Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2019 | 06:01

ΕπικαιρότηταPointer

Και φρικτοί και γελοίοι



Η ιστορία της «βεβήλωσης» των παρελάσεων είναι μακρά. Οι μεγαλύτεροι θυμούνται σίγουρα τα πρώτα χρόνια μετά την πτώση της χούντας, όταν «βέβηλοι» αποκαλούνταν οι αγωνιστές του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ που απαιτούσαν να παρελάσουν στις 28 του Οκτώβρη. Επιστρατεύονταν τότε η μπατσαρία, η οποία ουκ ολίγες φορές άνοιξε κεφάλια με άσπρα μαλλιά και έριξε κατάχαμα ανθρώπους που είχαν ματώσει για τη λευτεριά αυτού του τόπου χωρίς ποτέ να διεκδικήσουν κανένα προσωπικό όφελος (αντίθετα, εκτός από τους κινδύνους που αντιμετώπισαν ως μέλη της αντίστασης, εισέπραξαν στη συνέχεια διώξεις, βασανιστήρια, φυλακίσεις και εξορίες).

Μετά την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην κυβερνητική εξουσία το 1981, ακολούθησε μια μακρά περίοδος μακαριότητας. Ολοι εύρισκαν μια θέση στην παρέλαση και οι σχολιαστές των αστικών ΜΜΕ έχασαν το υλικό για τα σχόλιά τους. Ευτυχώς που επανήλθε στη μόδα το μίνι και τους επέτρεψε να βρουν αγαπημένο θέμα στο μήκος της φούστας των μαθητριών, περί του οποίου περιστρέφονταν οι συζητήσεις με το αγωνιώδες ερώτημα: «Είναι δυνατόν να τιμούν το έπος του '40 με μίνι;».

Ωσπου, περί τα τέλη της δεκαετίας του ’90, μας προέκυψαν οι αριστούχοι αλβανοί μαθητές, οι οποίοι δικαιωματικά (με βάση τα τότε ισχύοντα) έπρεπε να παρελάσουν με τη σημαία. Και ξέσπασε βαθιά αντιπαράθεση ανάμεσα σ’ εκείνους που επικαλούνταν το δίκαιο του αίματος και σ’ εκείνους που επικαλούνταν τα δικαιώματα που απορρέουν από την «των Ελλήνων παιδεία». «Δε θα γίνεις Ελληνας ποτέ, Αλβανέ, Αλβανέ», τραγουδούσαν οι εθνικιστές που δεν μπορούσαν να χωνέψουν το γεγονός ότι τα παιδιά των «τελειωμένων», που διάβηκαν τα βουνά για να βρουν μεροκάματο πείνας στην Ελλάδα και ζουν στην έσχατη ένδεια, κατάφερναν να παίρνουν τους καλύτερους βαθμούς στο σχολείο.

Κάποια στιγμή αναπτύχθηκε και ένα ρεύμα ενάντια στις παρελάσεις και το μιλιταριστικό πνεύμα που αποπνέουν. Συριζαίοι και κάποιοι αντιεξουσιαστές πλαισίωσαν το ρεύμα, αλλά εκεί που πήγαινε να αναπτυχθεί λίγο, προέκυψαν άλλα γεγονότα. Αν απαγορεύονταν οι παρελάσεις, πώς θα βλέπαμε τον μαθητή που περνώντας μπροστά από την εξέδρα των επισήμων τους στόλισε με μια μεγαλοπρεπέστατη μούντζα; ‘Η τους άλλους μαθητές που παρελαύνοντας αρνούνταν «να κλίνουν την κεφαλήν δεξιά» αποδίδοντας την προσήκουσα τιμή στους επίσημους; Πώς θα κυνηγούσαν οι αγανακτισμένοι πολίτες τους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, διαμαρτυρόμενοι για τα Μνημόνια; Εννοείται πως οι εκπρόσωποι της τότε κυβερνητικής εξουσίας, στόλιζαν με διάφορα κοσμητικά επίθετα, μεταξύ των οποίων το «βέβηλοι» ήταν το πιο ελαφρύ, όσους χρησιμοποίησαν τις παρελάσεις για να διαμαρτυρηθούν για τη μνημονιακή βαρβαρότητα, .

Με την πρώτη κιόλας συγκυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, η θέση ενάντια στις παρελάσεις πετάχτηκε στα σκουπίδια. Αντ’ αυτής, Δούρου και Καμμένος έστησαν τη «λαϊκή γιορτή» στο Σύνταγμα, στις 25 Μάρτη του 2015, με κλαρίνα, καραγκούνες, φουστανελάδες και βρακοφόρους. «Ο λαός γιορτάζει μαζί με τις ένοπλες δυνάμεις» ήταν το σλόγκαν που ρίχτηκε στη μιντιακή πιάτσα. Το χουντικής έμπνευσης κιτς πασπαλισμένο με αντιμνημονιακή χρυσόσκονη. Η φιέστα πνίγηκε μέσα στη γενική χλεύη, γι' αυτό και δεν την επανέλαβαν.  Περιορίστηκαν στα καθιερωμένα: στρατιωτικές και μαθητικές παρελάσεις, χωρίς μούντζες και τα παρόμοια. Κάποιοι αντιεξουσιαστές που προσπάθησαν να διαμσρτυρηθούν (χωρίς τους συριζαίους πια), κρατήθηκαν από τους μπάτσους μακριά από τα… αδηφάγα βλέμματα. Οι συριζαίοι καθιέρωσαν και την κλήρωση για τον σημαιοφόρο, οπότε οι πιθανότητες να σηκώσουν τη σημαία Αλβανοί ή άλλα μιάσματα μειώθηκαν. Ο εθνικιστής ξέρει από τζόγο και διαπίστωσε αμέσως ότι οι αλλοδαποί μαθητές, αριθμητικά λιγότεροι, έχουν και λιγότερες πιθανότητες να κληρωθούν ως σημαιοφόροι.

Κι ενώ όλα έδειχναν ότι επιστρέφουμε στην… κανονικότητα, μια ομάδα νέων γυναικών, με μια οργανωμένη και καλά εκτελεσμένη χοροθεατρική παρέμβαση στη μαθητική παρέλαση της Νέας Φιλαδέλφειας, που παρέπεμπε σε γνωστό σκετς των «Μόντι Πάιθον», κατάφερε και πάλι να… εξάψει τα εθνικά πάθη. Ο δήμαρχος Βούρος έσπευσε να καταγγείλει τα «γελοία υποκείμενα», που «στιγμάτισαν» την παρέλαση «χλευάζοντας και προσβάλλοντας τη μνήμη των πεσόντων στο έπος του ’40 και μάλιστα υπό τη σκέπη της ελληνικής σημαίας»! Στη συνέχεια, ο Βούρος έβγαλε το κοστούμι του δημάρχου και φόρεσε τη στολή του μπάτσου: «Η ταυτοποίηση αυτών των αξιολύπητων νεαρών κοριτσιών έχει ξεκινήσει καθώς ο Δήμος υποχρεούται να υπερασπιστεί στο ακέραιο την αξιοπρέπειά του». Τίποτα, φυσικά, δεν μπορεί να τους κάνει. Πολύ περισσότερο μετά την εξέλιξη της υπόθεσης. Ο Βούρος, όμως, εκτός από τον τίτλο του «μπροστινού» του Μελισσανίδη, πρόλαβε να αποκτήσει και τον τίτλο του «μπατσοδήμαρχου».

Οσοι είδαν την πολιτιστική-πολιτική παρέμβαση δε δυσκολεύτηκαν να αντιληφθούν ότι οι νεαρές γυναίκες δεν χλεύαζαν τους νεκρούς του ’40, αλλά τον Βούρο και τους ομοίους του, τον μιλιταρισμό, τον ιμπεριαλισμό, τον κοινωνικό ρατσισμό. Αλλά ποιος να το καταλάβει αυτό; Ο σφουγγοκωλάριος των ισχυρών του χρήματος, ο άνθρωπος που έχει βάλει φέσι στην εφορία μισό εκατομμύριο ευρώ και έχει το θράσος να μοστράρει ως δήμαρχος; Ακολούθησε κοινή ανακοίνωση δημάρχου και τοπικού μητροπολίτη, γραμμένη διά χειρός του ρασοφόρου (το αποκαλύπτει το ύφος της, αλλά και η σύγκριση με τον προηγηθέντα οχετό Βούρου), η οποία προσπάθησε να αρθρώσει επιχειρηματολογία (με «ριπές» αντιφασισμού και αντιρατσισμού), πριν προχωρήσει στην καταδίκη της παρέμβασης. «Η παρέλαση της Εθνικής Επετείου της 28ης Οκτωβρίου δεν αποτελεί μία απλή επιφανειακή επίδειξη ισχύος», έλεγε η κοινή ανακοίνωση δημάρχου και δεσπότη, «αλλά μία κίνηση βαθύτατου σεβασμού, τιμής και μνήμης ενός λαού και ενός έθνους, που δεν λησμονεί την ένδοξη ιστορία του, ούτε και τον ηρωισμό των προγόνων του, οι οποίοι θυσίασαν τις ζωές τους για τα υψηλά ιδανικά της ελευθερίας, της ειρήνης και της δημοκρατίας, καθώς και ενάντια σε κάθε μορφή φασισμού, αυταρχισμού και ξενοφοβίας». Για δες ποιος μιλάει; Ο δεσπότης που κουβάλησε τον Πάιατ στο δεσποτάτο του και πετάχτηκαν και μια βόλτα μέχρι το γήπεδο του Μελισσανίδη!

Αλήθεια, δε φαντάστηκαν ότι μια οργανωμένη (αυτό ήταν ολοφάνερο) παρέμβαση θα είχε και συνέχεια, με κάποιο κείμενο, κάποια συνέντευξη; Η πώρωση τους έκλεισε τα μάτια. Ετσι, όταν δημοσιεύτηκε η τοποθέτηση των νέων γυναικών που έκαναν την παρέμβαση, στο οποίο τα «10 “στρατιωτάκια“ της υπο-κριτικής τέχνης», όπως υπέγραφαν, εξήγησαν με πολιτικούς όρους το μήνυμα της παρέμβασής τους, ένα κείμενο συγκροτημένο, με το οποίο ακόμα και όποιος διαφωνεί, εν όλω ή εν μέρει, είναι αναγκασμένος να συζητήσει, αρθρώνοντας λόγο και αντίλογο, κατάλαβε και ο πλέον αδαής ποιοι είναι τα γελοία υποκείμενα.

Δε θα κάνουμε εδώ κριτική της παρέμβασης από πολιτική ή από πολιτιστική άποψη. Θα μείνουμε στο κύριο. Μια παρέμβαση που με τα μέσα της σάτιρας αντιπαρατέθηκε στον εθνικισμό, το μιλιταρισμό, την ξενοφοβία, τον κοινωνικό ρατσισμό, ανήκει στην «από δω όχθη του ποταμού», στη δική μας όχθη. Οπως συνέβη πολλές φορές στο παρελθόν με άλλου τύπου παρεμβάσεις, με άλλα μέσα, διαφορετικούς πρωταγωνιστές, διαφορετικά προτάγματα, και αυτή η παρέμβαση κατάφερε να τραβήξει τη διαχωριστική γραμμή. Και πρέπει όλοι μας να την κάνουμε πιο χοντρή, πιο ορατή αυτή τη διαχωριστική γραμμή. Για να φανεί πιο καθαρά πόσο φρικτοί και γελοίοι άνθρωποι είναι οι άνθρωποι της αστικής εξουσίας. Ας τραβήξουμε την πιο χοντρή διαχωριστική γραμμή από τους Βούρους και τους Βορίδηδες, τους Γαβριήλ, τις Δόμνες και τις Κεραμέες.
Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2019