Δευτέρα 03 Αυγούστου 2020 | 23:38

ΕπικαιρότηταPointer

Μέγγενη για τα ΑΕΙ

Κυριολεκτικά σε μέγγενη για τα ΑΕΙ αναδεικνύεται  το νέο σύστημα «αξιολόγησης και πιστοποίησης της ποιότητας» μέσω της «Εθνικής Αρχής Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘ.Α.Α.Ε.)», που αντικαθιστά την ΑΔΙΠ.
 
Το περίφημο «αυτοδιοίκητο» πετιέται κυριολεκτικά στα σκουπίδια, αφού τα ΑΕΙ υφίστανται σκληρή επιτήρηση. Μηχανισμοί εσωτερικής και εξωτερικής αξιολόγησης κρίνουν με βάση την προσαρμοστικότητα των Ιδρυμάτων στα κριτήρια αξιολόγησης και πιστοποίησης που ισχύουν στον Ευρωπαϊκό Χώρο Ανώτατης Εκπαίδευσης, όπου τη στρατηγική χαράσσει το κεφάλαιο των ιμπεριαλιστικών κρατών, σύμφωνα με τις «αναπτυξιακές» πολιτικές που επιλέγει κάθε φορά να υπηρετήσει, στο έδαφος του σκληρού ανταγωνισμού για την ανάπτυξη της κερδοφορίας και την κατάχτηση αγορών.
 
Συνολικά επαναδιατυπώνεται ένα νέο σύστημα συγχώνευσης και κατάργησης Τμημάτων-Σχολών-Πανεπιστημίων, ενώ τα πανεπιστημιακά ιδρύματα -το κάθε ένα ατομικά- αγωνιούν να εξασφαλίσουν τα κριτήρια ύπαρξης και λειτουργίας τους.
 
Χαρακτηριστικά σημεία του σχεδίου νόμου είναι τα εξής:
 

Αρμοδιότητες Ανώτατου Συμβουλίου (άρθρο 7)

 
Ως γνωστόν, τις αρμοδιότητές της η Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης ασκεί μέσω του Ανώτατου Συμβουλίου και του Συμβουλίου Αξιολόγησης και Πιστοποίησης (Σ.Α.Π.).
 
Στις αρμοδιότητες του Ανώτατου Συμβουλίου, μεταξύ άλλων αναφέρονται οι παρακάτω:
 
α) το πρόγραμμα εθνικής στρατηγικής για την ανώτατη εκπαίδευση,
 
β) οι προγραμματικές συμφωνίες του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων με τα Α.Ε.Ι.,
 
γ) η ίδρυση, συγχώνευση, κατάτμηση, κατάργηση, μετονομασία των Α.Ε.Ι. και των επιμέρους ακαδημαϊκών τους μονάδων,...
 
ε) προτάσεις και μέτρα για την ενίσχυση της διεθνοποίησης των Α.Ε.Ι.
 
Το Ανώτατο Συμβούλιο (αποτελείται από διορισμένο Πρόεδρο και από 4 μέλη-πανεπιστημιακούς από Ιδρύματα του εσωτερικού ή του εξωτερικού που διορίζονται μετά από διαδικασία κατάταξης σε αξιολογικό πίνακα) αποτελεί ουσιαστικά προέκταση του υπουργείου Παιδείας. Η «εθνική στρατηγική για την ανώτατη εκπαίδευση» δεν είναι άλλη από τη στρατηγική των αστικών κυβερνήσεων της Ελλάδας, στο πλαίσιο του ιεραρχικού διεθνούς καταμερισμού της εργασίας, που επιβάλλουν τα μεγάλα μονοπώλια και το «άρμα» στο οποίο είναι προσδεδεμένη η χώρα μας.
 
Οι προγραμματικές συμφωνίες που συνάπτουν τα πανεπιστημιακά ιδρύματα με το υπουργείο-αστικό κράτος είναι δεσμευτικές. Αφορούν ιδίως π.χ. την ιδιαίτερη φυσιογνωμία και αποστολή του Α.Ε.Ι., τη θέση του στον ελληνικό, ευρωπαϊκό και διεθνή χώρο, στην ανάπτυξη της υποδομής και του εξοπλισμού, τη βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών, το συντονισμό των ακαδημαϊκών, εκπαιδευτικών και ερευνητικών δραστηριοτήτων του Α.Ε.Ι. με τις αντίστοιχες εξελίξεις σε ιδρύματα του εξωτερικού και ιδιαίτερα με τις εξελίξεις και τις προοπτικές στον Ευρωπαϊκό Χώρο Ανώτατης Εκπαίδευσης και Ερευνας.
 
Με την «εισήγηση» του Ανώτατου Συμβουλίου περιβάλλεται με το επιστημονικό φωτοστέφανο το κάθε φορά νέο σίριαλ των συγχωνεύσεων-καταργήσεων, ώστε να ελαχιστοποιούνται οι δαπάνες για την τριτοβάθμια εκπαίδευση και να περιορίζεται ο αριθμός των φοιτούντων σε αυτήν.
 
Τα ιδρύματα δε στηρίζονται οικονομικά, δεν ενισχύονται με υποδομές και προσωπικό ώστε να αναβαθμίζονται ποιοτικά, αλλά καρατομούνται.
 
Την πολιτική αυτή υπηρετεί και η αρμοδιότητα του Ανώτατου Συμβουλίου να εισηγείται στον υπουργό Παιδείας «την κατανομή του ετήσιου συνολικού προϋπολογισμού επιχορηγήσεων στα Α.Ε.Ι., του οποίου το 20% κατανέμεται με βάση τους δείκτες ποιότητας και επιτευγμάτων κάθε ιδρύματος». Κοντολογίς, μόνο ένα μέρος της ήδη πετσοκομμένης κρατικής χρηματοδότησης καταβάλλεται στα πανεπιστημιακά ιδρύματα για τα τελείως απαραίτητα (φως, νερό, τηλέφωνο) και αυτό με «αντικειμενικά κριτήρια», ενώ το υπόλοιπο 20% τίθεται υπό την αίρεση της αξιολόγησης.
 
Είναι χαρακτηριστικό ότι «το Ανώτατο Συμβούλιο μπορεί να εισηγείται στον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων την ολική ή μερική αναστολή της χρηματοδότησης ενός Α.Ε.Ι. αν δεν παρέχει εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος το απαιτούμενο υλικό πληροφόρησης και την απαραίτητη τεκμηρίωση για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της Αρχής».
 

Αρμοδιότητες Συμβουλίου Αξιολόγησης και Πιστοποίησης (άρθρο 8) 

 
 Το Σ.Α.Π., μεταξύ άλλων:
 
Αξιολογεί τα Α.Ε.Ι. και τις επιμέρους ακαδημαϊκές και ερευνητικές τους μονάδες και πιστοποιεί εάν πληρούν τα κριτήρια οργάνωσης προγραμμάτων σπουδών πρώτου, δεύτερου και τρίτου κύκλου.
 
Επίσης, διενεργεί θεματικές αξιολογήσεις των Α.Ε.Ι. (στρατηγική διεθνοποίησης, ισότητα των φύλων, πρόσβαση των ατόμων με αναπηρία, απορρόφηση των αποφοίτων στην αγορά εργασίας, διασφάλιση του ακαδημαϊκού περιβάλλοντος, ανάπτυξη προγραμμάτων ηλεκτρονικής μάθησης και δια βίου μάθησης, κ.λπ.).
 
Πίσω από τις ωραιοποιημένες εκφράσεις και τις «άχρωμες» λέξεις διαβάζουμε ότι το Σ.Α.Π. αποφασίζει αν ένα Πανεπιστήμιο έχει τα «φώτα» όχι μόνο να οργανώσει μεταπτυχιακά και διδακτορικά προγράμματα, αλλά ακόμη και προπτυχιακά. Η αρμοδιότητα αυτή του Σ.Α.Π. σε συνδυασμό με τα κριτήρια αξιολόγησης, που θα αναφέρουμε στη συνέχεια, οδηγεί σε λουκέτο αρκετά ΑΕΙ που δεν έχουν π.χ. «ικανό αριθμό» φοιτητών, γεγονός που εξαρτάται από τη «σύνδεση» με τις περιστασιακές ανάγκες της αγοράς εργασίας. Τα ΑΕΙ δεν κρίνονται από το αν η ανάπτυξη μιας επιστήμης ωφελεί τον άνθρωπο και τις ανάγκες του, αλλά αν ανταποκρίνονται στην «αναπτυξιακή» πολιτική του κεφαλαίου τη δεδομένη στιγμή. Την ίδια κατεύθυνση υπηρετούν και οι «θεματικές αξιολογήσεις», π.χ. «η απορρόφηση των αποφοίτων στην αγορά εργασίας».
 
Η δραστηριοποίηση ενός πανεπιστημιακού ιδρύματος σε προγράμματα κατάρτισης και διά βίου μάθησης, που αποφέρουν πρόσθετη χρηματοδότηση και βοηθούν το αστικό κράτος να συγκαλύπτει την ανεργία και να εξαπατά τους άνεργους με φρούδες ελπίδες ότι θα βρουν δουλειά, αποτελεί κριτήριο διασφάλισης της ύπαρξης και λειτουργίας του.
 
Επίσης κριτήριο είναι η «στρατηγική διεθνοποίησης» από την πλευρά του Ιδρύματος με τους ίδιους στόχους: απόκτηση φοιτητών-πελατών και εξασφάλιση πρόσθετης χρηματοδότησης από τα δίδακτρα.
 
Το Σ.Α.Π. επίσης ενεργεί ως εξωτερικός «ράμπο», αφού αξιολογεί και πιστοποιεί το αργότερο κάθε πέντε έτη την ποιότητα των εσωτερικών συστημάτων αξιολόγησης των ΑΕΙ.    
 

Αξιολόγηση και πιστοποίηση ποιότητας και κριτήρια (άρθρα 9 και 10)

 
Η πιστοποίηση των ΑΕΙ, των επιμέρους ακαδημαϊκών μονάδων τους, των προγραμμάτων σπουδών και των εσωτερικών συστημάτων διασφάλισης ποιότητας, είναι διαδικασία εξωτερικής αξιολόγησης με βάση «ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια και δείκτες». Προς τούτο το Σ.Α.Π. συγκροτεί Επιτροπές Εξωτερικής Αξιολόγησης και Πιστοποίησης (Ε.Ε.Α.Π.). Τα κριτήρια και οι δείκτες, θεσπίζονται «στο πλαίσιο, ιδίως, των κοινών αρχών και κατευθύνσεων του Ευρωπαϊκού Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης».
 
Τέτοια κριτήρια είναι: α) η ακαδημαϊκή φυσιογνωμία και ο προσανατολισμός του προγράμματος σπουδών, β) η δομή και οργάνωση του προγράμματος σπουδών, γ) τα μαθησιακά αποτελέσματα, τα επιδιωκόμενα προσόντα και η ζήτησή τους στην αγορά εργασίας, δ) η ποιότητα και αποτελεσματικότητα του διδακτικού έργου, ε) η αριθμητική επάρκεια του προσωπικού, στ) η ποιότητα του ερευνητικού έργου της ακαδημαϊκής μονάδας, ζ) η σύνδεση της διδασκαλίας με την έρευνα, η) η ποιότητα των υποστηρικτικών υπηρεσιών, όπως οι διοικητικές υπηρεσίες, οι βιβλιοθήκες και οι υπηρεσίες φοιτητικής μέριμνας.
 
Η αναφορά στα «μαθησιακά αποτελέσματα» παραπέμπει στη σχέση μεταξύ του αριθμού των «ενεργών» φοιτητών και αυτού των «αιωνίων», στο πόσοι φοιτητές παίρνουν πτυχίο σύμφωνα με τον τυπικό χρόνο ολοκλήρωσης ενός προγράμματος σπουδών. Οι αναφορές στην «αποτελεσματικότητα» και «στα επιδιωκόμενα προσόντα και τη ζήτησή τους στην αγορά εργασίας» καθιστά τα ΑΕΙ παραρτήματα των καπιταλιστικών επιχειρήσεων.
 

Αποφάσεις πιστοποίησης (άρθρο 12)

 
Με απόφαση του Σ.Α.Π., που λαμβάνει υπόψη του την έκθεση της Επιτροπής Εξωτερικής Αξιολόγησης και Πιστοποίησης και τυχόν διατυπωθείσα γνώμη του οικείου Α.Ε.Ι., πιστοποιείται α) ότι το Α.Ε.Ι. ή η ακαδημαϊκή μονάδα πληροί τις προϋποθέσεις οργάνωσης σπουδών πρώτου, δεύτερου και τρίτου κύκλου, β) το πρόγραμμα σπουδών και γ) το εσωτερικό σύστημα διασφάλισης της ποιότητας του Α.Ε.Ι.
 
Η απόφαση του Σ.Α.Π. μπορεί να είναι θετική, θετική υπό όρους ή αρνητική. Η διάρκεια ισχύος της απόφασης πιστοποίησης ορίζεται στην απόφαση του Σ.Α.Π. και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα έξι έτη.
 
Αν εκδοθεί αρνητική απόφαση πιστοποίησης Α.Ε.Ι. ή ακαδημαϊκής μονάδας για την οργάνωση σπουδών και των τριών κύκλων σπουδών, το Σ.Α.Π τη διαβιβάζει στο Ανώτατο Συμβούλιο προκειμένου να εισηγηθεί στον υπουργό Παιδείας την αναδιάρθρωση, συγχώνευση, κατάτμηση ή κατάργηση του Α.Ε.Ι. ή της ακαδημαϊκής μονάδας.
 
Αν εκδοθεί αρνητική απόφαση πιστοποίησης προγράμματος σπουδών ή εσωτερικού συστήματος διασφάλισης ποιότητας, ο υπουργός Παιδείας μπορεί με απόφασή του να περιορίσει τη χρηματοδότηση του Α.Ε.Ι. και την εισαγωγή νέων φοιτητών στο πρόγραμμα σπουδών.
 
Η πιστοποίηση της ποιότητας για συγκεκριμένο πρόγραμμα σπουδών ή εσωτερικό σύστημα διασφάλισης της ποιότητας Α.Ε.Ι. μπορεί να υποκαθίσταται από πιστοποίηση διαπιστευμένου φορέα πιστοποίησης ανώτατης εκπαίδευσης του εξωτερικού, που ορίζεται με απόφαση του Σ.Α.Π.
 
Αρνητική απόφαση πιστοποίησης οδηγεί είτε σε συγχωνεύσεις-καταργήσεις είτε σε περιορισμό της χρηματοδότησης. Τα σχόλια περιττεύουν.
 

Κατανομή της δημόσιας χρηματοδότησης στα Α.Ε.Ι. (άρθρο 16)

 
Το 80% της τακτικής χρηματοδότησης από τον κρατικό προϋπολογισμό του υπουργείου Παιδείας κατανέμεται σύμφωνα με «αντικειμενικά» κριτήρια, όπως ο συνολικός αριθμός των εγγεγραμμένων φοιτητών ανά πρόγραμμα σπουδών, το εκτιμώμενο ετήσιο κόστος σπουδών ανά φοιτητή για κάθε πρόγραμμα σπουδών, η διάρκεια των προγραμμάτων σπουδών, το μέγεθος και η γεωγραφική διασπορά του ιδρύματος.
 
Το 80% της τακτικής χρηματοδότησης από τον κρατικό προϋπολογισμό του υπουργείου Παιδείας κατανέμεται σύμφωνα με «αντικειμενικά» κριτήρια, όπως ο συνολικός αριθμός των εγγεγραμμένων φοιτητών ανά πρόγραμμα σπουδών, το εκτιμώμενο ετήσιο κόστος σπουδών ανά φοιτητή για κάθε πρόγραμμα σπουδών, η διάρκεια των προγραμμάτων σπουδών, το μέγεθος και η γεωγραφική διασπορά του ιδρύματος.
 
Ακόμα και αυτά τα «αντικειμενικά κριτήρια» είναι σαφές ότι μπορούν να γίνονται κάθε φορά «λάστιχο». Ο αριθμός των εγγεγραμμένων φοιτητών μεταβάλλεται και το «εκτιμώμενο ετήσιο κόστος σπουδών ανά φοιτητή» υπόκειται στην αναγκαστικότητα των μνημονιακών δεσμεύσεων και της «πορείας ανάπτυξης της εθνικής οικονομίας».
 
Το 20% της τακτικής χρηματοδότησης κατανέμεται με βάση «ενδεικτικούς δείκτες ποιότητας και επιτευγμάτων», τους οποίους, για ξεκάρφωμα, επιλέγει  το ίδιο το Πανεπιστήμιο.
 
Στην πραγματικότητα, το Ιδρυμα δεν έχει επιλογή, αν δε θέλει να εισπράξει αρνητική αξιολόγηση και πιστοποίηση και επομένως να αφανιστεί από τον ακαδημαϊκό χάρτη ή να υποστεί μείωση της έτσι κι αλλιώς πετσοκομμένης χρηματοδότησης.
 
Οι δείκτες αυτοί είναι, ιδίως, οι εξής:
 
• η ποιότητα και αποτελεσματικότητα της εκπαιδευτικής διαδικασίας, όπως ενδεικτικά η αριθμητική σχέση αποφοίτων προς εισερχόμενους φοιτητές,
 
• η αξιολόγηση των παρεχόμενων εκπαιδευτικών υπηρεσιών από τους φοιτητές και η πορεία επαγγελματικής απορρόφησης των αποφοίτων,
 
• η ερευνητική δραστηριότητα, όπως ενδεικτικά ο αριθμός μελών του επιστημονικού προσωπικού που επιτυγχάνουν χρηματοδότηση από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Ερευνας, ο αριθμός Κέντρων Αριστείας στην έρευνα και ο αριθμός διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού που κατέχει θέσεις στα κεντρικά όργανα διοίκησης διεθνών ακαδημαϊκών ή ερευνητικών οργανισμών ή διεθνών επιστημονικών εταιριών,
 
ο αριθμός δημοσιεύσεων ανά καθηγητή,
 
ο αριθμός ανά καθηγητή απλών συμμετοχών σε διεθνή ανταγωνιστικά προγράμματα έρευνας της Ευρωπαϊκής Ενωσης και άλλων διεθνών οργανισμών και ο αριθμός ανά καθηγητή συμμετοχών με συντονιστικό ρόλο σε ανταγωνιστικά προγράμματα έρευνας της Ευρωπαϊκής Ενωσης και άλλων διεθνών οργανισμών.
 
Η διεθνοποίηση, όπως ενδεικτικά ο αριθμός των αλλοδαπών φοιτητών σε αναλογία με το συνολικό αριθμό εγγεγραμμένων φοιτητών, των φοιτητών που φοιτούν στο ίδρυμα μέσω των ευρωπαϊκών και διεθνών εκπαιδευτικών προγραμμάτων, των φοιτητών που φοιτούν στο εξωτερικό μέσω ευρωπαϊκών και διεθνών εκπαιδευτικών προγραμμάτων, καθώς και ο αριθμός συμφωνιών συνεργασίας με άλλα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Ελλάδας ή του εξωτερικού.
 
Γίνεται, λοιπόν, φανερό ότι οι δείκτες «ποιότητας» που αναφέρονται στο μοντέλο αξιολόγησης των ΑΕΙ από τη ΝΔ είναι αυτοί που καθορίζουν τις διεθνείς λίστες κατάταξης των Πανεπιστημίων με όρους σκληρής ανταγωνιστικότητας.
 
Πολλές φορές στο παρελθόν έχουμε αναφερθεί αναλυτικά στην κοροϊδία της διεθνούς κατάταξης των Πανεπιστημίων. Μιλάμε για κοροϊδία γιατί δεν είναι δυνατόν να γίνει μια κατάταξη για τα Πανεπιστήμια, που να λαμβάνει υπόψη της δεδομένα από έναν πολύ μεγάλο αριθμό ιδρυμάτων όλου του κόσμου, όπου υπάρχουν εντελώς διαφορετικά καθεστώτα λειτουργίας των Πανεπιστημίων, χωρίς αυτή να πέφτει σε σφάλματα.
 
Ετσι τα κριτήρια κατάταξης που παίρνονται υπόψη για να «μετρηθεί» η «ανταγωνιστικότητα» των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, είναι η συμμετοχή των αποφοίτων τους σε διεθνείς διαγωνισμούς, πόσοι από τους καθηγητές τους είναι καταξιωμένοι με βραβεία, πόσο «δημοφιλή» είναι τα ιδρύματα στους καθηγητές παγκοσμίως, δηλαδή αν μπορούν να τους προσελκύουν για δουλειά με παχυλούς μισθούς, σε ποιο βαθμό  ικανοποιούν τα αιτήματα των καπιταλιστών, πόσο «καλούς» φοιτητές (με τον τρόπο που εννοεί ο καπιταλισμός το «καλός») διαθέτουν, αν έχουν μεγάλη παραγωγή «αποδοτικής» έρευνας (δηλαδή έρευνας κατά παραγγελία καπιταλιστικών επιχειρήσεων), αν έχουν δημιουργήσει παραρτήματα σε άλλες χώρες, πόσους φοιτητές-πελάτες διαθέτουν, κ.λπ.
 
Ενα πανεπιστημιακό ίδρυμα, όμως, για να είναι ίδρυμα αξιώσεων πρέπει να διαθέτει π.χ. επαρκείς κτιριακές εγκαταστάσεις, εργαστήρια, υψηλού βαθμού υλικοτεχνική υποδομή, ανάλογο σε ποιότητα και αριθμό επιστημονικό διδακτικό και βοηθητικό προσωπικό, ποιότητα σπουδών στην προώθηση της επιστήμης, έρευνα με στόχο το γενικό καλό για τον άνθρωπο και τις ανάγκες του, κ.ά. και όχι να κρίνεται με βάση είτε τα βραβεία είτε το πόσο καλά «δικτυωμένο» είναι.
 
Αποτελεί αντίφαση εν τοις όροις, που αποδεικνύει, όμως, τη βιασύνη και θέληση της ΝΔ να υπηρετήσει τους επιχειρηματίες, η πρεμούρα της κυβέρνησης να αξιολογήσει τα δημόσια πανεπιστημιακά ιδρύματα με τα κριτήρια που αναφέραμε παραπάνω και την ίδια στιγμή να προωθεί την πανεπιστημιοποίηση των κολλεγίων, τα οποία δε διαθέτουν ούτε στο ελάχιστο αυτά που απαιτούνται από τα δημόσια Ιδρύματα.
 
Στο σχέδιο νόμου προβλέπεται ότι «οι εκθέσεις αξιολόγησης και πιστοποίησης των Ε.Ε.Α.Π. και οι αποφάσεις πιστοποίησης του Σ.Α.Π. κοινοποιούνται στο ίδρυμα και τον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων και αναρτώνται στην ιστοσελίδα της ΕΘ.Α.Α.Ε.».
 
Είναι σαφές ότι η δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων της αξιολόγησης θα γεννήσει αναπόφευκτα την κατηγοριοποίηση των Πανεπιστημίων, την κατάταξη και «βαθμολόγησή» τους, έστω και μέσα στην ίδια την πανεπιστημιακή κοινότητα και την κοινωνία. Ειδικά η τελευταία -και εδώ αναφερόμαστε στην εργαζόμενη κοινωνία- εθίζεται να αποδέχεται αποτελέσματα, των οποίων τις προϋπάρχουσες διαδικασίες και τα κριτήρια αγνοεί, διαμορφώνοντας έτσι μια στρεβλή εικόνα για την ποιότητα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, που φυσικά δεν έχει να κάνει σε τίποτε με τα δικά της ανεξάρτητα ταξικά συμφέροντα.
 

Γιούλα Γκεσούλη
 
Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2019