Πέμπτη 28 Μαΐου 2020 | 23:26

ΕπικαιρότηταPointer

Ετοιμάζουν το άνοιγμα και των Δημοτικών Σχολείων



Το ποσοστό προσέλευσης των μαθητών της Γ’ Λυκείου στις σχολικές αίθουσες είναι απογοητευτικό. Μετά τους πανηγυρισμούς της πρώτης μέρας που ανέβαζαν την προσέλευση των μαθητών της τελευταίας τάξης του Λυκείου στο 60% (οι μαθητές προσήλθαν ουσιαστικά για να υπογράψουν την αίτηση-δήλωση συμμετοχής στις πανελλαδικές εξετάσεις), τώρα ακόμη και φιλικά στην κυβέρνηση Μέσα μιλάνε με φανερή απογοήτευση για άδειες αίθουσες (ποσοστά κάτω του 10%, 5 ή και κανένας μαθητής).

Στο δεύτερο στάδιο της επαναλειτουργίας των υπόλοιπων τάξεων του Λυκείου και του Γυμνασίου, σήμερα δεύτερη μέρα εφαρμογής του μέτρου (το σημείωμα αυτό γράφεται Τρίτη βράδυ), τα διαθέσιμα στοιχεία είναι ακόμη συγκεχυμένα. Τα κυβερνητικά παπαγαλάκια, όπως και στην περίπτωση της πρώτης μέρας επαναλειτουργίας της Γ΄ Λυκείου, δίνουν φουσκωμένα νούμερα, ενώ το δικό μας ρεπορτάζ άλλα αποδεικνύει. Πανωλεθρία στο Χαλάνδρι, το Περιστέρι κ.α στις τάξεις του Λυκείου λίγο καλύτερη η εικόνα στο Γυμνάσιο. Οπως και νά ΄χει, όμως, οι επόμενες μέρες θα δείξουν.

Στα ιδιωτικά σχολεία, η προσέλευση είναι μεγαλύτερη. «Πληρώνω και απαιτώ να γίνεται μάθημα στην τάξη» φαίνεται ότι είναι το μότο που καθοδηγεί τη συμπεριφορά των γονιών των παιδιών των ιδιωτικών σχολείων. Ολα δείχνουν ότι η πίεση των σχολαρχών στην κυβέρνηση έπιασε τόπο όσον αφορά την απόφαση να ανοίξουν τα σχολεία (ειδικά μετά από το ότι υποχρεώθηκαν να καταβάλλουν τους μισθούς στους εκπαιδευτικούς που έχουν διοριστήριο).

Το άνοιγμα των σχολείων αποφασίστηκε στο πλαίσιο της «επανεκκίνησης» της καπιταλιστικής οικονομίας. Η παραπάνω απογοητευτική, λοιπόν, εικόνα προσθέτει εμπόδια σε αυτό το εγχείρημα της πολυδιαφημισμένης επιτυχούς «επανεκκίνησης», που όπως έχουμε πάμπολλες φορές αποδείξει γίνεται σε βάρος της δημόσιας υγείας. Και δυσχεραίνει την επιστροφή των γονιών στους χώρους εργασίας, όπως απαιτούν οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις, ειδικά των γονιών με παιδιά που φοιτούν στο Δημοτικό και το Νηπιαγωγείο, όπου η φύλαξη-επιτήρησή τους στο σπίτι είναι απαραίτητη.

Η ανησυχία της κυβέρνησης μεγαλώνει όσο συνειδητοποιεί ότι το φαινόμενο της μη προσέλευσης των μαθητών μπορεί να πάρει μεγάλες διαστάσεις όσον αφορά τα παιδιά αυτών των ηλικιών.  

Η ημερομηνία που έδωσε η κυβέρνηση ως πιθανή για την έναρξη των μαθημάτων στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση(1η Ιουνίου) πλησιάζει.

Γι’ αυτό και ο Μητσοτάκης έβαλε μπροστά τον Τσιόδρα να θέσει για μια ακόμη φορά τα επιστημονικά του φόντα στην υπηρεσία πολιτικών αποφάσεων, ενώ ο Χαρδαλιάς ανακοίνωσε ότι οι σχετικές (ειλημμένες όπως όλα δείχνουν) αποφάσεις θα ληφθούν την προσεχή Δευτέρα.

Στην ενημέρωση της 19ης Μάη, ο «εθνικός λομωξιολόγος» άρχισε καταρχάς τα ήξεις αφήξεις, προκειμένου να διαφυλάξει κατά το δυνατόν το επιστημονικό του κύρος, σε περίπτωση που οι εξελίξεις ανατρέψουν τις «πεποιθήσεις» και τις αποφάσεις, όπως π.χ. έγινε στη Γαλλία:

«Σχετικά με τα σχολεία, τα περισσότερα επιστημονικά δεδομένα φαίνεται να δείχνουν πως υπήρξε κάποιο επιδημιολογικό όφελος από τη διακοπή της λειτουργίας τους κατά τη διάρκεια του απαγορευτικού, με την ελαχιστοποίηση της μετάδοσης μεταξύ παιδιών, των οικογενειών τους και των δασκάλων τους».

«Πολλοί γονείς προβάλλουν το εξίσου αληθινό επιχείρημα πως η επιστήμη δεν είναι ντετερμινιστική, δεν έχει καταλήξει σε συμπεράσματα της τάξης του 100% ασφάλεια που θα ήθελε να έχει κανείς για τα παιδιά του.  Φυσικά και είναι κατανοητό».

«Επί του παρόντος, δεν υπάρχουν επιστημονικά δεδομένα που να σου προσφέρουν απόλυτη εγγύηση ότι η επιστροφή στο σχολείο είναι τελείως ασφαλής και πως κανένα παιδί δεν διατρέχει κίνδυνο».

«Με τα ως τώρα δεδομένα, τα παιδιά είναι λιγότερο πιθανό να μολυνθούν και νοσούν ηπιότερα, ενώ ο ρόλος τους στη μετάδοση της νόσου φαίνεται να υπάρχει, αλλά ίσως σε περιορισμένο βαθμό. Ακόμα δεν είναι ξεκάθαρο. Αυτές οι γενικές διαπιστώσεις εκφράζουν το μέσο όρο και δεν αποτελούν εγγύηση για το τι θα συμβεί στο κάθε παιδί που θα πάει σχολείο».

«Υπάρχει ένας πολύ μικρός αριθμός παιδιών που ενδεχόμενα θα περάσουν σοβαρά τη νόσο, όπως και άνθρωποι μεγάλης ηλικίας που θα την περάσουν ελαφρά. Υπάρχουν – ευτυχώς λίγες – τραγικές περιπτώσεις παιδιών, σε χώρες με υψηλό αριθμό περιπτώσεων της νέας νόσου, τα οποία εμφανίζουν το πολύ σπάνιο παιδιατρικό πολύ-συστηματικό φλεγμονώδες σύνδρομο».

Στη συνέχεια, όμως, ο Τσιόδρας, άρχισε να «ανακαλύπτει» τις ταξικές διαφορές που έτσι κι αλλιώς υπάρχουν στον καπιταλισμό και να ανησυχεί για τη μεγέθυνσή τους στο καθεστώς της αποχής από το σχολείο και από τη φυσική παρουσία στην τάξη (όπως κάνει και ο Μητσοτάκης και η Κεραμέως), με στόχο όμως να κρύψει τον πραγματικό σκοπό, την επιστροφή των γονιών στη μισθωτή εργασία, ώστε το κράτος να απαλλαγεί και από άλλα προνοιακά βοηθήματα: «Από την άλλη μεριά, πολλοί γονείς δεν μπορούν να υποστηρίξουν οιαδήποτε εκπαιδευτική διδασκαλία στο σπίτι, ούτε μπορούν να επιστρέψουν στην εργασία τους όσο τα σχολεία είναι κλειστά».

«Πέραν όμως των επιστημονικών δεδομένων που αμέσως θα σας πω, πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη και άλλες παραμέτρους, όπως κοινωνικές και οικονομικές παραμέτρους».
«Ας δούμε όμως και κάποια άλλα επιχειρήματα που λειτουργούν υπέρ του ανοίγματος των σχολείων.

Πρώτον, υπάρχει μια κρυφή ανισότητα στη μάθηση και την εκπαίδευση για τα παιδιά που ανήκουν σε πιο φτωχές οικογένειες, η οποία ενισχύεται σε περιόδους παύσης λειτουργίας των σχολείων, ακόμα και στις καλοκαιρινές διακοπές. Αυτό έχει δειχθεί με σχολικές έρευνες πως συμβαίνει λόγω της μικρότερης πιθανότητας αυτά τα παιδιά στο σπίτι να έχουν ένα περιβάλλον που να ευνοεί την μαθησιακή-εκπαιδευτική διαδικασία και συνήθως διαβάζουν λιγότερο σε τέτοιες περιόδους.

Δεύτερον, υπάρχει σαφώς ένα κόστος σε χαμένη εκπαιδευτική διαδικασία, σε χαμένη γνώση. Αυτό δεν έχει ευρέως αξιολογηθεί και ιδιαίτερα με τον νέο κορονοϊό. Σε μελέτες του εξωτερικού, η πλειονότητα των παιδιών είτε δεν είχε καλή πρόσβαση, είτε δεν παρακολουθούσε πλήρως τα διαδικτυακά μαθήματα. Οι περισσότεροι/ες μαθητές-μαθήτριες σε κάποιες έρευνες του εξωτερικού, έως 75% δεν ολοκλήρωναν καν την εργασία που τους είχε ανατεθεί.

Τρίτον, αναγνωρίζονται όλο και περισσότερο σημαντικές επιπτώσεις του απαγορευτικού στην πνευματική και ψυχική υγεία των παιδιών, με εμφάνιση άγχους, απομόνωσης, φαινόμενα όπως ο εθισμός στο διαδίκτυο, κυρίως λόγω της απομάκρυνσης από τα σχολεία και το φιλικό τους καθημερινό περιβάλλον. Ας μην υποτιμάμε την επιρροή του σχολείου στην κοινωνικοποίηση των παιδιών. Αυτή την στιγμή έχουμε παιδιά στα σπίτια, που εδώ και βδομάδες δεν έχουν ουσιαστική επαφή με τους συνομήλικους τους.
Τέταρτον, υπάρχουν οικονομικοί λόγοι που αφορούν τους γονείς και την κοινωνία. Εγώ δεν είμαι ειδικός να σας τους αναλύσω.

Η UNICEF σε πρόσφατες δηλώσεις της σχετικά με την επαναλειτουργία των σχολείων, συνέστησε να συνεξετάζουν οι αρχές, η πολιτική ηγεσία, τα οφέλη και τους κινδύνους στην εκπαίδευση, στη Δημόσια Υγεία, τις επιπτώσεις σε κοινωνικο-οικονομικά μεγέθη, χρησιμοποιώντας τα καλύτερα διαθέσιμα δεδομένα».

Με βήμα, λοιπόν, ταχύ πηγαίνουμε προς το άνοιγμα και των σχολείων της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Σε αυτό συνηγορεί και η δήλωση του κυβερνητικού εκπροσώπου Πέτσα: «Το μόνο που κρατάμε είναι η δέσμευση του Πρωθυπουργού ότι θα ανοίξουν τα Δημοτικά σχολεία, όπως είναι προγραμματισμένο, την 1η Ιουνίου, εφόσον είναι καθοδική η πορεία της πανδημίας». 

Υπάρχει ίσως μια επιφύλαξη για τα πολύ μικρά παιδιά του Νηπιαγωγείου, αλλά αυτό θα το μάθουμε τη Δευτέρα: «Για τα νηπιαγωγεία και τους παιδικούς σταθμούς είναι ακόμα πιο δύσκολα τα πράγματα. Εκεί είναι σαφές πως δεν είναι πρακτικά εφικτή η διατήρηση της απόστασης και εκεί υπάρχουν άλλοι κανόνες», δήλωσε ο Τσιόδρας.

Ο ίδιος πάντως, κρατώντας «πισινή» έδωσε τη λύση για τα παιδιά των οικογενειών που έχουν στους κόλπους τους ευπαθείς ομάδες: «Για ένα παιδί που ανήκει σε μια ευπαθή ομάδα, ένα παιδί που μένει με την γιαγιά ή τον παππού ή κάποια άλλη ευπαθή ομάδα στο σπίτι, ένα παιδί που ζει σε ένα σπίτι που συστεγάζονται πολλές γενιές μαζί, είναι σημαντικό για την υγεία του, την υγεία τους, να μην πάει στο σχολείο αυτή τη στιγμή με στόχο, όμως, να μην βλαφθούν και οι υπόλοιπες παράμετροι που προαναφέραμε».

Φυσικά, ο συγχρωτισμός στις πλατείες -και μεταξύ των παιδιών- έδωσε τροφή στην «ατομική ευθύνη» και έγινε επιχείρημα από τους οπαδούς της «επανεκκίνησης» επιστήμονες και κυβέρνηση:  

«Τέλος, είναι σημαντικό να ξέρει κανείς τι θα κάνει το παιδί που δεν θα πάει σχολείο. Αν είναι σπίτι σε απομόνωση, σαφώς και είναι ασφαλέστερο από το να εκτεθεί στον νέο ιό με την επαφή του με τον έξω κόσμο, με τα άλλα παιδιά. Αν, όμως, ένα παιδί βγαίνει για να παίξει σε μια γειτονιά και στις πλατείες εκτίθεται σε επαφή ούτως ή άλλως και μάλιστα σε ένα περιβάλλον που είναι μη ελεγχόμενο, όπου δεν είναι και σίγουρο ότι τηρούνται τα μέτρα».

Σε κάθε περίπτωση ο κύβος ερρίφθη και παρότι «το άνοιγμα των σχολείων για τα μικρά παιδιά παραμένει ένα σύνθετο δίλημμα», υπερτερεί το συμφέρον της καπιταλιστικής οικονομίας και «η δεδομένη χρονική στιγμή μοιάζει η καταλληλότερη για να επιστρέψουν τα περισσότερα παιδιά υπό προϋποθέσεις στην κανονικότητα που τους στερήσαμε».

ΥΓ: Στη Γαλλία, μία εβδομάδα μετά την επιστροφή στα σχολεία του 30% των μαθητών παρουσιάστηκε ανησυχητική έξαρση της νόσου. 70 κρούσματα COVID-19 είναι περιπτώσεις που συνδέονται με την επιστροφή στα σχολεία. Για προληπτικούς λόγους έκλεισαν 8 σχολεία στην πόλη Ρουμπέ, βιομηχανική πόλη του βορρά, στα σύνορα με το Βέλγιο.
Τετάρτη 20 Μαΐου 2020