Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2019 | 17:06

ΕπικαιρότηταPointer

Με έμπνευση από το νεοφιλελευθερισμό

Small_img_33784
H θεωρητική συζήτηση περί νεοφιλελευθερισμού δεν έχει κανένα νόημα, όταν αναφερόμαστε στην πρακτική πολιτική. Πρώτο, επειδή ο νεοφιλελευθερισμός στην καθαρή μορφή του είναι ένα ιδεολόγημα που δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη και δεν εφαρμόστηκε ούτε από τους Ρίγκαν και Θάτσερ, που εμφανίστηκαν ως φανατικοί οπαδοί του τη δεκαετία του '80. Αλλο η προσαρμοσμένη εφαρμογή κατευθύνσεων του νεοφιλελευθερισμού , που πράγματι έχει γίνει, και άλλο η πλήρης απουσία του αστικού κράτους από την άσκηση της οικονομικής πολιτικής, την οποία πρεσβεύει ως δόγμα ο νεοφιλελευθερισμός - και γι' αυτό είναι ανεφάρμοστος στην καθαρή μορφή του.
 
Δεύτερο, επειδή η περί νεοφιλελευθερισμού συζήτηση στην Ελλάδα των Μνημονίων παράγει ως αποτέλεσμα στρεβλώσεις και αποπροσανατολισμό. Για παράδειγμα, βγαίνουν εν χορώ οι συριζαίοι και καταγγέλλουν το νεοφιλελευθερισμό του Μητσοτάκη. Και τους απαντά ο Μητσοτάκης επικαλούμενος πλευρές της πολιτικής του που υποδηλώνουν «κοινωνική ευαισθησία (π.χ. επιδόματα), για να υποστηρίξει ότι δεν έχει σχέση με το νεοφιλελευθερισμό. Και βέβαια, όλοι γνωρίζουμε ότι η πολιτική που εφάρμοσε ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση δε διέφερε σε τίποτα απ' αυτήν που εφάρμοσαν οι υπόλοιπες μνημονιακές κυβερνήσεις. Ηταν μια πολιτική που υπηρετούσε τη συντηρητική ανασυγκρότηση του ελληνικού καπιταλισμού, πολιτική σχεδιασμένη από το επιτελείο του ΔΝΤ, αντλώντας έμπνευση από το δόγμα του νεοφιλελευθερισμού. Ο χαρακτήρας αυτής της πολιτικής δεν αλλάζει επειδή συνοδευόταν από κάποια μέτρα φιλανθρωπικού χαρακτήρα, τα οποία άλλωστε προβλέπονταν από τα ίδια τα Μνημόνια και δεν ήταν «πολιτική ΣΥΡΙΖΑ».
 
Από το 2010 έχουμε μια σκυταλοδρομία κυβερνήσεων και μια σκυταλοδρομία Μνημονίων. Η πολιτική δεν άλλαξε καθόλου, μολονότι τα ιδεολογήματα που χρησιμοποίησαν οι διαφορετικές κυβερνήσεις εμφανίζονταν συχνά ως διαμετρικά αντίθετα. Αλλο ιδεολογήματα και άλλο πρακτική πολιτική όμως. Τι έχει απομείνει στην κυβέρνηση Μητσοτάκη; Τα «λιμά», όπως λένε οι χαρτοπαίχτες. Σε ό,τι αφορά τη δημοσιονομική πολιτική δεν έχει απομείνει τίποτα, εκτός από μικροαλλαγές στο εφαρμοζόμενο μείγμα, έτσι που να απαλλαγεί από κάποιο φορολογικό βάρος η κεφαλαιοκρατία και να αυξήσει την κερδοφορία της. Εχει μείνει έδαφος στον τομέα των ιδιωτικοποιήσεων, τις οποίες δεν πρόλαβε (δεν πρόλαβε, όχι δεν ήθελε) να κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ. Δεν είναι και τόσο εύκολο να προωθηθούν οι ιδιωτικοποιήσεις, κυρίως γιατί δεν υπάρχει το αναμενόμενο ενδιαφέρον από μεγάλους καπιταλιστικούς ομίλους του εξωτερικού.
 
Ερχεται, λοιπόν, ο Μητσοτάκης και διακηρύσσει ότι αυτός θα κάνει μεταρρυθμίσεις (που δεν προβλέπονταν στα Μνημόνια) και έτσι θα δημιουργήσει επενδυτικό ενδιαφέρον. Παράλληλα, δε, μ' αυτές τις μεταρρυθμίσεις, θα πείσει τους ιμπεριαλιστές δανειστές να μειώσουν κάπως τα υπέρογκα «πρωτογενή πλεονάσματα», ώστε να υπάρξει η δυνατότητα να αυξηθεί το Πρόγραμμα Δημόσιων Επενδύσεων, το οποίο θα δώσει ώθηση στην ανάπτυξη, αφού δε θα αναπτύσσεται με όρους «κρατισμού», αλλά σε συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα.
 
Το μεταρρυθμιστικό πλαίσιο που περιγράφει ο Μητσοτάκης βρομάει νεοφιλελευθερισμό. Φυσικά το καλύπτει, όπως έκανε και ο Τσίπρας που είχε λανσάρει το ιδεολόγημα της «υγιούς επιχειρηματικότητας», την οποία αντιπαρέθετε στην «κρατικοδίαιτη επιχειρηματικότητα».
 
♦ Ο Μητσοτάκης γουρλώνει τα μάτια, παίρνει ένα δήθεν αυστηρό ύφος και κουνάει το δάχτυλο: «Με τον ίδιο τρόπο που είμαι σύμμαχος της υγιούς και δημιουργικής επιχειρηματικότητας, μετατρέπομαι και στον πιο σκληρό αντίπαλο όποιου την προσβάλλει με αντεργατική και αντικοινωνική συμπεριφορά. Οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους…».
 
Αυτό είναι ο πρόλογος, για να περάσει στην εισαγωγή: «Δυστυχώς η συζήτηση γύρω από τα εργασιακά γίνεται συχνά πεδίο ανακύκλωσης ξεπερασμένων ιδεοληψιών». Και μετά στο πρώτο κεφάλαιο: «Η υπερ-ρύθμιση και ο ασφυκτικός έλεγχος στο όνομα της δήθεν προστασίας των εργαζόμενων, φέρνει συχνά τα  αντίθετα αποτελέσματα: Η αγορά αντιδρά με υπέρμετρη ελαστικοποίηση των όρων εργασίας, ιδίως στις μικρές και στις μεσαίες επιχειρήσεις. Μεταφέροντας πολλούς εργαζόμενους στη μαύρη και, κυρίως, στην υποδηλωμένη απασχόληση. Ενώ μεγάλες επιχειρήσεις χάνουν καταρτισμένους εργαζόμενους που φεύγουν στο εξωτερικό, γιατί, απλά, δεν αντέχουν την υψηλή φορολογία αλλά και τις υψηλές εργοδοτικές εισφορές»!
 
Τι μας λέει ο Μητσοτάκης; Οτι για την απόλυτη ασυδοσία των καπιταλιστών φταίει η εργατική νομοθεσία που προστατεύει υπέρμετρα τους εργαζόμενους! Διάλεξε και το χρόνο για να το πει. Μετά από δέκα χρόνια μνημονιακής πολιτικής που αποσάθρωσαν τις εργασιακές σχέσεις και αφαίρεσαν βιαίως κατακτήσεις δεκαετιών αγώνων. Επειδή καταλαβαίνει ότι η επιχειρηματολογία του δεν αντέχει, καταφεύγει ακόμα και στο χονδροειδές ψέμα το οποίο καταλήγει σε παραλήρημα. Οι καταρτισμένοι εργαζόμενοι φεύγουν στο εξωτερικό γιατί δεν αντέχουν την υψηλή φορολογία και τις… υψηλές εργοδοτικές εισφορές! Μόνο που οι εργαζόμενοι δεν πληρώνουν εργοδοτικές εισφορές! Ουδέποτε παρατηρήθηκε τέτοιο φαινόμενο. Αντίθετα, παρατηρήθηκε το φαινόμενο της νέας μετανάστευσης, είτε επειδή δεν υπήρχε δουλειά στην Ελλάδα είτε επειδή οι καπιταλιστές κατακρεούργησαν τους μισθούς.
 
Η νεοφιλελεύθερη λογική που καταθέτει ο Μητσοτάκης είναι ανατριχιαστική: πρέπει να σαρωθεί κάθε υπόλειμμα της εργατικής νομοθεσίας, να αφεθούν οι καπιταλιστές να καθορίζουν κατά το δοκούν τα μεροκάματα και τις εργασιακές σχέσεις, ώστε να είναι νόμιμοι έναντι των εργατών τους! Αυτό, βέβαια, είναι ένα δόγμα, το οποίο δεν μπορεί να εφαρμοστεί όπως ακριβώς διατυπώνεται (δηλαδή, κατάργηση της εργατικής νομοθεσίας). Ως δόγμα, όμως, τροφοδοτεί την πρακτική πολιτική στα άμεσα βήματά της. Μία από τις πρώτες πράξεις της κυβέρνησης Μητσοτάκη, μέσα από μια τρισάθλια κοινοβουλευτική διαδικασία, μάλιστα, ήταν να καταργήσει κάποιες ελάχιστες διατάξεις προστασίας των εργαζόμενων (γράψαμε σχετικά σε προηγούμενο φύλλο της «Κόντρας»). Σίγουρα θα ακολουθήσουν και άλλα βήματα, με πρώτο την αλλαγή του συνδικαλιστικού νόμου και ιδιαίτερα των διατάξεων για την κήρυξη απεργίας.
 
♦ «Απλοποιούνται οι περιβαλλοντικές αδειοδοτήσεις -μεγάλος βραχνάς για οποιαδήποτε επενδυτική δραστηριότητα στη χώρα μας- κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα», διακηρύσσει ο Μητσοτάκης. Οποιος ξέρει τι πλιάτσικο γίνεται σε βάρος του περιβάλλοντος από τους καπιταλιστές, χάρη στο διάτρητο νομικό καθεστώς και στον ακόμα πιο διάτρητο πολιτικό και διοικητικό μηχανισμό, δεν μπορεί παρά να αγανακτήσει. Ζητούμενο είναι μια πιο αυστηρή περιβαλλοντική νομοθεσία, ζητούμενο είναι να σταματήσουν οι εκβιασμοί πάνω σε όποιους υπηρεσιακούς παράγοντες προσπαθούν να σώσουν ό,τι μπορεί να σωθεί, κι ο Μητσοτάκης μας λέει ότι οι περιβαλλοντικές αδειοδοτήσεις είναι… βραχνάς για τους κακόμοιρους τους καπιταλιστές. Και εξαγγέλλει την «απλοποίησή» τους. Ξέρετε τι σημαίνει «απλοποίηση»; Να καταθέτει ο καπιταλιστής μια «περιβαλλοντική» μελέτη που φτιάχνουν οι καλοπληρωμένοι μηχανικοί του και η αρμόδια υπηρεσία να είναι υποχρεωμένη να βάζει μια σφραγίδα και να τελειώνει εκεί το πράγμα.
 
Τα ίδια βέβαια έκανε και ο ΣΥΡΙΖΑ. Πόσα ρεπορτάζ δεν έχουμε δημοσιεύσει για τα περιβαλλοντικά εγκλήματα στο Ελληνικό, στη Νέα Φιλαδέλφεια, το επιχειρούμενο στο Παλιούρι της Χαλκιδικής, για τις περιβόητες οικιστικές πυκνώσεις κτλ κτλ. Κάθε που υπηρεσιακοί  παράγοντες της δασικής υπηρεσίας προσπαθούσαν να υπερασπιστούν τη νομιμότητα, έπεφταν πάνω τους ο Φλαμπουράρης, ο Φάμελος, ο Σταθάκης και άλλοι ασκώντας τους ασφυκτικούς εκβιασμούς. Αυτό το πλαίσιο, που προστατεύει ελάχιστα το φυσικό περιβάλλον, ο Μητσοτάκης το θεωρεί βραχνά. Τα πρώτα δείγματα γραφής θα τα πάρουμε μάλλον με τις νέες ρυθμίσεις για τον αιγιαλό που θα πηγαίνουν παραπέρα την περιβαλλοντοκτόνα και πλιατσικολογική λογική των ρυθμίσεων που ψήφισαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις (και του ΣΥΡΙΖΑ).
 
♦ Δε διστάζουν να προγράψουν ακόμα και πολύτιμους αρχαιολογικούς θησαυρούς, όπως δείχνουν οι αλλαγές που προωθούν στην κατασκευή του Μετρό της Θεσσαλονίκης (θα διαβάσετε σχετικά σε άλλες στήλες).
 
Ολόκληρη η ομιλία του Μητσοτάκη στα εγκαίνια της ΔΕΘ ήταν εμπνευσμένη από τα νεοφιλελεύθερα δόγματα της «πλήρους απελευθέρωσης των αγορών». Από την εποχή του σημιτικού εκσυγχρονισμού είχαμε ν' ακούσουμε τέτοιο κήρυγμα. Στα χρόνια των Μνημονίων οι αντεργατικές και αντιλαϊκές μεταρρυθμίσεις γίνονταν και τις δικαιολογούσαν ως «ανάγκη», συχνά και ως «απαίτηση των δανειστών». Τώρα, δικαιολογούνται στο όνομα της «ανάπτυξης».

 
Πέτρος Γιώτης
Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2019