Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2019 | 17:06

ΕπικαιρότηταPointer

Αλλο το σύστημα, άλλο οι διαχειριστές

Στην Ιταλία σχηματίστηκε και πήρε ήδη ψήφο εμπιστοσύνης η κυβέρνηση Κόντε-ΙΙ. Με τον ίδιο πρωθυπουργό, αλλά με διαφορετική κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Εξω η νεοφασιστική Λέγκα του Σαλβίνι, στη θέση της το Δημοκρατικό Κόμμα (ΔΚ), το μεγαλύτερο κόμμα της ιταλικής σοσιαλδημοκρατίας.
 
Η πρώτη κυβέρνηση Κόντε σχηματίστηκε κατόπιν συμφωνίας της Λέγκα με το παρδαλό Κίνημα 5 Αστέρων (Κ5Α). Κι έγινε τότε μεγάλη φασαρία, για τη νίκη των «αντισυστημικών» και «λαϊκιστικών» δυνάμεων, που θα έβαζε σε κίνδυνο την Ιταλία, θα οδηγούσε σε ρήξη με την ΕΕ κτλ. κτλ. Οπως γνωρίζουμε, τίποτ' απ' αυτά δεν έγινε. Η νέα κυβέρνηση κούνησε λίγο την ουρά της και κατόπιν κατέληξε όμορφα κι ωραία σε συμφωνία με τη γραφειοκρατία των Βρυξελλών ως προς τα βασικά μεγέθη της δημοσιονομικής πολιτικής. Η αστική τάξη της Ιταλίας, άλλωστε, παρακολουθούσε εκ του σύνεγγυς την όλη διαδικασία και ήταν έτοιμη να τραβήξει το χαλί κάτω από τα πόδια της κυβέρνησης, αν αυτή έθετε σε κίνδυνο τη στρατηγική του ιταλικού ιμπεριαλισμού.
 
Για όσους δεν το θυμούνται, η κυβέρνηση Κόντε-Ι δεν έπεσε λόγω της σύγκρουσής της με τις Βρυξέλλες, αλλά λόγω εσωτερικού πολιτικού παιχνιδιού. Ο Σαλβίνι, οργώνοντας καθημερινά την Ιταλία και παρουσιάζοντας ένα κράμα ρατσισμού, εθνικισμού και φασιστικής κοινωνικής δημαγωγίας, είχε καταφέρει να κάνει τη Λέγκα πρώτο πολιτικό κόμμα στις δημοσκοπήσεις. Σκέφτηκε, λοιπόν, ότι είχε μπροστά του την κατάλληλη ευκαιρία για να προκαλέσει εκλογές, να βγει η Λέγκα πρώτο κόμμα και να γίνει ο ίδιος πρωθυπουργός μιας κυβέρνησης συνασπισμού. Ετσι, έριξε την κυβέρνηση Κόντε-Ι.
 
Λογάριασε λάθος. Η μονοπωλιακή κεφαλαιοκρατία κινήθηκε, το «βαθύ» κράτος, με επικεφαλής τον πρόεδρο Ματαρέλα κινήθηκε, το Κ5Α δεν ήθελε με τίποτα εκλογές (επειδή όλα τα γκάλοπ το δείχνουν σε σημαντική πτώση), οπότε οι πρώην «εχθροί» έβαλαν τα μαχαίρια στα θηκάρια και σχημάτισαν την κυβέρνηση Κόντε-ΙΙ, αφήνοντας τον Σαλβίνι στα κρύα του λουτρού. Ούτε εκλογές ούτε συμμετοχή στην κυβέρνηση.
 
Του έκαναν ζημιά; Πρέπει να ξέρεις καλά τις συνθήκες στην Ιταλία, τις τάσεις που διαμορφώνονται, για να διακινδυνεύσεις μια πρόβλεψη. Η οποία δεν έχει καμιά ιδιαίτερη σημασία από την άποψη αυτού του άρθρου. Μπορεί ο Σαλβίνι να παίξει έξυπνα το χαρτί της ηρωποίησής του και να ενισχυθεί. Μπορεί οι άλλοι δύο, Κ5Α και ΔΚ, να καταφέρουν να μείνουν για καιρό στην εξουσία και ν' αλλάξουν κάποια δεδομένα. Μπορεί, όμως, και να πέσουν πιο γρήγορα απ' όσο φαντάζονται, αν ο Ρέντσι, που διέσπασε το ΔΚ κι έφτιαξε δικό του κόμμα, αποφασίσει να ρίξει την κυβέρνηση Κόντε-ΙΙ, επειδή εκτιμά πως οι εκλογές τον ευνοούν.
 
Πολλά μπορούν να γίνουν βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα, όμως το βέβαιο είναι πως η ιμπεριαλιστική Ιταλία δεν πρόκειται να μείνει ακυβέρνητη. Το παλιό πολιτικό σύστημα δε γουστάρει τον Σαλβίνι, για λόγους που δεν έχουν να κάνουν με το νεοφασιστικό χαρακτήρα της Λέγκα (ας μην ξεχνάμε ότι η Λέγκα του Βορρά, προτού ο Σαλβίνι την κάνει Λέγκα σκέτο, έχει συνεργαστεί με τον Μπερλουσκόνι και έχει στηρίξει κυβερνήσεις του), αλλά με τις αλλαγές συσχετισμών μέσα στο αστικό πολιτικό σύστημα. Αν όμως ο Σαλβίνι κερδίσει την πλειοψηφία, να είστε σίγουροι ότι θα γίνει πρωθυπουργός. Εγινε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Εσωτερικών στην κυβέρνηση Κόντε-Ι, γιατί όχι πρωθυπουργός αν μπορέσει να σχηματίσει κυβερνητική πλειοψηφία;
 
Να είστε επίσης σίγουροι ότι ο πρωθυπουργός Σαλβίνι δε θα έχει καμιά σχέση με τον Σαλβίνι που γνωρίσαμε την τελευταία διετία. Θα είναι πρωθυπουργός της ιμπεριαλιστικής Ιταλίας και όχι ο νεοφασίστας δημαγωγός που πολιτεύεται με μοναδικό σκοπό να μαζέψει ψήφους.  Θα υπηρετεί πρώτα τα συμφέροντα του ιταλικού κεφαλαίου και μετά τα ιδιαίτερα συμφέροντα του κόμματός του. Αλλιώς δε θα μπορέσει να μακροημερεύσει στην εξουσία. Η ιταλική αστική τάξη, εξαιτίας της μακράς πολιτικής αστάθειας που επικρατεί στη χώρα, έχει δημιουργήσει δικλίδες ασφάλειας ώστε η εκάστοτε κυβέρνηση να μη βάλει μπροστά τις ιδιαίτερες ψηφοθηρικές ανάγκες της. Κι αυτό ο κάθε Σαλβίνι το ξέρει πολύ καλά.
 
Kοιτάζοντας τα πράγματα από την άποψη των αστικών κομμάτων, μπορεί να πει κανείς ότι ΔΚ και Κ5Α κερδίζουν χρόνο μπας και καταφέρουν να αποδυναμώσουν τον Σαλβίνι, ενώ ο Ρέντσι βλέπει τις γοργές πολιτικές ανακατατάξεις και διασπά το ΔΚ μπας και καταφέρει να επανακάμψει στην κεντρική πολιτική σκηνή και να παίξει ρόλο σε μια επόμενη πλειοψηφία, εκτοπίζοντας τους βαρόνους του ΔΚ που τον πέταξαν σαν την τρίχα από το ζυμάρι μετά το φιάσκο του συνταγματικού δημοψηφίσματος. Κοιτάζοντας, όμως, τα πράγματα από την άποψη του ιταλικού καπιταλισμού, διαπιστώνουμε ότι παρά την παρατεταμένη πολιτική αστάθεια και τις πολιτικές ανακατατάξεις των τελευταίων ετών, που ακόμα συνεχίζονται, το σύστημα βρίσκει κυβερνητικά σχήματα που του επιτρέπουν να πορεύεται χωρίς να αντιμετωπίζει καταστάσεις χάους.
 
Επί τη ευκαιρία να θυμίσουμε τι συνέβη στην Αυστρία, όπου η ακροδεξιά σχημάτισε κυβέρνηση με τους νεοναζιστές. Η κυβέρνηση έπεσε όχι επειδή ενόχλησε την αυστριακή αστική τάξη ή τις Βρυξέλλες, αλλά επειδή αποκαλύφθηκε ότι ο ηγέτης των νεοναζιστών παζάρευε με ρώσους πράκτορες.
 
Αναλογίες εμφανίζει η πολιτική κατάσταση στη Γερμανία, με την εκλογική άνοδο της ακροδεξιάς AfD και την εκλογική πτώση των χριστιανοδημοκρατών και κυρίως των σοσιαλδημοκρατών. Στους σοσιαλδημοκράτες έχει ενισχυθεί η τάση της αποχώρησης από το «μεγάλο συνασπισμό» με τους χριστιανοδημοκράτες. Αν μέχρι τα τέλη του χρόνου επικρατήσει κάποιος από τους υποψήφιους για την αρχηγία του κόμματος, που υποστηρίζει αυτή τη γραμμή, θα υπάρξει κυβερνητική κρίση. Η Μέρκελ είτε θα πάει σε εκλογές είτε θα δημιουργήσει νέο συνασπισμό εξουσίας, με τους φιλελευθεροδημοκράτες ή τους πράσινους ή και με τους δυο ή και με μια φράξια των σοσιαλδημοκρατών, αν υπάρξει διάσπαση στο κόμμα. Σ' αυτή τη φάση θα προσπαθήσουν ν' αφήσουν την AfD έξω από κάθε κυβερνητικό σχήμα (χωρίς εκλογές ή μετά από εκλογές), επειδή το AfD έχει τρυπώσει μέσα στο πολιτικό σύστημα και αποδυναμώνει τους δύο παραδοσιακούς του πόλους, χριστιανοδημοκράτες και σοσιαλδημοκράτες.
 
Τα δικά μας, βέβαια, τα γνωρίζουμε καλύτερα. Μέσα σε μια δεκαετία οικονομικής και κοινωνικής κρίσης είχαμε τεράστιες ανακατατάξεις στο πολιτικό σύστημα. Κόμματα δημιουργήθηκαν και εξαφανίστηκαν. Δημιουργήθηκαν κυβερνήσεις συνεργασίας μακρόβιες, που δεν είχαμε ξαναδεί στην Ελλάδα μετά την πτώση της χούντας. Δυόμισι χρόνια συγκυβέρνησαν ΝΔ και ΠΑΣΟΚ (για ένα χρόνο μαζί και με τη ΔΗΜΑΡ του Κουβέλη). Τέσσερα χρόνια συγκυβέρνησαν ο «αριστερός» ΣΥΡΙΖΑ με τους ακροδεξιούς ΑΝΕΛ. Για εφτά χρόνια είχαν κοινοβουλευτική παρουσία οι νεοναζιστές δολοφόνοι της ΧΑ. Και στο τέλος αυτής της δεκαετίας των μεγάλων πολιτικών ανακατατάξεων, έχουμε ξανά ένα δικομματικό πολιτικό σύστημα, με δεύτερο πόλο εξουσίας (ΠΑΣΟΚ στη θέση του ΠΑΣΟΚ) τον ΣΥΡΙΖΑ, που στις αρχές της μνημονιακής δεκαετίας μετά βίας έμπαινε στη Βουλή.
 
Αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ είναι να διαπιστώσουμε αν το σύστημα αντιμετώπισε κινδύνους εξαιτίας της πολιτικής αστάθειας και των ανακατατάξεων που αυτή προκάλεσε. Το ερώτημα τέθηκε τις παραμονές των εκλογών του Γενάρη του 2015, όταν ήταν βέβαιο ότι θα κέρδιζε ο ΣΥΡΙΖΑ, και κατά το πρώτο εξάμηνο της κυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε τα γνωστά τσαλιμάκια, εν είδει ζεστάματος για τη μεγάλη κωλοτούμπα. Πολλοί άνθρωποι του συστήματος όντως ανησύχησαν εκείνη την περίοδο. Δεν αναφερόμαστε σε όσους ανησυχούσαν υποκριτικά, αντιπολιτευόμενοι τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά σε εκείνους που είχαν πάρει στα σοβαρά τα τσαλιμάκια, αδυνατώντας να ερμηνεύσουν σωστά την πολιτική συμπεριφορά του Τσίπρα και της κλίκας του. Πρέπει να το κατάλαβαν τον Ιούλη του 2015, όταν ο Τσίπρας είχε συμφωνήσει στο τρίτο Μνημόνιο, όμως δεν μπορούσε να το περάσει από τη Βουλή, επειδή είχε χάσει 25 βουλευτές. Αν δεν είχαν προηγηθεί τα δήθεν διαπραγματευτικά τσαλιμάκια, ίσως οι 25 να ήταν περισσότεροι. Και τότε, πάντως, διαμορφώθηκε μια ευρύτατη κοινοβουλευτική πλειοψηφία (για πρώτη φορά Μνημόνιο και εφαρμοστικοί νόμοι ψηφίστηκαν με τόσο μεγάλη πλειοψηφία), χωρίς να παρατηρηθεί καμιά ταλάντευση στα αστικά  κόμματα που πήραν μέρος σ' αυτή.
 
Η αστική δημοσιολογία εστιάζει σκόπιμα στις κινήσεις, τις αντιπαραθέσεις, στις αλλαγές ισχύος, στις ανακατατάξεις μέσα στα αστικά κόμματα ή μεταξύ των αστικών κομμάτων. Ολ' αυτά, όμως, είναι η απαραίτητη τελετουργία για να λειτουργήσει το πολιτικό σύστημα, το οποίο στις κοινοβουλευτικές αστικές δημοκρατίες πρέπει να νομιμοποιείται μέσω της λαϊκής ψήφου. Η επαναστατική δημοσιολογία πρέπει να αντιστρέφει την εστίαση. Να ξεκινά από τη διαιώνιση του συστήματος, ανεξάρτητα από τις αλλαγές στο πολιτικό σύστημα, και να αποκαλύπτει την ουσία της πολιτικής, ξύνοντας το περίβλημα της κοινωνικής δημαγωγίας.

 
Πέτρος Γιώτης
Σάββατο 21 Σεπτεμβρίου 2019