Κυριακή 07 Ιουνίου 2020 | 05:47

ΕπικαιρότηταPointer

Ο τελευταίος χορός (;)

Ο τίτλος δεν είναι δανεισμένος από το γνωστό σίριαλ για τον Μάικλ Τζόρνταν και τους Σικάγο Μπουλς, ούτε από το παλιό άσμα γνωστής παρακμιακής τραγουδίστριας. Αποδίδει κατά κυριολεξία την πρόθεση της ΝΔ (με ουραγό το ΚΙΝΑΛ) να βγάλει όσο «ζουμί» γίνεται από την υπόθεση Παπαγγελόπουλου, πριν την παραδώσει στη λήθη. Το ερωτηματικό προστέθηκε μέσα σε παρένθεση, γιατί δεν είμαστε καθόλου βέβαιοι ότι θα είναι όντως ο τελευταίος χορός της κόντρα-σκανδαλολογίας, που διαδέχτηκε τη σκανδαλολογία του ΣΥΡΙΖΑ με την Προανακριτική κατά δέκα πρώην υπουργών και πρωθυπουργών της Πασοκονεοδημοκρατίας για εμπλοκή στο σκάνδαλο Novartis. Καμιά φορά ο πολιτικός σχεδιασμός στραβώνει κατά τη διαδικασία πρακτικής εφαρμογής του.

Γράψαμε σκάνδαλο Novartis και «θυμηθήκαμε» ότι το μόνο που δεν «παίζει» όλα αυτά τα χρόνια της σκανδαλολογίας και της κόντρα-σκανδαλολογίας είναι το σκάνδαλο Novartis. Δεν αναφερόμαστε στο μιζάρισμα γιατρών για κατευθυνόμενη συνταγογράφηση, τακτική που εφάρμοζε και εξακολουθεί να εφαρμόζει κάθε ισχυρή φαρμακευτική εταιρία, αλλά στο σκάνδαλο της τιμολόγησης των φαρμάκων, που είναι κρατική υπόθεση. Αυτό έμεινε εξαρχής εκτός πολιτικής διερεύνησης (το ερευνά –υποτίθεται- η Τουλουπάκη). Ο ΣΥΡΙΖΑ ενδιαφέρθηκε μόνο για την εμπλοκή στελεχών της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ. Αρνήθηκε να διερευνήσει την ουσία του σκανδάλου, έστω στο πλαίσιο της Προανακριτικής που έστησε. Και βγήκε την περασμένη Τρίτη στη Βουλή ο Τσίπρας και κατηγόρησε τη ΝΔ ότι δε λέει τίποτα για την ουσία του σκανδάλου! Σωστό είν’ αυτό, αλλά ο Τσίπρας είναι ο τελευταίος που «δικαιούται για να ομιλεί»: τεσσεράμισι χρόνια στην κυβέρνηση δεν έκανε απολύτως τίποτα! Κι ας είχε πρόσβαση σε όλα τα κρατικά στοιχεία και μπορούσε ν’ ανοίξει τους φακέλους. Δεν το έκανε, γιατί δε θέλησε να συγκρουστεί ούτε με τη Novartis ούτε με το σμήνος των αρπακτικών του φαρμάκου.

Ηταν ο ΣΥΡΙΖΑ που πρώτος υποβίβασε το σκάνδαλο Novartis σε μια άθλια κατασκευή κατά πολιτικών της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, που επειδή ήταν τόσο άθλια κατέληξε τάχιστα σε φιάσκο, τα απόνερα του οποίου πληρώνει τώρα ο Τσίπρας, χορεύοντας παθιασμένο τάνγκο με τον Παπαγγελόπουλο, έναν σκοτεινό άνθρωπο της Δεξιάς, που έκανε καριέρα στους κατασταλτικούς μηχανισμούς, φτάνοντας στην ηγεσία του πιο βρόμικου απ’ αυτούς τους μηχανισμούς, της ΕΥΠ/ΚΥΠ.

Απορούμε πραγματικά, πώς πείστηκαν ο Τσίπρας, ο Φλαμπουράρης, ο Τζανακόπουλος και οι υπόλοιποι του στενού επιτελείου του συριζαϊκού Μαξίμου, ότι αυτό που τους παρουσίασε ο Παπαγγελόπουλος ως «το μεγαλύτερο σκάνδαλο από συστάσεως του ελληνικού κράτους» θα μπορούσε να σταθεί έστω και στο επίπεδο μιας στοιχειωδώς πειστικής σκανδαλολογικής προπαγάνδας. Με κάτι απίθανους προστατευόμενους μάρτυρες, οι οποίοι κατέθεταν -καλυμμένοι πίσω από την ανωνυμία- ότι «άκουσαν», « εκτιμούν » και «υποθέτουν», πως οι πρώην πρωθυπουργοί και υπουργοί τα πήραν από τη Novartis. Χωρίς να καταθέτουν ούτε ένα αποδεικτικό στοιχείο. Χωρίς καν να συμπίπτουν οι καταθέσεις τους, ώστε να μην ισχύει το «εις μάρτυς ουδείς μάρτυς». Χωρίς διαδρομές του «μαύρου» χρήματος από τους ανθρώπους της Novartis προς τους πολιτικούς (έστω σε κάποιος κολλητούς τους). Στήνεται δικογραφία κατά διατελεσάντων πρωθυπουργών και υπουργών με τέτοια ένδεια αποδεικτικού υλικού;

Τον πρώτο καιρό της συριζανελίτικης διακυβέρνησης χαρακτηρίζαμε το Μαξίμου παιδική χαρά. Παρέμεινε τέτοια και όταν απέκτησαν εμπειρία στη διαχείριση της αστικής εξουσίας. Προσθέστε και την αλαζονεία της εξουσίας και τη «τζογαδόρικη» αντίληψη του «πολιτεύεσθαι», που χαρακτηρίζει τον Τσίπρα και την παρέα του, και θα αντιληφθείτε για ποιο λόγο υιοθέτησαν με τόση ευκολία το σχέδιο Παπαγγελόπουλου (ο Κοντονής έπαιζε απλά το ρόλο της γλάστρας σ’ αυτή την υπόθεση, γι’ αυτό και η ΝΔ δεν τον έβαλε στο στόχαστρο), πιστεύοντας ότι με την ανάπτυξη αυτού του σχεδίου θα έριχναν τη ΝΔ στο καναβάτσο και θα «ξεψείριζαν» από στελέχη το ήδη παραπαίον ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ της Φώφης.

Δεν άργησαν να καταλάβουν ότι πιάστηκαν στην παγίδα που έστησαν για τους άλλους, οι οποίοι, εκμεταλλευόμενοι την «άδεια» δικογραφία, αλλά και τη στήριξη που τους προσέφερε το αστικό μιντιακό σύστημα, κατάφεραν να μετατρέψουν το «μεγαλύτερο σκάνδαλο από συστάσεως του ελληνικού κράτους» σε «σκάνδαλο σκευωρίας» σε βάρος τους. Η Προανακριτική που έστησαν για τους «10» οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ δε λειτούργησε καθόλου. Δεν εξέτασε ούτε έναν μάρτυρα. Και βέβαια, δεν ερεύνηση την ουσία του σκανδάλου Novartis. Πακετάρησε την υπόθεση κατά των «10» και την έστειλε στην Τουλουπάκη και τους βοηθούς της, μέσα από δικονομικά διάτρητες διαδικασίες. Αν όμως επρόκειτο για «το μεγαλύτερο σκάνδαλο από συστάσεως του ελληνικού κράτους», η εκκαθάρισή του θα έπρεπε να είναι υπόθεση της Βουλής και όχι μιας τριπλέτας ανώτερων εισαγγελέων.

Ο Τσίπρας και η παρέα του, όμως, έχοντας πειστεί πλέον ότι παγιδεύτηκαν με τον κοπανιστό αέρα που ο Παπαγγελόπουλος τους παρουσίασε ως πολιτικό χαβιάρι, ήθελαν να φύγει αυτή η υπόθεση από το πολιτικό προσκήνιο. Οταν η Τουλουπάκη άρχισε να αρχειοθετεί τις υποθέσεις για τον ένα μετά τον άλλο τους παραπεμφθέντες πολιτικούς, ξεφουσκώνοντας αναγκαστικά το «μεγαλύτερο σκάνδαλο από συστάσεως του ελληνικού κράτους», όταν οι παραπεμφθέντες άρχισαν να ξεφωνίζουν τους προστατευόμενους μάρτυρες και όταν εκτυλίχτηκαν σκηνές απείρου κάλλους, με έναν απ’ αυτούς τους μάρτυρες να έχει αλλάξει στρατόπεδο (τον «έπεισε», λέει, ο Στουρνάρας!) και να τον κυνηγάνε στο αεροδρόμιο για να τον καταστήσουν από μάρτυρα κατηγορούμενο, φάνηκε καθαρά ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε το παιχνίδι. Οχι μόνο δεν ερεύνησε το σκάνδαλο Novartis (δεν ήθελε να το κάνει), αλλά δεν μπορούσε ούτε πολιτική υπεραξία να βγάλει με την παραπομπή των «10». Γι’ αυτό και η υπόθεση δεν «έπαιξε» καθόλου στις προεκλογικές καμπάνιες του ΣΥΡΙΖΑ το 2019. Αντίθετα, «έπαιζε» η προπαγάνδα των άλλων περί σκευωρίας.

Είναι επίσης αναμφισβήτητο ότι ο Μητσοτάκης δεν ήθελε να δώσει συνέχεια με κόντρα-σκανδαλολογία σε βάρος του ΣΥΡΙΖΑ (ο Καμμένος και οι ΑΝΕΛ είχαν ήδη βγει από τη μέση). Δέχτηκε μεγάλη πίεση από τον Σαμαρά και την ομάδα του και δέχτηκε να κινηθεί διαδικασία μόνο κατά του Παπαγγελόπουλου και σε καμιά περίπτωση κατά του Τσίπρα. Και φρόντισε, όσο αυτό ήταν δυνατό, να βγει ο ίδιος έξω από το κάδρο. Εδωσε εντολή στους υπουργούς του να μην παρίστανται καν όταν συζητήθηκε η πρόταση για σύσταση Προανακριτικής κατά του Παπαγγελόπουλου, για να σηματοδοτηθεί ότι αυτή «είναι μια διαδικασία αποκλειστικά της Βουλής και όχι της κυβέρνησης». Φρόντισε δε να μην κάνει ο ίδιος αναφορές στη συγκεκριμένη υπόθεση.

Η ίδια η Προανακριτική κατήντησε ένα πεδίο δημόσιου (δημόσιου γιατί -παρά το τυπικά απόρρητο της ποινικής διαδικασίας- τα πάντα διέρρεαν στον Τύπο) ξεκατινιάσματος ανάμεσα σε ανώτερους και ανώτατους δικαστικούς. Εισαγγελείς που βρέθηκαν σε κρίσιμα πόστα (Οικονομική Εισαγγελία, Εισαγγελία Διαφθοράς, Εισαγγελία Αρείου Πάγου) συνεργάστηκαν αρμονικότατα με τον Παπαγγελόπουλο (όπως είχαν συνεργαστεί και με τους προκατόχους του) και κάποια στιγμή ήρθαν σε σύγκρουση μαζί του. Ολοι αυτοί «θυμήθηκαν» με καθυστέρηση ετών να καταγγείλουν τον «Ρασπούτιν», που τους πίεζε να στήσουν υποθέσεις. Αρκεί και μόνο το… σύνδρομο Ραν-Ταν-Πλαν (του πατάνε την ουρά στη σελίδα 2 και γρυλίζει στη σελίδα 12), που χαρακτηρίζει όλον αυτόν τον δικαστικό συρφετό, για να αποδυναμώσει τα όσα καταθέτουν τώρα εναντίον του πρώην φίλου τους.

Ο Παπαγγελόπουλος τους ανταποδίδει τα ίσα. Λέει, για παράδειγμα, για την Τσατάνη ότι απάλλαξε τον Βγενόπουλο μέσα σε 72 ώρες. Λέει για τον Αθανασίου ότι του πρόσφερε (ο Αθανασίου) έναν κρυφό λογαριασμό του Παπαχρήστου των «Νέων», ζητώντας (ο Αθανασίου από τον Παπαγγελόπουλο) να ανταλλάξει μια δίωξη κατά του Παπαχρήστου με μια ακόμα θητεία (του Αθανασίου) στην Οικονομική Εισαγγελία. Περιττεύει να σημειώσουμε πως ό,τι ισχύει για τους κατηγόρους του ως προς το ετεροχρονισμένο των καταθέσεών τους, ισχύει και για τον Παπαγγελόπουλο: τους δεχόταν στο υπουργικό του γραφείο και συζητούσε μαζί τους τέτοια ζητήματα, καλύπτοντάς τους πλήρως! Και καταφέρεται εναντίον τους τώρα, αφού πρώτα τον έβγαλαν αυτοί «στη σέντρα».

Ποινικά μιλώντας, όση αξία έχουν οι καταθέσεις αυτών των εισαγγελέων σε βάρος του Παπαγγελόπουλου, έχουν και όσα δηλώνει γι’ αυτούς ο Παπαγγελόπουλος. Καμία αξία ποινικά. Ο Παπαγγελόπουλος το πιθανότερο είναι να μην φτάσει ούτε στο Ειδικό Δικαστήριο με τις καταθέσεις των εισαγγελέων, τις οποίες μάλιστα αποδυνάμωσε η πρώην εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Ξένη Δημητρίου, που κατέθεσε επί έξι συνεδριάσεις στην Προανακριτική. Την παραπομπή ή όχι του Παπαγγελόπουλου σε δίκη θα αποφασίσει δικαστικό συμβούλιο και όχι η Βουλή. Αυτό το συμβούλιο, αποτελούμενο από ανώτατους δικαστές, το πιθανότερο είναι να αποφασίσει τη μη παραπομπή, λόγω αμφιβολιών (βολεύοντας έτσι και τις δύο πλευρές).

Βγήκε ένα όφελος, όμως, από το συνεχιζόμενο ξεκατίνιασμα. Πήραμε μια γεύση σαν αυτή που βλέπουμε σε κάτι αμερικάνικες ταινίες και σίριαλ. Ενα κουβάρι δικαστικών, πολιτικών και καπιταλιστών, που στο παρασκήνιο διαπραγματεύεται τη διαχείριση οικονομικών σκανδάλων, κλείνει συμμαχίες, τις χαλάει, κλείνει άλλες, αγαπιέται και μισείται ανάλογα με την κατάσταση, θησαυρίζει στις πλάτες του ελληνικού λαού. Το παραμύθι της «ανεξάρτητης δικαστικής εξουσίας» μοιάζει με το παραμύθι για τα καινούργια ρούχα του βασιλιά.

«Είμαι αρκετά φιλελεύθερος άνθρωπος, παρ’ ότι υπουργός της Αριστεράς. Η μόνη σχέση μου με τη φιλελεύθερη παράταξη είναι ότι είμαι φιλελεύθερος άνθρωπος», είπε ο Παπαγγελόπουλος σε μια αποστροφή της μακράς απολογίας του στη Βουλή την Τρίτη. Να τον χαίρεστε τον αριστερό σας, κύριοι του ΣΥΡΙΖΑ. Τον εισαγγελέα που «κανόνιζε» τα σκάνδαλα των οικογενειών της Δεξιάς και χάρη στο ζήλο και την αποτελεσματικότητα που επέδειξε κατάφερε να αναρριχηθεί στα ύπατα αξιώματα του «βαθέος κράτους», στην ηγεσία της ΕΥΠ/ΚΥΠ. Τον υπουργό «της Αριστεράς» που δε διστάζει να ομολογήσει δημόσια ότι συναντιόταν με τον Μητσοτάκη πατέρα ο οποίος ήταν οργισμένος για τις διαρροές που αφορούσαν τις σχέσεις της Ντόρας και του Κυριάκου με τον Χριστοφοράκο και τη Siemens, ότι προσπαθούσε να συγκρατήσει εισαγγελείς που ήθελαν να προφυλακίσουν τον Αγγέλου (δεν είπε το όνομά του, αλλά τον φωτογράφισε), ότι συναντιόταν με τον Σαμαρά για «υποθέσεις», ότι δεξιοί πολιτικοί του ζήτησαν να διευκολύνει τον Φιλιππάκη και άλλα παρόμοια. Πραγματικά, ο «υπουργός της Αριστεράς» Παπαγγελόπουλος, έτσι όπως αυτοπαρουσιάστηκε, αποτελεί την προσωποποίηση του… «ηθικού πλεονεκτήματος»!

Δεξιοί και πασόκοι στην Προανακριτική είδαν ότι δεν τους έβγαινε η δουλειά μόνο με τις καταθέσεις των εισαγγελέων, πρώην φίλων - νυν εχθρών του Παπαγγελόπουλου. Ετσι, έριξαν στην αρένα τον Σάμπυ Μιωνή, επιχειρηματία ειδικευμένο στις «επενδύσεις» και στέλεχος του σιωνιστικού κράτους, ο οποίος ήταν ανακατεμένος με τη λίστα Λαγκάρντ και τον σύμβουλο του Σαμαρά, Παπασπύρου, και βρισκόταν σε πολύχρονη αντιδικία με τον δεξιό εκδότη Φιλιππάκη. Μην επαναλαμβάνουμε την ιστορία, γιατί θα γράψουμε μυθιστόρημα. Κρατάμε μόνο το «ζουμί».

Ο Παπαγγελόπουλος, στη δεύτερη εμφάνισή του στη Βουλή, παραδέχτηκε τις συναντήσεις με τον Μιωνή, όμως «έδωσε» στην ψύχρα τον Παππά (και δι’ αυτού τον Τσίπρα, γιατί ο Νετανιάχου δε θα τηλεφωνούσε στον Παππά, στον Τσίπρα θα τηλεφωνούσε). Σύμφωνα με την απολογία Παπαγγελόπουλου, ο Παππάς γνώριζε τον Μιωνή, ενώ αυτός (ο Παπαγγελόπουλος) κατάλαβε ότι «κάτι δεν πάει καλά με τον Μιωνή», γι’ αυτό επικαλέστηκε φόρτο εργασίας και πήγε καναδυό φορές να φύγει από τη σύσκεψη, αλλά ο Παππάς τον απέτρεπε με κρυφά νοήματα και ψιθυρίζοντας τη λέξη «Νετανιάχου». Είπε ότι ο Μιωνής, επειδή δεν του έκαναν το χατίρι, έφυγε απειλώντας τους («Δεν ξέρετε τι Εβραίος είμαι εγώ. Με λάθος Εβραίο τα βάλατε. Θα δείτε τι θα πάθετε»!), αλλά μετά γύρισε στο γραφείο του Παππά και του παρέδωσε σημείωμα με τα αιτήματά του!

Μ’ αυτόν τον τύπο, λοιπόν, ξανασυναντήθηκαν, στο γραφείο του Παππά και πάλι! Σ’ αυτή τη δεύτερη συνάντηση το… ηθικό πλεονέκτημα χτύπησε ταβάνι. Υπήρχε και ιδιωτικό συμφωνητικό Μιωνή-Φιλιππάκη, που εκτός από τα λεφτά προέβλεπε και ρύθμιση μιας σειράς ποινικών υποθέσεων του Μιωνή που εκκρεμούσαν στην ελληνική Δικαιοσύνη! Ατάραχος ο Παπαγγελόπουλος, εξήγησε ότι αυτά τα είχαν γράψει οι άγγλοι δικηγόροι του Μιωνή και μεταφράστηκαν στα ελληνικά! Λες και έχει καμιά σημασία ποιος τα έγραψε και όχι τι έλεγαν! Λες και έχει σημασία τι θα πουν οι δικηγόροι του Μιωνή και του Φιλιππάκη (ο Παπαγγελόπουλος ζήτησε να κληθούν να καταθέσουν στην Προανακριτική) και όχι το γεγονός ότι ενώπιον δύο υπουργών (Παπαγγελόπουλου και Παππά) κατατέθηκε ένα συμφωνητικό που προέβλεπε ότι θα κλείσουν εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις ενός ιδιώτη και οι υπουργοί δε βρήκαν κανένα πρόβλημα σ’ αυτό, και γι’ αυτό δεν πέταξαν με τις κλωτσιές έξω και τους δύο ιδιώτες που έκαναν αυτή τη συμφωνία!

Ξέρετε ποιο ήταν το επιχείρημα των συριζαίων; Τα ίδια έκανε και ο Σαμαράς, όπως λέει ο Φιλιππάκης! Αυτό δεν το υποστήριξε μόνον ο Παπαγγελόπουλος, το υποστήριξε και ο Ραγκούσης, ως κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ. Ετσι, συμψηφίζοντας τη δική τους συμπεριφορά μ’ αυτήν του Σαμαρά, παραδέχονται με τον πιο ηχηρό τρόπο ότι είναι ίδιοι. Τέρμα, λοιπόν, τα παραμυθάκια περί ηθικού πλεονεκτήματος.

Ειδικά στο ζήτημα του Μιωνή, που έδωσε σε ΝΔ και ΠΑΣΟΚ το βασικό υλικό για να φτιάξουν τη διεύρυνση του κατηγορητήριου, ο Παπαγγελόπουλος πέρασε μαεστρικά το μήνυμά του: εγώ κλήθηκα για να βοηθήσω, ο Παππάς έστησε τη «φάση» (κι όταν λέει ο Παππάς, εννοεί τον Τσίπρα, που ήταν αυτός που μιλούσε με τον Νετανιάχου). Σε τι ακριβώς κλήθηκε ο Παπαγγελόπουλος να βοηθήσει, όμως, αν όχι στη ρύθμιση των εκκρεμών ποινικών υποθέσεων του σιωνιστή πράκτορα-επιχειρηματία; Αυτός ήταν ο τομέας της αρμοδιότητάς του, εκεί είχε τις δικτυώσεις του, αυτό «πουλούσε» στους Τσιπραίους και έγινε αναντικατάστατος σε όλες τις κυβερνήσεις. Προφανώς, ο Παπαγγελόπουλος δεν υπολόγισε ότι ο Σαμαράς, μέσω Παπασταύρου, θα είχε καλύτερη πρόσβαση στον Μιωνή, ώστε να τον στρέψει εναντίον του. Και μάλιστα με… άψογο διπλωματικό στιλ (από πλευράς Μιωνή): «ο Παππάς δε φταίει σε τίποτα, όλα τα έκανε ο Παπαγγελόπουλος με τον κολλητό του τον Φιλιππάκη».

Ο Παπαγγελόπουλος το «έπιασε» αυτό, γι’ αυτό και «έδωσε» με τόσο προκλητικό τρόπο τον Παππά, την ώρα που οι δεξιοί διευκρίνιζαν ότι δεν έχουν τίποτα κατά του Παππά. Εκανε και κάτι ακόμα ο Παπαγγελόπουλος: ταύτισε τον εαυτό του με τον Τσίπρα, λέγοντας στην αρχή της ομιλίας του ότι η σε βάρος του δίωξη έχει ως πρώτο στόχο «να πλήξουν την εικόνα του Αλέξη Τσίπρα, τον οποίο δεν τόλμησαν, δείλιασαν να συμπεριλάβουν στην έρευνα»! Ηταν σαν να έλεγε στους Τσιπραίους: στηρίξτε με μέχρι το τέλος, αλλιώς θ’ ανοίξω το στόμα μου και θα σας πάρω μαζί μου.

Ο Τσίπρας πήγε και πάλι στη Βουλή και τον στήριξε με μια σύντομη αναφορά: «Το πρόβλημα του κ. Μητσοτάκη δεν είναι ο Παπαγγελόπουλος, είναι προφανώς η στάση του ΣΥΡΙΖΑ και τότε και τώρα, το μέτωπο απέναντι στη διαφθορά, αλλά βεβαίως και εγώ προσωπικά. (…) Δεν προκύπτει κατηγορία. Και δεν προκύπτει καμία αιτία παραπομπής σε ό,τι αφορά τον πυρήνα της επιχείρησης του αντιπερισπασμού, δηλαδή τη μετατροπή του σκανδάλου σε -υποτίθεται- σκευωρία». Μετά, φρόντισε να κάνει μια γενικόλογη ομιλία για το σκάνδαλο Novartis.

Είναι προφανές ότι με τη διεύρυνση του κατηγορητήριου οι νεοδημοκράτες επιδιώκουν να φτιάξουν έναν αντι-παπαγγελοπουλικό χυλό, με όλα τα υλικά ανάκατα, και να στείλουν στα γρήγορα την υπόθεση στο δικαστικό συμβούλιο. Ο Μητσοτάκης θέλει το πεδίο καθαρό για τις εκλογές. Και αυτή η στιγμή είναι μάλλον η καταλληλότερη, καθώς κυριαρχούν τα θέματα της πανδημίας και της καπιταλιστικής ύφεσης, οπότε η υπόθεση Παπαγγελόπουλου δε θα γινόταν πρώτη είδηση.

Ο επίσημος ΣΥΡΙΖΑ, διά του εισηγητή του Σ. Λάππα, αντιμετώπισε σκόπιμα την υπόθεση υπό στενό νομικό πρίσμα, εστιάζοντας στις δικονομικές παραρτυπίες που επιφέρουν ακυρότητες. Το ίδιο έκανε και ο Τζανακόπουλος. Ο Παπαγγελόπουλος είπε ότι δεν τον ενδιαφέρουν οι ακυρότητες, όμως ο συνήγορός του Δ. Τσοβόλας κατέθεσε ολόκληρη λίστα με ακυρότητες, τις οποίες θα προβάλει προφανώς και ενώπιον του δικαστικού συμβουλίου. Μια εξισορροπημένη απόφαση αυτού του συμβουλίου, που δε θα οδηγεί τον Παπαγγελόπουλο στο ειδικό δικαστήριο (πέρα από τις υπαρκτές ή όχι ακυρότητες, τα ίδια τα στοιχεία είναι ισχνά για να στηρίξουν παραπομπή στο Ειδικό Δικαστήριο), αλλά δε θα δίνει και στον ΣΥΡΙΖΑ το δικαίωμα να καταγγέλλει σκευωρία, θα ήταν η ιδανική λύση για όλους τους. Ισοπαλία: εσείς παραπέμψατε τους «10» και η Τουλουπάκη έχει ήδη αθωώσει τους «8», εμείς παραπέμψαμε τον Παπαγγελόπουλο και το δικαστικό συμβούλιο τον απάλλαξε λόγω αμφιβολιών.

Μέχρι να φτάσουν σε μια τέτοια λύση, το σκάνδαλο Novartis, ως σκάνδαλο καταλήστευσης του ελληνικού λαού από ένα φαρμακευτικό μονοπώλιο, θα έχει βυθιστεί ακόμα πιο πολύ στη λήθη. Αλλωστε, αυτά που πλέον καταλογίζουν στον Παπαγγελόπουλο (υπόθεση εισαγγελέως Τσατάνη, υπόθεση εισαγγελέα Αθανασίου, υπόθεση Μιωνή) δεν έχουν καμιά σχέση με τη Novartis. Αυτή η συγκάλυψη είναι έργο ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ.
Τετάρτη 20 Μαΐου 2020