Σάββατο 04 Απριλίου 2020 | 04:17

ΕπικαιρότηταPointer

Δημαγωγία και πραγματικότητα

Καταρχάς κυβέρνηση και υπουργείο Παιδείας τρόμαξαν να πάρουν απόφαση να κλείσουν τα σχολεία, μετά από συνεχείς εκκλήσεις και καταγγελίες.
 
Στη συνέχεια, η Κεραμέως ανακοίνωσε με πολλά ταρατατζούμ ότι το υπουργείο προχωρά στην εξ αποστάσεως διδασκαλία, της οποίας «στόχος δεν είναι η κάλυψη της διδακτέας ύλης, αλλά η συνέχιση της επαφής των μαθητών με τη μαθησιακή διαδικασία».
 
Την Δευτέρα 16 Μαρτίου, ξεκινά η πιλοτική εφαρμογή της εξ αποστάσεως διδασκαλίας στους νομούς Αχαΐας, Ηλείας και Ζακύνθου «για τη Γ΄ Λυκείου, που έχει προτεραιοποιηθεί λόγω των επερχόμενων Πανελλαδικών Εξετάσεων και θα ακολουθήσουν οι λοιπές τάξεις». Από την Τρίτη 17 Μαρτίου σταδιακά το μέτρο θα επεκταθεί σε όλα τα Λύκεια της χώρας.
 
Σύμφωνα με την εγκύκλιο του υπουργείου Παιδείας η διαδικασία θα υλοποιηθεί από κάθε εκπαιδευτικό είτε με σύγχρονες [(τηλεκπαίδευση) απευθείας διδασκαλία σε πραγματικό χρόνο από εκπαιδευτικό, μέσω διαδικτυακής πλατφόρμας, σε μαθητές, σπουδαστές και φοιτητές που παρακολουθούν ζωντανά μέσω υπολογιστή, κινητού ή tablet] είτε με ασύγχρονες μεθόδους διδασκαλίας (οι μαθητές συνεργάζονται με τον εκπαιδευτικό σε διαφορετικό χρόνο από τη διαδικασία παράδοσης του μαθήματος ή δημιουργίας υλικού από τον εκπαιδευτικό, έχοντας πρόσβαση σε μαθησιακό υλικό και χρονοδιάγραμμα μελέτης μέσω διαδικτύου), είτε συνδυαστικά.
 
Οι εξαγγελίες του υπουργείου Παιδείας, που έτυχαν της δέουσας προβολής από όλα τα φιλικά Μέσα Μαζικής Εξαπάτησης, έχουν στόχο να παρουσιαστεί ένα δήθεν διαρκές και ειλικρινές ενδιαφέρον για τη δημόσια εκπαίδευση των παιδιών του ελληνικού λαού, που δοκιμάζονται μαζί με τις οικογένειές τους από τη λαίλαπα του κοροναϊού.
 
Πρόκειται για καθαρά δημαγωγικό κόλπο και αυτό το γνωρίζουν καλά όσοι έχουν επαφή με την εκπαιδευτική πραγματικότητα.
 
Γιατί η διά ζώσης διδασκαλία μέσα στην τάξη είναι αναντικατάστατη. Και αυτό αφορά όλους τους μαθητές και ιδιαίτερα τους μαθητές των μικρών τάξεων. Η παρουσία του δάσκαλου και η αλληλεπίδραση με τους μαθητές μέσα σε μια «ζωντανή» τάξη αποτελεί το οξυγόνο της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Οι νέες τεχνολογίες μόνο υποστηρικτικό ρόλο έχουν στη διά ζώσης διδασκαλία.
 
Γιατί οι εκπαιδευτικοί  δεν έχουν όλοι στην κατοχή τους την απαραίτητη υλικοτεχνική υποδομή, την επιμόρφωση ούτε και την εξοικείωση για να συμμετάσχουν σε μια τέτοια διαδικασία.
 
Γιατί ούτε τα δημόσια σχολεία διαθέτουν την απαραίτητη υποδομή. Ολοι ξέρουμε πως με κόπο οι τάξεις «εξασφαλίζουν» υπολογιστές της κακιάς ώρας από οργανισμούς (τράπεζες, ΟΤΕ, επιχειρήσεις, κ.λπ) που τους έχουν πλέον για πέταμα και με πολύ αργοκίνητο ίντερνετ.
 
Γιατί υπάρχουν δεκάδες χιλιάδες εκπαιδευτικοί-αναπληρωτές που δεν έχουν εύκολη πρόσβαση στα σχολεία που υπηρετούν. Αυτοί οι άνθρωποι δικαιούνται αυτήν την ώρα να βρίσκονται κοντά στην οικογένειά τους.
 
Γιατί, μεσούσης της πανδημίας του κοροναϊού, η παρουσία εκπαιδευτικών στο σχολείο για να συμμετάσχουν στην εξ αποστάσεως διδασκαλία θέτει σε κίνδυνο την υγεία τους και την υγεία των οικογενειών τους.
 
Γιατί άλλο τα σχέδια επί χάρτου και άλλο η υλοποίηση του μέτρου που απαιτεί σχεδιασμό, κατάλληλα προγράμματα (μαθησιακό υλικό, διακριτούς στόχους, κ.λπ.).
 
Γιατί, πάνω απ’ όλα, όλα τα σχολεία δεν είναι στην Εκάλη και την Κηφισιά. Οι μαθητές δεν έχουν όλοι την ευκαιρία να έχουν στο σπίτι τους πρόσβαση σε σύγχρονο ηλεκτρονικό υπολογιστή ή στο διαδίκτυο. Τί θα γίνει με τα παιδιά των μικρών νησιών, της απομακρυσμένης επαρχίας, των φτωχών και παρατημένων εργατικών συνοικιών; Τί θα γίνει με τα χιλιάδες προσφυγόπουλα που είναι στοιβαγμένα στους καταυλισμούς του αίσχους, με αυτά που δεν έχουν πρόσβαση στη δημόσια εκπαίδευση λόγω των αντιδραστικών και απάνθρωπων πολιτικών που επιλέγονται γι’ αυτές τις κατηγορίες πληθυσμού;  
 
Αν έστω και ένας μαθητής δεν μπορεί να πάρει μέρος στο εγχείρημα, αυτό αποτελεί παραβίαση της αρχής των ίσων ευκαιριών, την οποία, υποτίθεται, ότι πρεσβεύουν και υπηρετούν οι εγκέφαλοι του υπουργείου Παιδείας.
 
Κυβέρνηση και υπουργείο Παιδείας δεν έχουν δικαίωμα να ομιλούν. Είναι αυτοί που όλα αυτά τα χρόνια υπηρέτησαν με πείσμα και φανατισμό τις μνημονιακές πολιτικές, που έβαλαν λουκέτο σε σχολεία, συγχώνευσαν σχολικές μονάδες και τμήματα και υποχρέωσαν τα παιδιά αυτών των περιοχών να μετακινούνται σε μεγάλες αποστάσεις κάτω από αντίξοες συνθήκες. Είναι αυτοί που υποχρηματοδότησαν και υποχρηματοδοτούν τη δημόσια εκπαίδευση και εφαρμόζουν τον «κόφτη» με κάθε μέσο.
 
Τέλος, ακόμη και αυτήν τη στιγμή, που εκατομμύρια άνθρωποι ζουν με το φόβο και την ανησυχία για την πανδημία του κοροναϊού, που τροφοδοτούνται από τις συμπεριφορές και πράξεις του καπιταλιστικού κράτους, προκαλεί οργή η μοναδική έγνοια των πολιτικών προϊστάμενων του υπουργείου Παιδείας μην τυχόν και χαθούν οι πανελλαδικές εξετάσεις, που ρυθμίζουν ως καρμανιόλα τη ροή προς την τριτοβάθμια εκπαίδευση, ειδικά των παιδιών της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων. Ακόμη και τώρα δε θέλουν ν’ απαλλάξουν από το άγχος των εξετάσεων αυτήν τη νεολαία, ανοίγοντας τις πόρτες των Ιδρυμάτων.
 
Σαν έτοιμες από καιρό ιδιωτικές εταιρίες που δραστηριοποιούνται στην παροχή υπηρεσιών εξ αποστάσεως έσπευσαν πρόθυμα να δηλώσουν παρών και να «βοηθήσουν» το υπουργείο Παιδείας στην υλοποίηση του εγχειρήματος. Εξ ου και τα δημόσια ευχαριστήρια της Κεραμέως, που είναι και αυτή, όπως και η κυβέρνησή της, υπέρμαχος της αγοράς, της «ιδιωτικής πρωτοβουλίας», ακόμα και εάν πρόκειται για κοινωνικά αγαθά (π.χ. δημόσια Παιδεία), που είναι υποχρέωση του κράτους να προσφέρει στους πολίτες: «Ευχαριστώ θερμά τους παρόχους των νέων, δωρεάν, ψηφιακών εργαλείων, αλλά και όσους εργάστηκαν άοκνα, ώστε σε λίγες μέρες να ετοιμαστεί η υποδομή μίας καινοτόμου εκπαιδευτικής εμπειρίας. Ολοι μαζί θα ξεπεράσουμε και αυτή τη δυσκολία, βγαίνοντας νικητές».
 
Από κοντά και η τοπική αυτοδιοίκηση (Περιφέρεια Αττικής), που βρήκε την ευκαιρία να «τρυπώσει», όπως διακαώς επιθυμεί, στη δημόσια εκπαίδευση, αναλαμβάνοντας υποχρεώσεις που αντιστοιχούν στο υπουργείο Παιδείας. Η Περιφέρεια Αττικής, μάλιστα έσπευσε να δημοσιοποιήσει τη συνεργασία της επ’ αυτού με την ιδιωτική επιχείρηση BRAINYJKE, που δραστηριοποιείται στον χώρο της παροχής εκπαιδευτικών υπηρεσιών εξ’ αποστάσεως.
 
Το δημαγωγικό-επικοινωνιακό κόλπο του υπουργείου Παιδείας για την εξ αποστάσεως διδασκαλία συνάντησε αντιδράσεις από Συλλόγους Εκπαιδευτικών, ΕΛΜΕ και από τις εκπαιδευτικές Ομοσπονδίες.
 
Η ΔΟΕ αναφέρει χαρακτηριστικά: «Οι ανακοινώσεις του Υπουργείου Παιδείας επί του ζητήματος φαίνεται να αγνοούν βασικά δεδομένα που σχετίζονται τόσο με τη δυνατότητα του εκπαιδευτικού μας συστήματος να υποστηρίξει μια τέτοια κατάσταση όσο και των μαθητών του δημοτικού σχολείου, να ανταποκριθούν σε μια τέτοια διαδικασία και δεν λαμβάνουν υπόψη το γεγονός ότι μένει ανοιχτό το ενδεχόμενο  χρήσης εκπαιδευτικού υλικού που δεν συνάδει με τα υφιστάμενα Αναλυτικά Προγράμματα. Αγνοούν, επίσης, το γεγονός ότι εξαιρετικά μεγάλος αριθμός μαθητών δεν έχει πρόσβαση σε ηλεκτρονικό υπολογιστή ή/και στο διαδίκτυο (εκτός κι αν θεωρείται δεδομένο από την πολιτική ηγεσία ότι θα αφορά μόνον μαθητές που ανήκουν σε οικογένειες με βιοτικό επίπεδο συγκεκριμένων, υψηλών δυνατοτήτων), κάτι που θα αφαιρέσει από το εγχείρημα το αναγκαίο στοιχείο του να αφορά το σύνολο των μαθητών, δίχως καμιά διάκριση.
 
Στις ανακοινώσεις αυτές γίνεται, επίσης, ευχαριστήρια αναφορά σε συγκεκριμένες ιδιωτικές εταιρείες που παρέχουν δωρεάν στο Υπουργείο ψηφιακές πλατφόρμες κάτι που ανοίγει μια σειρά από σοβαρά ζητήματα σε σχέση με το πώς η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου αντιλαμβάνεται την υποχρέωση του για την παροχή δημόσιας, δωρεάν εκπαίδευσης προς τους μαθητές από τη στιγμή, μάλιστα, που διαχρονικά οι ηγεσίες του Υπουργείου δεν έχουν μεριμνήσει για την ουσιαστική ανάπτυξη και υποστήριξη πλατφόρμας σύγχρονης και ασύγχρονης τηλεκπαίδευσης.
 
Εξαιρετικά ανησυχητικό είναι, τέλος, το ζήτημα  που δημιουργείται από την ανακοίνωση της Περιφέρειας Αττικής με την οποία γνωστοποιείται η πρωτοβουλία της για παροχή “εξ’ αποστάσεως εκπαίδευσης για μαθητές Δημοτικού που φοιτούν στις τάξεις Ε’ και ΣΤ’, καθώς και για τους μαθητές και των τριών τάξεων του Γυμνασίου“, σε συνεργασία με (αναφερόμενη στην ανακοίνωση) ιδιωτική εταιρεία. Είναι πιθανό δε, για διαφημιστικούς ή άλλους λόγους, να υπάρξουν στη συνέχεια και άλλες τέτοιες πρωτοβουλίες, οι οποίες θα πραγματοποιούνται χωρίς κανέναν απολύτως έλεγχο και χωρίς καμία διαβεβαίωση αρμόδιου επιστημονικού οργάνου ότι είναι κατάλληλες για τους μαθητές».
 
Η ΟΛΜΕ σε ανακοίνωση με το ίδιο περιεχόμενο σημειώνει:
 
«Η εφαρμογή της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης απαιτεί και άλλες σημαντικές προϋποθέσεις για τις οποίες, μέχρι στιγμής, από το υπουργείο δεν γίνεται κανένας λόγος:
 
• Καταρχάς, δεν είναι δεδομένο ότι όλοι οι μαθητές και οι μαθήτριες διαθέτουν στα σπίτια τους τον απαραίτητο εξοπλισμό ή πρόσβαση στο διαδίκτυο για να παρακολουθήσουν οποιαδήποτε μορφή τηλεκπαίδευσης. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το ποσοστό του πληθυσμού που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή σε κοινωνικό αποκλεισμό το 2018 είναι 31,8%. Οσον αφορά δε στις ηλικίες 0-17 ετών το ποσοστό αυτό ανέρχεται στο 33%. Ανάλογα είναι και τα ποσοστά της ευρυζωνικότητας, καθώς κατά μέσο όρο μόλις το 78,5% των νοικοκυριών έχει πρόσβαση στο διαδίκτυο από την κατοικία, ποσοστό που διαφέρει ανάλογα με τη γεωγραφική κατανομή (π.χ. στα νησιά του Αιγαίου και την Κρήτη είναι 68,8%).
 
• Οι ίδιοι περιορισμοί ισχύουν και για κάποιους εκπαιδευτικούς. Ας μην ξεχνάμε πόσο δύσκολη είναι η πρόσβαση των εκπαιδευτικών στα σχολεία προκειμένου να χρησιμοποιήσουν τον τεχνολογικό τους εξοπλισμό για το εν λόγω εγχείρημα, όχι μόνο λόγω της ΚΥΑ, αλλά και λόγω του ότι πολλοί εκπαιδευτικοί που υπηρετούν μακριά από τις οικογένειές τους έχουν δικαίως την ανάγκη να επιστρέψουν στα σπίτια τους.
 
• Πάρα πολλά σχολεία, ακόμα και αν αίρονταν ο παραπάνω περιορισμός, δεν είναι επαρκώς εξοπλισμένα για τηλεκπαίδευση.
 
Τέλος, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η εξ αποστάσεως εκπαίδευση δεν μπορεί να αποφέρει ουσιαστικά αποτελέσματα σε όλες τις ηλικίες, καθώς είναι παιδαγωγικά απρόσφορη για τους ανηλίκους (ιδίως του γυμνασίου) οι οποίοι έχουν μεγαλύτερη ανάγκη διαπροσωπικής επαφής και απαιτεί υψηλό αυτοέλεγχο.
 
Το πρόβλημα λοιπόν είναι εξαιρετικά σύνθετο και το υπουργείο οφείλει να λάβει υπόψη αυτούς τους περιορισμούς και να μην αναλώνεται σε στείρους εντυπωσιασμούς. Διαφορετικά, η τηλεκπαίδευση θα οδηγήσει σε μια άνευ προηγουμένου άνιση μεταχείριση των μαθητών, με την έγκριση μάλιστα του υπουργείου».

 
Γιούλα Γκεσούλη
 
Κυριακή 22 Μαρτίου 2020