Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2019 | 03:33

ΕπικαιρότηταPointer

Και τι να κάνουμε;

Small_img_33375
Η ανάλυση που ακολουθεί δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο φύλλο μας στις 18.9.2015. Δυο μέρες πριν τις βουλευτικές εκλογές. Διατηρεί αναλλοίωτη την επικαιρότητά της, γι' αυτό και την αναδημοσιεύουμε επικαιροποιημένη.
 
Κάθε φορά που έχουμε εκλογές, η ίδια συζήτηση: «Και τι να κάνουμε; Κάποιον πρέπει να ψηφίσουμε, ας κατεβαίνατε εσείς, να ψηφίσουμε εσάς». Δεν είναι τυχαίο που το αγωνιώδες ερώτημα «και τι να κάνουμε;», ειλικρινές ή υποκριτικό, τίθεται κάθε φορά πριν από τις εκλογές. Αυτό είναι αποτέλεσμα μιας παγιωμένης αντίληψης, σύμφωνα με την οποία το εκλογικό δικαίωμα είναι το ύψιστο δικαίωμα του πολίτη και οι εκλογές η ύψιστη μορφή πολιτικού αγώνα, διότι καθορίζουν τη μορφή της διακυβέρνησης.
 
Στην πραγματικότητα, βέβαια, οι εκλογές δεν καθορίζουν τη μορφή της διακυβέρνησης (αυτή παραμένει πάντοτε αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία ή, αλλιώς, δικτατορία του κεφαλαίου), αλλά τα πρόσωπα των διαχειριστών της. Οσο για το ύψιστο δικαίωμα του πολίτη, το εκλογικό δικαίωμα, αυτό είναι εξ ορισμού τόσο φαλκιδευμένο, που αν η άσκησή του έθετε σε διακινδύνευση το σύστημα, θα κηρυσσόταν αμέσως παράνομο (το εκλογικό δικαίωμα, όχι το σύστημα).
 
Διδακτικά απ’ αυτή την άποψη είναι όσα συνέβησαν στη Γερμανία κατά το Μεσοπόλεμο. Η πλειοψηφία της γερμανικής κεφαλαιοκρατίας απεχθανόταν τους ναζί του Χίτλερ. Προτιμούσε τη σοσιαλδημοκρατία, η οποία εξασφάλιζε την ομαλή λειτουργία του κοινοβουλευτισμού και τη συγκράτηση του εργατικού κινήματος στο πλαίσιο της αστικής νομιμότητας. Οταν, όμως, άρχισε ν’ ανεβαίνει το Κομμουνιστικό Κόμμα, να απομειώνει τη δύναμη της σοσιαλδημοκρατίας και να τραβά ακόμη και σοσιαλδημοκράτες εργάτες στη γραμμή του ενιαίου μετώπου, τότε η γερμανικοί μονοπωλιακοί όμιλοι δε δίστασαν. Επνιξαν την προσωπική απέχθεια που αισθάνονταν για τον Χίτλερ και τα καθάρματά του και τους έδωσαν το χρίσμα να κυβερνήσουν τη Γερμανία. Και τότε, η αστική δημοκρατία παραμερίστηκε, δίνοντας τη θέση της στην ανοιχτή δικτατορία.
 
Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Γερμανίας συμμετείχε στις εκλογές. Ποτέ, όμως, δεν έβαλε τον κοινοβουλευτικό αγώνα στην κορυφή της δράσης του. Τον χρησιμοποίησε ως εργαλείο, ενώ η δράση του ήταν κυρίως εξωκοινοβουλευτική. Εξωκοινοβουλευτική δράση με όλα τα μέσα, ακόμη και με τον ένοπλο αγώνα όταν χρειάστηκε. Στόχος του να τραβήξει υπό την πολιτική του επιρροή την πλειοψηφία του γερμανικού προλεταριάτου, ώστε να μπορέσει να κάνει πράξη τον επαναστατικό του σκοπό: την έκρηξη της προλεταριακής επανάστασης που θα τσάκιζε τον αστικό κρατικό μηχανισμό και θ’ ανοιγε το δρόμο στην οικοδόμηση σοσιαλιστικών παραγωγικών σχέσεων.*
 
Εχει καμιά σχέση αυτή η τακτική του ΚΚΓ, που συνδύαζε μαεστρικά όλες τις μορφές αγώνα, χωρίς ποτέ να αποθεώνει τον κοινοβουλευτικό αγώνα, αλλά υποτάσσοντάς τον πάντοτε στον εξωκοινοβουλευτικό, με στόχο τη συγκέντρωση των δυνάμεων της επαναστατικής ανατροπής, με αυτό που εμφανίζεται ως κοινοβουλευτικός αγώνας των εμφανιζόμενων ως αριστερών, ακόμη και ως επαναστατικών πολιτικών δυνάμεων στην Ελλάδα; Δεν αναφερόμαστε μόνο σ’ εκείνους που διακηρύσσουν ανοιχτά την πίστη τους στον αστικό κοινοβουλευτισμό, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ (στην ακμή του και όχι μόνο στην τωρινή παρακμή του), αλλά και σ’ εκείνους που διανθίζουν τη δημόσια παρουσία τους με μπόλικη επαναστατική φρασεολογία.
 
Οπως ο Περισσός για παράδειγμα, που όταν ξέσπασε μια νεολαιίστικη εξέγερση, στήριξε το αστικό κράτος και διακήρυξε διά της τότε γενικής γραμματέα του ότι «στη λαϊκή επανάσταση δε θα σπάσει ούτε ένα τζάμι», αποκαλύπτοντας ότι η «λαϊκή επανάστασή του» δεν είναι παρά ένας κοινοβουλευτικός περίπατος, δηλαδή κάτι που εξ ορισμού αποκλείεται να γίνει (η τραγική πείρα της Χιλής της «Λαϊκής Ενότητας» και του Αγιέντε είναι πάντοτε επίκαιρη).
 
Αλλά και όπως η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, που ξεπερνά τον Περισσό σε κούφιο επαναστατικό και κομμουνιστικό βερμπαλισμό, αλλά αναζητά μετωπική συμπόρευση για την εφαρμογή ενός «μεταβατικού προγράμματος» πότε με τον ΣΥΡΙΖΑ (μέχρι το δημοψήφισμα του 2015) και πότε με τη ΛΑΕ (μέχρι το ξεβράκωμα και την επί της ουσίας διάλυση αυτού του πολιτικού μορφώματος), αναθέτοντας στον εαυτό της το ρόλο της «αριστερής πρέσας», που θα πιέζει τις ταλαντευόμενες (αλλά πάντοτε αριστερές) πολιτικές δυνάμεις να ακολουθούν τον ίσιο δρόμο της… μετάβασης. Στην πράξη, βέβαια, αυτός ο ντροπαλούτσικος κυβερνητισμός είχε ως αποτέλεσμα να αποψιλώνεται η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πότε από ψηφοφόρους και πότε από συνιστώσες της, σε κάθε στροφή που έκανε ο κυρίαρχος αστορεφορμισμός τύπου ΣΥΡΙΖΑ. Μεταξύ 2012 και 2015 την εγκατέλειψαν ψηφοφόροι για να στηρίξουν τον… αριστερό ΣΥΡΙΖΑ, που είχε ανάγκη κάθε «κουκί» για να μπορέσει να νικήσει και να σχηματίσει «αντιμνημονιακή» κυβέρνηση, μετά την εγκατέλειψαν συνιστώσες και προβεβλημένα στελέχη της, προκειμένου να στελεχώσουν τη… γνήσια αριστερή ΛΑΕ, που ως μεγαλύτερη (σε εκλογικό ποσοστό) δύναμη πρέπει να έχει τον πρώτο λόγο στη συγκρότηση του μετώπου του «όχι μέχρι το τέλος», μετά κάποιοι ξαναγύρισαν και εσχάτως παρατηρείται ένας άγριος εσωτερικός καυγάς που κουκουλώθηκε άρον-άρον χάριν της κοινής εκλογικής καθόδου.
 

Πολιτική ουράς

 
Στην πραγματικότητα, αυτό που εφαρμόζουν όλες αυτές οι δήθεν επαναστατικές δυνάμεις είναι μια πολιτική ουράς των αστικών ρεφορμιστικών δυνάμεων. Συνέβη με το ΠΑΣΟΚ μέχρι το 1985, συνέβη με τον ΣΥΡΙΖΑ μέχρι που υπέγραψε το Μνημόνιο, συνέβη με τον Αλαβάνο όταν οι Τσιπραίοι τον ανάγκασαν να φύγει από τον ΣΥΡΙΖΑ, συνέβη με τη ΛΑΕ μέχρι αυτή να ξεμπροστιαστεί και είναι σίγουρο ότι θα συμβεί στο μέλλον με κάποιο άλλο σχήμα.
 
Είναι, λοιπόν, απολύτως λογικό, εξαιτίας της φύσης αυτής της πολιτικής ουράς, οι κάθε φορά εκλογικές μάχες να εμφανίζονται ως οι σημαντικότερες πολιτικές μάχες. Και τα διακυβεύματά τους, ακόμη και όταν είναι εμφανώς ψεύτικα, όπως συνέβη στο δημοψήφισμα της 5ης του περασμένου Ιούλη και όπως συμβαίνει σε όλες τις εκλογές της μνημονιακής περιόδου, να εμφανίζονται ως πραγματικά πολιτικοκοινωνικά διακυβεύματα. Στις κοινοβουλευτικές εκλογές δίνεται ένας χαρακτήρας που δεν έχουν.
 
Για να μην πάμε πολύ πίσω, ας σταματήσουμε στο 2009. Υπήρχε περίπτωση ο Παπανδρέου να εφαρμόσει κάτι διαφορετικό απ’ αυτό που εφάρμοσε, όταν ήταν γνωστό (σε όσους ψάχνουν σε βάθος τα πράγματα και δεν περιορίζονται σε εφημεριδιακά αναγνώσματα) ότι η παγκόσμια κρίση του καπιταλισμού είχε ήδη χτυπήσει στην Ελλάδα και επομένως οι συνέπειες της διαχείρισής της θα ήταν πιο καταστροφικές για το προλεταριάτο και τα άλλα εργαζόμενα στρώματα; Το 2012, υπήρχε περίπτωση ο Σαμαράς, ο Βενιζέλος και ο Κουβέλης να επαναδιαπραγματευθούν το Μνημόνιο, όπως έταζαν στο πόπολο; Το 2012, που ήταν αμφίβολο αν θα κερδίσει και τελικά δεν κέρδισε, και το 2015, που ήταν σίγουρο ότι θα κέρδιζε και τελικά κέρδισε, υπήρχε περίπτωση ο ΣΥΡΙΖΑ να εφαρμόσει οτιδήποτε άλλο εκτός από την πολιτική των Μνημονίων, που την υπαγορεύουν οι ιμπεριαλιστές δανειστές και η ντόπια αστική τάξη;
 
Η δική μας απάντηση είναι γνωστή. Είπαμε πριν από τις εκλογές του Γενάρη του 2015 ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα συνεχίσει τη μνημονιακή πολιτική, επιμείναμε κατά τη διάρκεια της «σκληρής διαπραγμάτευσης» ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα υπογράψει νέο Μνημόνιο, καταγγείλαμε το δημοψήφισμα ως κάλπικο, που σκοπό είχε να εφοδιάσει τον Τσίπρα με τη λαϊκή εντολή για να υπογράψει το νέο Μνημόνιο («συμφωνία» το έλεγαν, για να μην πουν την απαγορευμένη λέξη), και επιβεβαιωθήκαμε πλήρως. Αντίθετα, οι δυνάμεις που κάθε φορά μας μέμφονται επειδή καλούμε σε αποχή από τις σημαδεμένες κάλπες, ήταν αυτές που επέλεξαν για τον εαυτό τους το ρόλο της «αριστερής πρέσας» επί του ΣΥΡΙΖΑ, αυτές που χειροκροτούσαν μανιωδώς τον Τσίπρα ως κεντρικό ομιλητή της τελευταίας προδημοψηφισματικής συγκέντρωσης του «Οχι», αυτές που χόρευαν αντάρτικα τη νύχτα της νίκης του «Οχι», αυτές που προεξοφλούσαν ότι ο λαός θα ξεσηκωθεί και «θα πάει το Οχι μέχρι το τέλος».
 
Διαψεύστηκαν στα πάντα. Επιμένουν, όμως, συχνά με θράσος, να ζητούν ψήφο κάθε φορά που στήνονται κάλπες, διότι οι εκλογές είναι το κέντρο της πολιτικής τους τακτικής. Μπορεί να μην το παραδέχονται (αυτό ίσχυε όλες τις εποχές για τους οπορτουνιστές), όμως η συμμετοχή στις εκλογές είναι γι’ αυτούς η ύψιστη μορφή πολιτικού αγώνα. Η πολιτική τους δράση δεν έχει ως περιεχόμενο ένα συνδυασμό κοινοβουλευτικών και εξωκοινοβουλευτικών μέσων, με τα πρώτα να υποτάσσονται στα δεύτερα, αλλά είναι καθαρά κοινοβουλευτική. Ολες οι άλλες πολιτικές πρωτοβουλίες τους έχουν ως στόχο τη συλλογή ψήφων στις εκλογές (βουλευτικές, «αυτοδιοικητικές», ευρωεκλογές). Γι’ αυτό και γιορτάζουν όταν συγκυριακά πάρουν ένα ικανοποιητικό (για τα μέτρα τους) ποσοστό, ενώ πέφτουν σε πολιτική κατάθλιψη και «εσωστρέφεια» κι αρχίζουν τις σχοινοτενείς αναλύσεις όταν ένα μεγάλο αστικό ρεφορμιστικό σχήμα τους «κλέβει» μια σημαντική ποσότητα ψήφων (σε συνθήκες δικομματικής πόλωσης συνήθως).
 

Περί ρεαλισμού

 
Υπάρχουν, όμως, και αγωνιστές που ρωτούν με ειλικρίνεια και χωρίς υποκρισία «και τι να κάνουμε;». Και δε ρωτούν μόνο στις προεκλογικές περιόδους, επηρεασμένοι από τη δύναμη της αστικής αδράνειας που λέει «η ψήφος σου έχει αξία», αλλά και σε μη προεκλογικές περιόδους.
 
Ας συμφωνήσουμε ότι η ψήφος, στις συγκεκριμένες συνθήκες, δεν έχει καμιά αξία. Την παίρνουν οι αστικές δυνάμεις, τη χρησιμοποιούν όπως επιτάσσει το συμφέρον του συστήματος και μετά την πετούν στα σκουπίδια. Ας συμφωνήσουμε ότι στις κάλπες δεν μπορεί να αντανακλαστούν οι αγώνες της εργατικής τάξης και του λαού, γιατί εδώ και εφτά χρόνια τέτοιοι αγώνες δεν υπήρξαν (υπήρξε μόνο «ανάθεση» διά της κάλπης).
 
Γιατί όμως είναι δύσκολο να συμφωνήσουμε ότι η μόνη ρεαλιστική λύση είναι η εργατική επανάσταση και ο κομμουνισμός; Είναι δηλαδή ρεαλιστικό το περιβόητο «μεταβατικό πρόγραμμα», που περιλαμβάνει έξοδο από την Ευρωζώνη και την ΕΕ, μονομερή διαγραφή του χρέους, εθνικοποίηση και εργατικό έλεγχο των τραπεζών, μέτρα σε βάρος του κεφαλαίου και υπέρ των εργαζόμενων τάξεων κτλ.; Υπάρχει περίπτωση οποιαδήποτε αστική κυβέρνηση να εφαρμόσει ένα τέτοιο πρόγραμμα, χωρίς να τη ρίξουν την άλλη κιόλας μέρα, είτε κοινοβουλευτικά είτε πραξικοπηματικά;
 
Ναι, απαντούν οι εραστές του «μεταβατικού προγράμματος», αλλά θα υπάρχει ένας λαός έτοιμος ν’ αντισταθεί. Ο πρότερος βίος τους δεν είναι και τόσο… έντιμος για να μπορούν να επικαλούνται ένα τέτοιο επιχείρημα. Αντάρτικα χόρευαν στο Σύνταγμα το βράδυ της 5ης του Ιούλη του 2015 και προεξοφλούσαν ότι με σχεδόν 63% υπέρ του «Οχι» δημιουργείται το νέο ΕΑΜ. Τη συνέχεια τη γνωρίζουμε και τη γνωρίζουν, γι’ αυτό και μάλλον… «δεν δικαιούνται για να ομιλούν». Ακόμη κι αν οι λαϊκές μάζες έβγαιναν μαζικά στο δρόμο, όπως βγήκαν στα «Ιουλιανά» του 1965, άοπλες και απροετοίμαστες δε θα μπορούσαν ν’ αντισταθούν στις σιδερόφραχτες δυνάμεις του αστικού κρατικού μηχανισμού. Και οι οπαδοί του «μεταβατικού προγράμματος» θα ήταν οι πρώτοι που θα ετοίμαζαν τα βαλιτσάκια τους για τους τόπους φυλάκισης και εξορίας, όπως έκαναν οι πολιτικά ευνουχισμένοι κομμουνιστές και ΕΔΑΐτες το 1967 (επί τη ευκαιρία: ας ξαναθυμηθούμε την πείρα της Χιλής).
 
Ακόμα, λοιπόν, κι αν δεχόμασταν το «μεταβατικό πρόγραμμα», που θα το εφάρμοζε μια κυβέρνηση εκλεγμένη κοινοβουλευτικά, και πάλι θα ήταν απαραίτητο να συνοδεύουμε την προώθησή του με τη συγκέντρωση των επαναστατικών δυνάμεων, μ’ ένα πολιτικό πρόγραμμα προετοιμασίας και εξοπλισμού των προλεταριακών και εργαζόμενων μαζών, ώστε να μπορέσουν να επιβάλουν την εφαρμογή αυτού του προγράμματος, σε σύγκρουση με τον αστικό κρατικό μηχανισμό, που θα επιδιώξει να ακυρώσει με τη βία κάθε τέτοια προσπάθεια. Υπάρχει πουθενά μια τέτοια κατεύθυνση στο «μεταβατικό πρόγραμμα» και δεν την έχουμε προσέξει εμείς; Ασφαλώς και δεν υπάρχει και δε θα μπορούσε να υπάρξει, γιατί το περιβόητο «μεταβατικό πρόγραμμα» δεν είναι παρά ο αριστερός μαϊντανός στην κοινωνική δημαγωγία των αστών ρεφορμιστών, που -ως γνωστόν- τη λειαίνουν και τη στρογγυλεύουν όταν πιάνουν εκλογικά ποσοστά που «μυρίζουν» κυβερνητική εξουσία (διδακτική η πείρα της «βίαιης ωρίμανσης» του ΣΥΡΙΖΑ).
 
Το συμπέρασμα όλων αυτών που εν συντομία αναφέραμε παραπάνω είναι πως υπάρχει μια χοντρή κόκκινη διαχωριστική γραμμή που χωρίζει τη στρατηγική και την τακτική των επαναστατών κομμουνιστών απ’ αυτή των ρεφορμιστών («ήπιων» και «ριζοσπαστών»). Είναι η επαναστατική προετοιμασία και ο εξοπλισμός του προλεταριάτου και του υπόλοιπου εργαζόμενου λαού, ώστε να μπορούν να εφαρμόσουν το πρόγραμμά τους, κατανικώντας και συντρίβοντας τον πάνοπλο αστικό κρατικό μηχανισμό. Για να υπάρξει τέτοια επαναστατική προετοιμασία, θα πρέπει το προλεταριάτο να οργανωθεί πολιτικά. Θα πρέπει, δηλαδή, η πρωτοπορία του να συγκροτηθεί με τη μορφή ανεξάρτητου πολιτικού κόμματος, που θα αντιπαρατεθεί στο σύνολο της αστικής πολιτικής, που θα διατυπώσει τους προγραμματικούς στόχους της εργατικής επανάστασης και θα φέρει σε πέρας το έργο της συγκέντρωσης, της προετοιμασίας και του εξοπλισμού των δυνάμεων της επαναστατικής ανατροπής.
 
Γι’ αυτό και αν μιλάμε για εργατικό ρεαλισμό, η προετοιμασία της εργατικής επανάστασης για το πέρασμα στην κατώτερη φάση του κομμουνισμού είναι ο μόνος ρεαλιστικός στόχος, ενώ τα διάφορα «μεταβατικά προγράμματα», που προωθούνται μέσω των κοινοβουλευτικών διαδικασιών είναι είτε αντιδραστικά ιδεολογήματα, που ενσωματώνουν το προλεταριάτο στην αστική πολιτική, είτε τυχοδιωκτισμοί, που οδηγούν το προλεταριάτο ως πρόβατο επί σφαγήν στο θυσιαστήριο του αστικού κρατικού μηχανισμού.
 

Σκληρή ταξική πάλη

 
Οπως διαπιστώνουμε, όσοι θέλουν να προετοιμάσουν θεωρητικά, προγραμματικά και οργανωτικά το προλεταριάτο για την επαναστατική ανατροπή έχουν πάρα πολλά να κάνουν και δεν τους παίρνει να καθήσουν και να περιμένουν την εργατική επανάσταση σαν τους χριστιανούς που περιμένουν τη δευτέρα παρουσία, όπως πρόστυχα υποστηρίζουν οι οπαδοί των «άμεσων πολιτικών αιτημάτων» και των «μεταβατικών προγραμμάτων».
 
Αυτή η δουλειά, η δουλειά για τη συγκέντρωση των επαναστατικών δυνάμεων και της πολιτικής οργάνωσης της εργατικής τάξης, θα συντείνει τα μέγιστα και στην ταξική ανασυγκρότηση στο χαμηλότερο επίπεδο, στο επίπεδο των άμεσων διεκδικήσεων για την προστασία της εργατικής τάξης και όλου του εργαζόμενου λαού από τις συνέπειες της βαρβαρότητας που φέρνει η διαχείριση της κρίσης του καπιταλισμού.
 
Αυτοί που προτείνουν τα «αντιμνημονιακά» και «μεταβατικά» προγράμματα καλλιεργούν εκ των πραγμάτων τον πολιτικό μεσσιανισμό και την «ανάθεση», αφού η πολιτική τους πρόταση (με όσες αγωνιστικές αναφορές κι αν διανθίζεται) είναι υλοποιήσιμη μέσω των κοινοβουλευτικών εκλογών. Ετσι, σ’ ένα κοινωνικό περιβάλλον απογοήτευσης και ηττοπάθειας προσθέτουν περισσότερη απογοήτευση και ηττοπάθεια. Μπορεί να πάρουν ψήφους, δε θα πάρουν όμως (και δεν ενδιαφέρονται να πάρουν) αγωνιστική έγερση και διεκδίκηση. Ετσι, η επιβολή της «μνημονιακής» πολιτικής, της κινεζοποίησης του ελληνικού λαού, εμφανίζεται ως μοιραία εξέλιξη, που μόνο μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία μπορεί να την αλλάξει.
 
Καμιά πολιτική της αστικής τάξης, όμως, δεν υπήρξε αρραγής, όταν αντιμετώπισε τα κύματα της ταξικής πάλης του προλεταριάτου και των άλλων εργαζόμενων. Ναι, μπορούν να επιτευχθούν επιμέρους νίκες, μπορούν να κερδηθούν άμεσες διεκδικήσεις, μπορούν να ανασχεθούν πλευρές της αστικής πολιτικής, αν η ταξική πάλη πάρει μορφή που να αξίζει να ονομαστεί ταξική πάλη. Αν πάρει «άγριο και αντικοινωνικό χαρακτήρα» (για να θυμηθούμε τους «μπαμπάδες» του ΣΥΡΙΖΑ και του Περισσού), αν συνειδητοποιήσει ότι πρέπει να συγκρουστεί με την αστική νομιμότητα, αν μετατρέψει το σύνθημα «νόμος είναι το δίκιο του εργάτη» σε σύνθημα δράσης από φιλολογικό συμπλήρωμα των διαδηλώσεων. Σε μια τέτοια εξέλιξη, η αστική τάξη θ’ αναγκαστεί να κάνει πίσω σε επιμέρους πλευρές της πολιτικής της, προκειμένου ν’ αποφύγει τα χειρότερα. Αυτός είναι ο ταξικός ρεαλισμός που εμείς αντιπαραθέτουμε στις εκλογικίστικες κουτοπονηριές.
 
* Ενα ξανακοίταγμα (ή κοίταγμα για όσους δεν την έχουν διαβάσει) της μπροσούρας της «Κόντρας» για τα διδάγματα που βγαίνουν από τις εξελίξεις στη Γερμανία κατά το μεσοπόλεμο θα ήταν χρήσιμο και για τη συζήτηση απ’ αφορμή τις εκλογές και την εκλογική τακτική.
 
 
Τετάρτη 26 Ιουνίου 2019