Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2020 | 14:20

ΕπικαιρότηταPointer

Εκλογικός νόμος: Κομμένος και ραμμένος στα μέτρα της ΝΔ

«Εκλογές θα γίνουν το ’23, το επαναλαμβάνω για ακόμα μία φορά», είπε ο Μητσοτάκης στο δείπνο του Ελληνοαμερικάνικου Επιμελητήριου. Το επανέλαβε και ο εκλογομάγειράς του Θεοδωρικάκος σε ραδιοφωνική του συνέντευξη. Κανείς δεν τους πίστεψε, φυσικά. Αλλωστε, αποτελεί κοινό τόπο αυτό που συνήθιζαν να λένε οι παλιότεροι αστοί πολιτικοί: δύο πράγματα δεν προαναγγέλλονται, οι πρόωρες εκλογές και η υποτίμηση του νομίσματος.
 
Και να ήθελε κάποιος να πιστέψει στα λεγόμενα του Μητσοτάκη για εξάντληση της τετραετίας, έρχεται η εσπευσμένη ψήφιση του εκλογικού νόμου για να βάλει ψύλλους στ' αυτιά και του πλέον εύπιστου. Το κείμενο του νέου εκλογικού νόμου παρέδωσε ο Μητσοτάκης στους πολιτικούς αρχηγούς, τους οποίους κάλεσε σε διμερείς συναντήσεις στο Μαξίμου για να τους ενημερώσει για τα αποτελέσματα του ταξιδιού του στις ΗΠΑ. Φυσικά, όλοι ήξεραν τι θα περιλαμβάνει ο νέος εκλογικός νόμος, αφού η κυβέρνηση είχε διαρρεύσει τη βασική πρόβλεψή του.
 
Με 37,5% το πρώτο κόμμα παίρνει μπόνους 50 εδρών και -υπό τις δεδομένες συνθήκες- αυτοδυναμία. Αυτό και μόνον αυτό εξυπηρετεί η θέσπιση του κλιμακωτού μπόνους: να μπορεί να εξασφαλίζεται αυτοδυναμία με χαμηλότερο ποσοστό απ' αυτό που ίσχυε με τον καλπονοθευτικό νόμο που ίσχυε. Θυμίζουμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ τον Γενάρη του 2015 πήρε 36,34% και 149 έδρες και τον Σεπτέμβρη του 2015 πήρε 35,45% και 145 έδρες. Δηλαδή, το μπόνους των 50 εδρών δεν του έφτασε για την αυτοδυναμία. Να θυμίσουμε ακόμα ότι τον περασμένο Ιούλη η ΝΔ πήρε 39,85% και 158 έδρες. Επομένως, στόχος είναι η εξασφάλιση αυτοδυναμίας με ελαφρώς χαμηλότερο ποσοστό.
 
Ο τελευταίος εκλογικός νόμος ενισχυμένης αναλογικής ψηφίστηκε το 2004 επί κυβέρνησης Σημίτη με υπουργό Εσωτερικών τον Σκανδαλίδη. Προέβλεπε μπόνους 40 εδρών και ίσχυσε για πρώτη φορά στις εκλογές του 2007. Το 2008, η κυβέρνηση Καραμανλή, με υπουργό Εσωτερικών τον Παυλόπουλο (τον Πάκη), αύξησε το μπόνους στις 50 έδρες. Τότε, τα δυο κόμματα που εναλλάσσονταν στην εξουσία (ΝΔ και ΠΑΣΟΚ) κινούνταν σε ποσοστά πάνω από 40%. Στη συνέχεια μεσολάβησε η κρίση και αυτά τα ποσοστά έγιναν όνειρο απατηλό. Γι' αυτό και από τις εκλογές του 2009, τις τελευταίες που έδωσαν αυτοδύναμη κυβέρνηση, χρειάστηκε να περάσουν δέκα χρόνια, για να υπάρξει αυτοδυναμία της ΝΔ τον Ιούλη του 2019, χάρη στο υψηλό ποσοστό που πήρε, αλλά και στο σχετικά υψηλό ποσοστό των κομμάτων που έμειναν εκτός Βουλής.
 
Οι Τσιπραίοι, αφού κέρδισαν δυο εκλογικές αναμετρήσεις και σχημάτισαν την κυβέρνηση που ήθελαν, χάρη στον καλπονοθευτικό νόμο Σκανδαλίδη-Παυλόπουλου, θυμήθηκαν να θεσπίσουν την απλή αναλογική όταν ήταν σίγουροι ότι δεν πρόκειται να κερδίσουν τρίτες εκλογές. Το έκαναν ποντάροντας στις μεθεπόμενες εκλογές, για να κόψουν τη δυνατότητα στη ΝΔ -αν τις κερδίσει- να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Δεν έκαναν τίποτα πρωτότυπο, αλλά αντέγραψαν αυτό που έκανε ο Ανδρέας Παπανδρέου στα τέλη της δεκαετίας του '80, θεσπίζοντας ένα ίδιο με αυτό των Τσιπραίων εκλογικό σύστημα, ξέροντας ότι το ΠΑΣΟΚ του δε θα κερδίσει τις επόμενες εκλογές.
 
Τώρα, ο Μητσοτάκης θέλει να επαναφέρει την ενισχυμένη, με τροποποίηση ως προς την απονομή του μπόνους, αλλά βάζοντας χαμηλά τον πήχη για την απόδοση ολόκληρου του μπόνους (50 έδρες στο 37,5%). Η κλιμάκωση ήταν μια πρόταση του ΠΑΣΟΚ, αλλά -όπως θα θυμόσαστε- από τότε που ξεκίνησε η σχετική φιλολογία γράψαμε ότι ο Μητσοτάκης δεν πρόκειται να κάνει την παραμικρή παραχώρηση προς το ΚΙΝΑΛ. Γιατί απλούστατα οι ψήφοι του του είναι άχρηστοι. Για να πιαστούν οι 200 ψήφοι και να ισχύσει ο νέος εκλογικός νόμος από τις επόμενες (και όχι τις μεθεπόμενες) εκλογές, θα έπρεπε να ψηφίσει και ο ΣΥΡΙΖΑ, πράγμα αδύνατο. Αρα, δεν είχε κανένα λόγο ο Μητσοτάκης να κάνει παραχωρήσεις στο ΚΙΝΑΛ. Αντίθετα, έχει κάθε λόγο -την ώρα που ο Τσίπρας μαζεύει πασόκους- να μπει και αυτός στη λεηλασία, ώστε -ει δυνατόν- να μην υπάρχει αυτός ο ενδιάμεσος πόλος ανάμεσα στη ΝΔ και τον ΣΥΡΙΖΑ.
 
Το ΚΙΝΑΛ δε συμφωνεί με τον εκλογικό νόμο του Μητσοτάκη, γιατί αυτός κάνει -λέει- κατάχρηση της αναγκαιότητας να πριμοδοτείται με έδρες το πρώτο κόμμα, ώστε να σχηματίζει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Κατεβάζει (το ΚΙΝΑΛ) το μπόνους στις 35 έδρες μάξιμουμ, αντί 50. Λογικό από τη σκοπιά του. Με μπόνους 35 εδρών, δύσκολα (για να μην πούμε αποκλείεται) το πρώτο κόμμα θα πάρει αυτοδυναμία, οπότε θα χρειαστεί κυβερνητικό εταίρο. Ετσι, το ΚΙΝΑΛ, με το σημερινό του ποσοστό, ακόμα και με λίγο μικρότερο, θα μπορεί ν' αποτελεί τον κυβερνητικό εταίρο είτε της ΝΔ είτε του ΣΥΡΙΖΑ, όπως έκανε παλιότερα το κόμμα του Γκένσερ στη Γερμανία. Αυτά, βέβαια, είναι… όνειρα για το μέλλον. Προς το παρόν το ΚΙΝΑΛ (ό,τι απέμεινε από το άλλοτε κραταιό ΠΑΣΟΚ) έχει ν' αντιμετωπίσει έναν υπαρξιακό κίνδυνο: την πίεση που του ασκεί ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος μαζεύει στελέχη απ' όλη την Ελλάδα. Αν ψήφιζε τον εκλογικό νόμο παρέα με τη ΝΔ, θα αντιμετώπιζε την κριτική ότι έχει γίνει παρακολούθημα της Δεξιάς. Γι' αυτό και έπρεπε να βρει ένα λόγο να μην ψηφίσει μαζί με τη ΝΔ, αφού έτσι κι αλλιώς οι ψήφοι του δεν έχουν καμιά πρακτική αξία (μόνο πολιτικά συμβολική σημασία θα είχε η υπερψήφιση του εκλογικού νόμου από το ΚΙΝΑΛ).
 
Ο Μητσοτάκης θα ψηφίσει τον εκλογικό νόμο με τους 158 βουλευτές της ΝΔ και -όπως λέει- θα πάει σε διπλές εκλογές την επόμενη φορά. Πρώτα θα «κάψει» τον εκλογικό νόμο του ΣΥΡΙΖΑ (αφού δε θα προκύπτει κυβερνητική πλειοψηφία παρά μόνο αν συνεργαστούν ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ) και στο καπάκι θα πάει σε δεύτερες εκλογές με το δικό του εκλογικό νόμο, προσδοκώντας ότι θα νικήσει και θα πιάσει το 37,5% (περίπου δυόμισι μονάδες κάτω από το ποσοστό του περασμένου Ιούλη) που θα του δώσει αυτοδυναμία.
 
Κι εδώ φτάνουμε στο κρίσιμο ερώτημα: πότε; Το 2023 λέει ο Μητσοτάκης (όπως θα έλεγε κάθε πρωθυπουργός στη θέση του). Γιατί όμως να περιμένει το 2023; Θα έχει ως τότε αναμορφώσει τη χώρα, θα έχει βρει δουλειά σε όλους τους άνεργους, θα έχει εξαλείψει τη φορομπηξία; Αστείο και να το συζητάμε. Οποιοσδήποτε στη θέση του θα έψαχνε την κατάλληλη ευκαιρία το 2020, το πολύ το πρώτο εξάμηνο του 2021 για να κάνει πρόωρες εκλογές υπό τις καλύτερες γι' αυτόν συνθήκες. Γιατί όσο περνάει ο χρόνος τόσο χειρότερα θα γίνονται γι' αυτόν τα πράγματα, καθώς η πραγματική κοινωνική κατάσταση θα διαλύει αυταπάτες, προσδοκίες και φρούδες ελπίδες.
Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2020