμμετέχουν ας προκύψουν μέσα από τις επιτυχίες του κινήματος και όχι να κατευθύνεται το κίνημα με σκοπό να προκύψουν συγκεκριμένα οφέλη, προσπάθεια που τις περισσότερες φορές οδηγεί σε διαλυτικές καταστάσεις. Γιατί τα κινήματα δεν έχουν πάντοτε άμεσες επιτυχίες. Χρειάζεται πολλές φορές να δουλέψεις καιρό, με υπομονή και επιμονή, για να φτάσεις κάπου. Οταν όμως στη σκέψη σου κυριαρχεί το στενό πολιτικό-οργανωσιακό όφελος, αναζητάς άλλα πεδία και «ξεχνάς» αυτό που χρειάζεται δουλειά σε βάθος.

 

Οταν αρχίσαμε να γνωριζόμαστε με τους άλλους συνταξιδιώτες μας, δεν μας ήταν καθόλου δύσκολο να διακρίνουμε κάμποσες «προσωπικές στρατηγικές». Αυτές εκφράζονταν με άγαρμπο τρόπο, ακολουθώντας πολιτικές κουλτούρες που στην Ελλάδα είναι ξένες. Την ίδια στιγμή, βέβαια, διακρίναμε ανθρώπους ανιδιοτελείς, με αισθήματα αλτρουϊσμού και αλληλεγγύης, ακόμη και με διάθεση αυτοθυσίας, οι οποίοι όμως σκέφτονταν διαφορετικά από εμάς ή δε διέθεταν τη δική μας πολιτική εμπειρία και το δικό μας τρόπο ανάλυσης της πραγματικότητας. Επρεπε, λοιπόν, να κινηθούμε με τέτοιο τρόπο, ώστε από τη μια να απομονώνουμε τις «προσωπικές στρατηγικές» (βάζουμε τις λέξεις σε εισαγωγικά, γιατί δε γνωρίζουμε πόσο προσωπικές ήταν αυτές οι στρατηγικές) και από την άλλη να φτάνουμε σε συναινετικές αποφάσεις με τους ανιδιοτελείς ανθρώπους που προσέγγιζαν το ένα ή το άλλο ζήτημα με διαφορετικό τρόπο από εμάς.

 

Αυτή ήταν μια προσπάθεια καθημερινή. Γιατί καθημερινά προέκυπταν νέα ζητήματα που αφορούσαν την τακτική της αποστολής. Τα περισσότερα δε απ’ αυτά ήταν κρίσιμα. Δε μπορούμε να    πούμε ότι απομονώσαμε εντελώς τις «προσωπικές στρατηγικές». Δεν ήταν και εύκολο, άλλωστε, γιατί δεν έπρεπε τα πράγματα να οδηγηθούν σε ρήξεις που θα μετέτρεπαν την ίδια την αποστολή σε διακύβευμα. Μπορούμε με σιγουριά να πούμε, όμως, ότι δεν επιτρέψαμε στις «προσωπικές στρατηγικές» να καθορίσουν την πορεία αυτής της αποστολής. Επρεπε να δουλέψουν για την αποστολή, για να έχουν τα όποια «προσωπικά» οφέλη. Και βέβαια, δεν τους επετράπη να βάλουν τη σφραγίδα τους στην αποστολή. Τελικά, τα οφέλη που αποκόμισαν ήταν σαφώς μικρότερα απ’ αυτά που προσδοκούσαν κι αυτό πιστώνεται όχι μόνο στην ελληνική ομάδα, αλλά και σε πολλά άλλα μέλη της αποστολής που εργάστηκαν για την επιτυχία της με καθαρά κινηματικό τρόπο.

 

Νομίζουμε ότι αυτή η εμπειρία, την οποία ελπίζουμε να μπορέσουμε να εκθέσουμε πιο αναλυτικά σε κάποιο μεγαλύτερο γραπτό, πρέπει να αναλυθεί και από κινηματική σκοπιά και να γίνει πηγή άντλησης διδαγμάτων. Δεν είμαστε ιδιαίτερα αισιόδοξοι σε ό,τι αφορά τους οργανωμένους χώρους, ελπίζουμε όμως ότι θα βοηθήσει πολλούς αγωνιστές να δράσουν πιο αποτελεσματικά, βγάζοντας τη δυναμική τους.

 

ΥΓ: Προς αποφυγή τυχόν παρεξήγησης, διευκρινίζουμε ότι στις «προσωπικές στρατηγικές» δεν περιλαμβάνουμε τον βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Τάσο Κουράκη, ο οποίος ακολούθησε την αποστολή από την Κύπρο και δούλεψε σαν ένα απλό μέλος της, ενώ ενσωματώθηκε αμέσως στην ελληνική ομάδα, χωρίς να διεκδικήσει τίποτα το ιδιαίτερο.

 

Πέτρος Γιώτης

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2010