Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2019 | 06:09

ΕπικαιρότηταPointer

Με κριτήριο την αστική νομιμότητα!

Δεν ξέρουμε την ακριβή κομματική σχέση του απόστρατου υποστράτηγου της ΕΛΑΣ Γιώργου Παλιούρα με τον Περισσό, τον βλέπουμε όμως να εμφανίζεται από καιρού εις καιρόν ως αρθρογράφος στα κομματικά Μέσα, ως ομιλητής σε κομματικές εκδηλώσεις, ενώ ήταν και υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος στην Αθήνα. Είναι άνθρωπος που βρίσκεται τουλάχιστον πολύ κοντά στο συγκεκριμένο κόμμα και υποστηρίζει δημόσια τη γραμμή του και τις πολιτικές του παρεμβάσεις.
 
Ο Γ. Παλιούρας δημοσίευσε στα «Νέα» την Παρασκευή 11 Οκτώβρη άρθρο με τίτλο «Είναι ανεκτές οι παράνομες επιθέσεις των δυνάμεων καταστολής;», το οποίο αναπαρήχθη από την κομματική ιστοσελίδα (902.gr) και από ιστοσελίδες που κινούνται πέριξ του ίδιου πολιτικού χώρου. Ο απόστρατος ανώτερος αξιωματικός της ΕΛΑΣ ξιφουλκεί ενάντια στην αστυνομική βία, επικαλούμενος τους κανόνες που ισχύουν για την κρατική βία. Οπως γράφει, «ιδιαίτερα για την αστυνομική βία και καταστολή η νομοθεσία προβλέπει ότι ο αστυνομικός, για την τήρηση και εφαρμογή του νόμου, προσφεύγει στη βία μόνο όταν είναι απολύτως αναγκαία και χρησιμοποιεί τα κατά το δυνατόν ηπιότερα μέσα» (όλες οι εμφάσεις - και αυτές που θ' ακολουθήσουν- δικές μας).
 
Ο Γ. Παλιούρας επισημαίνει ότι στις αστυνομικές επιχειρήσεις κατά διαδηλωτών «κυριαρχεί μια βίαιη αντίληψη για τη μεθοδολογία της καταστολής, που παραβιάζει ακόμη και τους αστικούς δημοκρατικούς κανόνες, που επικαλούνται οι σχολιαστές». Και καταλήγει στο συμπέρασμα: «Οταν, λοιπόν, οι πράξεις καταστολής που στρέφονται κατά του λαού είναι καταφανώς άδικες, δηλαδή παράνομες, καθένας έχει το δικαίωμα να αντιδράσει. Εξάλλου, η άμυνα δεν είναι τίποτε περισσότερο από τη φυσική αντίδραση του ανθρώπου που δέχεται άδικη επίθεση».
 
Αλήθεια, πώς φαντάζεται ο Γ. Παλιούρας τη «μη βίαιη αντίληψη για τη μεθοδολογία της καταστολής»; Υπάρχει τέτοια; Υπάρχει (ή υπήρξε) μη βίαιη καταστολή και πώς εφαρμόζεται αυτή; Υπάρχει (ή υπήρξε) τέτοια αστυνομία οπουδήποτε στον καπιταλιστικό κόσμο; Κάτι που έγραψε σε συνέχεια των προηγούμενων ίσως μας δίνει την απάντηση: «Στο επεισόδιο, λοιπόν, κατά την πορεία χιλιάδων διαδηλωτών, μπροστά στο άγαλμα του μακελάρη των λαών, δεν έχουμε τίποτε άλλο παρά μια άδικη επίθεση των δυνάμεων καταστολής ενάντια στο πλήθος των διαδηλωτών. Το λέκιασμα του λαομίσητου αγάλματος από μια μικρή ομάδα διαδηλωτών δεν δικαιολογεί τη βίαιη επίθεση κατά του πλήθους και αποτελεί σε κάθε περίπτωση καταχρηστική άσκηση βίας».
 
Εάν η αστυνομία περιοριζόταν μόνο στην άσκηση βίας κατά της «μικρής ομάδας διαδηλωτών» που μπουγέλωσε με μπογιές το άγαλμα του Τρούμαν, ίσως να μην υπήρχε πρόβλημα. Πρόβλημα υπάρχει από τη στιγμή που επιτίθεται κατά του πλήθους και είναι αυτό το γεγονός που καθιστά νόμιμη την άμυνα.
 
Το ερώτημα που θα βάλουν στον Γ. Παλιούρα (στον Περισσό, για να μην κοροϊδευόμαστε) οι υπέρμαχοι του μονοπώλιου της κρατικής βίας είναι εξαιρετικά απλό: και ποιος κρίνει το «καταφανώς άδικο» μιας αστυνομικής επιχείρησης σε βάρος διαδηλωτών; Το κρίνουν τα κρατικά όργανα ή το κρίνουν οι ίδιοι οι διαδηλωτές;
 
Τα σύγχρονα αστικά κράτη διαθέτουν θετό δίκαιο το οποίο έχει επιλύσει αυτά τα ζητήματα. Παλαιότερα για παράδειγμα, βλέπαμε στην κορυφή των αστυνομικών σχηματισμών εισαγγελείς, οι οποίοι μάλιστα έπαιρναν και την αστυνομική ντουντούκα και καλούσαν το πλήθος να διαλυθεί, δίνοντάς του διορία μερικών λεπτών. Αν το πλήθος δε διαλυόταν, έδιναν στην αστυνομία εντολή να το διαλύσει (με γκλοπ, δακρυγόνα, αντλίες νερού και ό,τι άλλο διέθετε στο οπλοστάσιό της). Τώρα τα πράγματα έχουν απλοποιηθεί. Οι εισαγγελείς συνήθως κάθονται στη ΓΑΔΑ και από εκεί νομιμοποιούν τις αστυνομικές επιθέσεις, κρίνοντας πάντοτε ότι αυτές κατέστησαν αναγκαίες προκειμένου να προστατευθούν υπέρτερα δημόσια αγαθά. Με βάση το αστικό δίκαιο το να μπουγελώνεις με μπογιά το άγαλμα του Τρούμαν είναι παράνομο, γιατί το άγαλμα στέκεται εκεί με απόφαση των οργάνων της Πολιτείας. Επομένως, η αστυνομική επέμβαση είναι νόμιμη.
 
Στα δικαστήρια, βέβαια, έχει συμβεί να αθωωθούν διαδηλωτές που παραβίασαν την αστική νομιμότητα. Είτε επειδή δεν υπήρχαν επαρκείς αστυνομικές μαρτυρίες και άλλα στοιχεία για την καταδίκη τους, είτε επειδή επικράτησε ένα πνεύμα επιείκειας, είτε επειδή η δίκη έχει πολύ χρόνο μετά τα γεγονότα και οι δικαστές δε θέλησαν να αναμοχλεύσουν τα πάθη. Εδώ όμως δεν πρόκειται για τη νομική υπεράσπιση κάποιων διαδηλωτών που υπέστησαν δίωξη, αλλά για το μέγα ζήτημα της κρατικής καταστολής και της αντιμετώπισής της. Κι αυτό είναι πολιτικό και όχι νομικό ζήτημα.
 
Ας δώσουμε ένα απλό παράδειγμα. Ερχεται ένας αμερικανός πρόεδρος, ο λαός καλείται σε διαδηλώσεις, η Αστυνομία (με πλήρη κάλυψη των δικαστικών αρχών) απαγορεύει τις διαδηλώσεις σε μια μεγάλη περιοχή της πρωτεύουσας. Τι κάνουν οι διαδηλωτές; Σέβονται την αστυνομική απαγόρευση ή προσπαθούν να τη σπάσουν; Να τη σεβαστούν αποκλείεται, γιατί τη θεωρούν ενάντια στη θέληση του λαού. Οπότε αποφασίζουν αν οι συσχετισμοί και οι γενικότεροι όροι είναι τέτοιοι που τους επιβάλλουν να σπάσουν στην πράξη την απαγόρευση ή δεν υπάρχουν. Αν δεν υπάρχουν, αναζητείται ένας τρόπος να εκφραστεί η λαϊκή διαμαρτυρία χωρίς σύγκρουση. Αν υπάρχουν οι όροι, τότε καταστρώνεται σχέδιο για να σπάσει η απαγόρευση. Σχέδιο που περιλαμβάνει σύγκρουση με τις δυνάμεις καταστολής, φυσικά. Και μάλιστα με τρόπο που η σύγκρουση να είναι αποτελεσματική για τους διαδηλωτές.
 
Αυτή είναι μια πολιτική απόφαση, η οποία εξηγείται πολιτικά στο λαό. «Οταν η αδικία γίνεται νόμος, η αντίσταση είναι καθήκον», λέει ένα παλιό σύνθημα. Η αστική νομιμότητα δε λαμβάνεται καθόλου υπόψη στη λήψη τέτοιων αποφάσεων. Απαξ και κάτι πρέπει να γίνει, θα γίνει κόντρα στην αστική νομιμότητα. Γιατί η αστική νομιμότητα (και στα δύο σκέλη της, το θετό δίκαιο και τους μηχανισμούς καταστολής που είναι επιφορτισμένοι με την εφαρμογή του) είναι φτιαγμένη έτσι που να απαγορεύει την εκδήλωση της θέλησης του λαού, όταν αυτό απαιτεί το συμφέρον της αστικής τάξης και του κράτους της.
 
Κι αυτό δεν αφορά μόνο τις διαδηλώσεις, αλλά όλες τις πτυχές της ταξικής πάλης. Ας πάρουμε την απεργία, που ως δικαίωμα αναγνωρίζεται από το αστικό Σύνταγμα. Τι γίνεται όταν μια απεργία κρίνεται από τα δικαστήρια παράνομη και/ή καταχρηστική; Οι εργάτες έχουν καθήκον να την πραγματοποιήσουν, κάνοντας πράξη το σύνθημα «νόμος είναι το δίκιο του εργάτη». Το ίδιο ισχύει με τη λεγόμενη πολιτική επιστράτευση, την οποία το κράτος εφαρμόζει συχνά-πυκνά σε απεργίες που έχουν ισχυρή δύναμη πυρός (π.χ. στα μέσα μαζικής μεταφοράς ή στην ηλεκτροπαραγωγή). Τι κάνουν οι εργάτες; Σκίζουν τα χαρτιά της επιστράτευσης και συνεχίζουν την απεργία, εν γνώσει τους ότι παρανομούν.
 
Το κριτήριο της νομιμότητας, αυτό που επικαλείται ο Περισσός, είναι ένα αστικό κριτήριο. Το κριτήριο των αγωνιζόμενων τάξεων και στρωμάτων δεν μπορεί παρά να είναι το ταξικό κριτήριο. Πάμε τώρα σε πιο σοβαρές καταστάσεις, όμως χρήσιμο είναι να θυμηθούμε τις απαντήσεις που έδιναν ο Λένιν και οι Μπολσεβίκοι όταν τους κατηγορούσαν για τη διάλυση της Συντακτικής Συνέλευσης, στην οποία κυριαρχούσαν οι αστοί και οι φεουδάρχες. Εφαρμόζοντας το κριτήριο της ταξικής πάλης, οι ένοπλοι εργάτες, που είχαν πάρει την εξουσία τον Οκτώβρη του 1917, διέλυσαν το όργανο της αστικής δημοκρατίας, για να μείνει μοναδικό κυρίαρχο αντιπροσωπευτικό όργανο το Σοβιέτ των εργατών, αγροτών και στρατιωτών, στο όνομα του οποίου νίκησε η επανάσταση του Οκτώβρη.
 
Ο Περισσός ομνύει στην αστική νομιμότητα (και εισπράττει την επιβράβευση σύμπαντος του πολιτικού κατεστημένου για την υπευθυνότητά του), ενώ παράλληλα δραστηριοποιείται πολιτικά και συνδικαλιστικά στους κόλπους των μηχανισμών καταστολής. Καμιά φορά, χρειάζεται να ξεφύγει λίγο από την «υπευθυνότητα» (για να πετάξει καμιά μπογιά στο άγαλμα του Τρούμαν). Αν το επεισόδιο λήξει «οργανωμένα» και χωρίς μεγάλες εντάσεις, θεωρείται λήξαν. Αν υπάρξει αστυνομική επίθεση, όπως συνέβη στην περίπτωσή μας, και αν αναπτυχθεί μια αντιβία από τη μεριά της δικής του περιφρούρησης (στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ήταν μόνο ο «καρατέκα», αλλά υπήρχε οργανωμένη ομάδα με κράνη, μάσκες και παλούκια - και καλά έκανε και αντιστάθηκε στους μπάτσους), αρχίζει η απολογητική στους αστούς και τα έντυπά τους σχετικά με το ποιος ήταν νόμιμος και ποιος παράνομος. Από ποια σκοπιά; Από τη σκοπιά της αστικής νομιμότητας, όπως ακριβώς την παρουσίασε ο απόστρατος υποστράτηγος της ΕΛΑΣ.
 
Το εργατικό και λαϊκό κίνημα, όμως, πρέπει να τοποθετείται από τη σκοπιά της ταξικής πάλης. Να παραβιάζει την αστική νομιμότητα και να συγκρούεται με τους μηχανισμούς καταστολής, όταν αυτό απαιτεί η ταξική πάλη.
 
Πέτρος Γιώτης
 
Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2019