Δευτέρα 17 Ιουνίου 2019 | 15:35

ΕπικαιρότηταPointer

Οι ταξικές ανισότητες αντανάκλαση του μορφωτικού και κοινωνικού περιβάλλοντος

Το Ιδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), think tank του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (ΣΕΒ), δημοσίευσε έρευνα με τίτλο «Εκπαιδευτικές ανισότητες στην Ελλάδα, Πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και επιπτώσεις της κρίσης».
 
Η έρευνα εξετάζει την εξέλιξη των κοινωνικών χαρακτηριστικών των φοιτητών που εγγράφηκαν στα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης την περίοδο 2001- 2014.
 
Από την έρευνα, μεταξύ άλλων, προκύπτουν τα εξής:
 
♦ «Η άνοδος του επιπέδου εκπαίδευσης του συνολικού πληθυσμού, που έχει σημειωθεί στην Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες, και ιδιαίτερα από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, έχει σημαντική επίδραση στην εξέλιξη των κοινωνικών χαρακτηριστικών των φοιτητών. Μεταξύ 2001 και 2014 μειώθηκαν τα ποσοστά φοιτητών με γονείς με εκπαίδευση στο Δημοτικό (από 20,1% σε 8,8% από τη μεριά του πατέρα, και από 22,2% σε 6,6% από τη μεριά της μητέρας), το Γυμνάσιο και όσοι δεν είχαν τελειώσει το Δημοτικό. Αντίθετα, αυξήθηκαν σημαντικά τα αντίστοιχα ποσοστά φοιτητών με γονείς αποφοίτους Λυκείου (από 30,5% σε 38,8% από τη μεριά του πατέρα και από 39,7% σε 42,9% από τη μεριά της μητέρας), τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (από 30,3% σε 33,1% από τη μεριά του πατέρα και από 23,7% σε 35,6% από τη μεριά της μητέρας), μεταπτυχιακού/διδακτορικού (από 3,9% σε 6,2% από τη μεριά του πατέρα και από 1,8% σε 4,6% από τη μεριά της μητέρας)».
 
Επιβεβαιώνεται, δηλαδή, η διαπίστωση ότι τις τελευταίες δεκαετίες έχει γενικευτεί και ενισχυθεί η τάση της εργαζόμενης κοινωνίας για πανεπιστημιακές σπουδές (και γενικότερα για ανώτερο επίπεδο μόρφωσης), που αν και έχει κύριο μέλημα την επαγγελματική αποκατάσταση, εντούτοις έχει θετική επίπτωση στο μορφωτικό επίπεδο ευρύτατων στρωμάτων και ως αντανάκλαση και στο μορφωτικό επίπεδο των παιδιών τους και βεβαίως στην εκπαιδευτική τους πορεία, που φθάνει έως και την ανώτατη βαθμίδα, την τριτοβάθμια εκπαίδευση.
 
♦ «Σημαντική επίδραση στην κοινωνική σύνθεση των φοιτητών είχε η αύξηση της συμμετοχής των γυναικών στην απασχόληση που έχει σημειωθεί τις τελευταίες δεκαετίες στην Ελλάδα, καθώς και οι επιπτώσεις της κρίσης στην απασχόληση και την αύξηση της ανεργίας που σημειώθηκε από το 2010 και έπειτα. Ειδικότερα, καταγράφεται ραγδαία υποχώρηση του ποσοστού φοιτητών με μη οικονομικά ενεργή μητέρα (από 44,8% το 2001 σε 23,2% το 2014), που αντανακλά την αύξηση της συμμετοχής των γυναικών στην απασχόληση τις τελευταίες δεκαετίες».
 
Τα νοικοκυριά, στα οποία εργάζονται και οι δυο γονείς και επομένως έχουν μεγαλύτερο οικογενειακό εισόδημα μπορούν καλύτερα να στηρίξουν τη μορφωτική πορεία των παιδιών τους. Η κρίση που συνετέλεσε στη σφαγή των εισοδημάτων και στη ραγδαία αύξηση της ανεργίας είχε ως αποτέλεσμα τη ραγδαία μείωση του ποσοστού των φοιτητών που προέρχονται από οικογένειες των οποίων το εισόδημα καταβαραθρώθηκε
 
♦ Καταγράφεται «η διαχρονική τάση αύξησης του ποσοστού φοιτητών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που προέρχονται από οικογένειες με υψηλό και πολύ υψηλό κοινωνικό-μορφωτικό επίπεδο, με αντίστοιχη μείωση στις οικογένειες με μεσαίο κοινωνικό-μορφωτικό επίπεδο. Η τάση αυτή φαίνεται να ενισχύθηκε στη διάρκεια της κρίσης. Ειδικότερα, το ποσοστό φοιτητών από οικογένειες με υψηλό κοινωνικό-μορφωτικό επίπεδο αυξήθηκε (σε 45,6% το 2014, από 42,3% το 2011 και 36,3% το 2001). Αντίστοιχα, αυξήθηκε και το ποσοστό φοιτητών από οικογένειες με πολύ υψηλό κοινωνικό-μορφωτικό επίπεδο (από 2,1% το 2001 σε 3,4% το 2011 και 4,7% το 2014). Αντίστροφα, το ποσοστό φοιτητών από οικογένειες με μεσαίο κοινωνικό-μορφωτικό επίπεδο μειώθηκε (42,5% το 2014 από 47,1% το 2011 και 52,1% το 2001). Το ποσοστό φοιτητών από οικογένειες με χαμηλό κοινωνικό-μορφωτικό επίπεδο ακολούθησε πτωτική τάση την περίοδο 2001-2008 (από 9,5% σε 6,3%), ωστόσο αυτή η τάση ανακόπτεται κατά τη διάρκεια της κρίσης, όταν αυτό το ποσοστό παραμένει στο εύρος 6,4%-7,8%».
 
Οι νέοι που φοιτούν στις πανεπιστημιακές σχολές προέρχονται κατά κανόνα από στρώματα με υψηλό κοινωνικό-μορφωτικό επίπεδο σε αντίθεση με τα παιδιά που προέρχονται από τα φτωχά λαϊκά στρώματα (με αντίστοιχο μορφωτικό επίπεδο). Η κρίση μεγέθυνε αυτές τις ταξικές ανισότητες που αντανακλώνται καθαρά στα ποσοστά των φοιτητών που προέρχονται από τα αντίστοιχα στρώματα.
 
♦ «Περισσότεροι από τους μισούς φοιτητές των πανεπιστημίων (53,3%) προήλθαν (το 2014) από οικογένειες με υψηλό κοινωνικό-μορφωτικό επίπεδο, έναντι 30,2% στα ΤΕΙ και 31,6% στους φοιτητές των λοιπών ιδρυμάτων. Επιπλέον, στα πανεπιστήμια είναι υψηλότερο το ποσοστό των φοιτητών που προήλθε (το 2014) από οικογένειες πολύ υψηλού κοινωνικού-μορφωτικού επιπέδου (6,4%) έναντι μόλις 1,3% στα ΤΕΙ και 1,1% στα λοιπά ιδρύματα. Αντίστοιχα, στα ΤΕΙ και τα λοιπά ιδρύματα περισσότεροι φοιτητές προήλθαν (το 2014) από οικογένειες μεσαίου (56,1% και 55,9%) και χαμηλού (12,4% και 11,5%) κοινωνικο-μορφωτικού επιπέδου...
 
Αυξήθηκε η διαφορά στο ποσοστό φοιτητών με πολύ υψηλό κοινωνικό-μορφωτικό επίπεδο στα πανεπιστήμια σε σχέση με τα υπόλοιπα ιδρύματα από 2,2 π.μ. το 2001 σε 3,7 π.μ. το 2010 και 5,1 π.μ. το 2014. Η αύξηση της διαφοράς υπέρ των πανεπιστημίων παρατηρείται τόσο στην πλευρά του κοινωνικο-μορφωτικού επιπέδου του πατέρα (σε 3,7 π.μ. το 2014, από 2,7 π.μ. το 2010), όσο και της μητέρας (σε 2,3 π.μ. το 2014, από 1,7 π.μ. το 2010). Η απόκλιση ως προς το πολύ υψηλό κοινωνικό-μορφωτικό επίπεδο διατηρείται και όταν εξετάζεται χωριστά το επίπεδο εκπαίδευσης και το επίπεδο απασχόλησης των γονέων...
 
Αντίθετα με τα πανεπιστήμια, οι διαφορές στο κοινωνικό-μορφωτικό επίπεδο μεταξύ των φοιτητών ΤΕΙ και λοιπών ιδρυμάτων εξαλείφονται διαχρονικά. Συγκρίνοντας το κοινωνικό-οικονομικό επίπεδο οικογενειακής προέλευσης φοιτητών μεταξύ των ΤΕΙ και των λοιπών επαγγελματικών σχολών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, παρατηρείται σύγκλιση σε επίπεδο νοικοκυριού που αποτυπώνεται τόσο στην πλευρά του πατέρα, όσο και της μητέρας.
 
Με βάση την ανάλυση των στοιχείων για την περίοδο 2001-2014, οι φοιτητές με γονείς πολύ υψηλού κοινωνικο-μορφωτικού επιπέδου έχουν κατά 36,7% υψηλότερη πιθανότητα να σπουδάσουν σε πανεπιστήμιο, παρά σε ΤΕΙ ή στις λοιπές επαγγελματικές σχολές, σε σύγκριση με τους φοιτητές με χαμηλό κοινωνικό-μορφωτικό επίπεδο γονέων».
 
Επαληθεύεται η άποψη ότι στα ΤΕΙ φοιτούν κυρίως παιδιά που προέρχονται από φτωχά λαϊκά στρώματα (με αντίστοιχο μορφωτικό επίπεδο). Διαχρονικά οι αστικές κυβερνήσεις προσπάθησαν να ενισχύσουν αυτήν την τάση, λουστράροντας την τεχνικοεπαγγελματική εκπαίδευση (με συνεχή «βαφτίσια» και αλλαγές ονομάτων. Μέχρι και ανώτατα ονόμασαν τα ΤΕΙ με διαδικασίες fast track), με στόχο να κρατήσουν τα παιδιά της εργατικής τάξης μακριά από την πανεπιστημιακή μόρφωση.
 
♦ «Σημαντικές διαφορές διαπιστώνονται με βάση την προέλευση των φοιτητών ως προς τα πεδία σπουδών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Αυξημένα ποσοστά φοιτητών με πολύ υψηλό κοινωνικό-μορφωτικό επίπεδο γονέων παρατηρούνται στις πανεπιστημιακές σχολές ιατρικής (10,7% κατά μέσο όρο την περίοδο 2001-2014), μηχανικών (8,5%) και νομικής (7,7%)».
 
Οι ταξικές διαφορές αντανακλώνται με χαρακτηριστικό τρόπο στην προέλευση των φοιτητών που φοιτούν στις σχολές υψηλού κοινωνικού κύρους, που έχουν και τις περισσότερες πιθανότητες επαγγελματικής αποκατάστασης και εξέλιξης και συνεπώς απόκτησης οικονομικής επιφάνειας. Η κρίση επηρρέασε σε ένα βαθμό αυτήν την εικόνα (ιδίως στις σχολές μηχανικών, λόγω του συντριπτικού χτυπήματος που επήλθε στην οικοδομική δραστηριότητα).
 
♦ Κατεγράφησαν «σημαντικές διαφορές φύλου στην πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση την εξεταζόμενη περίοδο με τις φοιτήτριες να ξεπερνούν τους φοιτητές διαχρονικά, με τάσεις αύξησής τους πριν από την κρίση και μείωσής τους μετά την έναρξη της κρίσης (από 54,1% του συνόλου οι φοιτήτριες αυξήθηκαν σε 58,0% το 2008, αλλά μειώθηκαν σε 53% το 2014). Επιπλέον, σημαντικές διαφορές φύλου καταγράφονται στο εσωτερικό της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (οριζόντια ανισότητα). Ειδικότερα, το ποσοστό των ανδρών ανέρχεται σε μόλις 42,9% στα πανεπιστήμια το 2014 (από 40,0% το 2010 και 39,3% το 2001), έναντι 53,6% στα ΤΕΙ (από 54,6% το 2010 και 52,0% το 2001) και 80,4% στα λοιπά ιδρύματα (από 82,0% το 2010 και 85,8% το 2001). Η πιθανότητα φοίτησης σε πανεπιστήμιο έναντι των άλλων ιδρυμάτων είναι μειωμένη για τους άνδρες (-15,5% μεταξύ 2001-2005) αλλά στη διάρκεια της κρίσης σημειώθηκε μείωση των ανισοτήτων φύλου και εξασθένιση της επιρροής του ως παράγοντα ανισοτήτων».
 
♦ «Το ποσοστό αλλοδαπών φοιτητών που είναι απόφοιτοι ελληνικών λυκείων σημείωσε σημαντική αύξηση την περίοδο πριν από την κρίση (από 1,1% το 2001 σε 3,6% το 2010). Η οικονομική κρίση όμως επέδρασε σημαντικά στην πρόσβαση των αλλοδαπών φοιτητών στα ελληνικά ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, καθώς το ποσοστό υποχώρησε στο 2,6% το 2014. Σημαντικές, ωστόσο, διαφορές καταγράφονται και με βάση την εθνική προέλευση των φοιτητών στο εσωτερικό της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Το 4,7% των φοιτητών ΤΕΙ το 2014 ήταν αλλοδαποί απόφοιτοι ελληνικών σχολείων (από 5,7% το 2009 και 1,4% το 2001), ενώ το αντίστοιχο ποσοστό περιορίζεται σε 1,8% (από 2,6% το 2009 και 1,0% το 2001) στα πανεπιστήμια και σε 1,4% (από 1,0% το 2009 και 0,4% το 2001) στα λοιπά ιδρύματα. Η πιθανότητα φοίτησης σε πανεπιστήμιο είναι μειωμένη για τους μετανάστες (-19,9%) σε όλη την εξεταζόμενη περίοδο, φτάνοντας στο -18,5% μεταξύ 2006-2009 από -16,1% την προηγούμενη περίοδο 2001-2005. Στη διάρκεια της κρίσης, η αρνητική επίδραση στην πιθανότητα για τους μετανάστες αρχικά εντείνεται και στη συνέχεια υποχωρεί (από -20,3% το 2010 σε -29,3% το 2012 και -22,3% το 2014). Αντιστρόφως, η πιθανότητα των μεταναστών να σπουδάζουν σε ΤΕΙ είναι αυξημένη (21,3%). Μειωμένη είναι όμως η πιθανότητα μεταναστών να σπουδάζουν στις λοιπές επαγγελματικές σχολές (0,8%)».
 
Τις ταξικές ανισότητες βιώνουν έντονα οι μετανάστες. Η αντιμεταναστευτική πολιτική, ο ρατσισμός, η ξενοφοβία, ο υφέρπων ή και ανοιχτός φασισμός, η συντηρητικοποίηση ευρύτατων στρωμάτων της ελληνικής κοινωνίας αντάμα με την υποχώρηση του διεκδικητικού κινήματος και της ταξικής συνείδησης διαμορφώνουν το πλαίσιο που καθιστά απαγορευτική τη μόρφωση των μεταναστών και των παιδιών τους. Οι ελάχιστοι που κατορθώνουν να φοιτήσουν στα πανεπιστημιακά ιδρύματα και οι ελάχιστα περισσότεροι που φοιτούν στα ΤΕΙ είναι η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα.
 
♦ Κατεγράφησαν, «καταρχάς, διαφορές ως προς το σχολείο αποφοίτησης των φοιτητών σε σύγκριση με τον γενικότερο πληθυσμό (κάθετη ανισότητα), καθώς το ποσοστό των φοιτητών που προέρχονται από ιδιωτικά σχολεία έχουν αυξημένη εκπροσώπηση στα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και η διαφορά τους διευρύνεται μέχρι την έναρξη της κρίσης (από 0,8 π.μ. το 2002 σε 2,8 π.μ. το 2008). Η κρίση επέδρασε σημαντικά στο ποσοστό των φοιτητών που αποφοίτησαν από ιδιωτικό σχολείο, καθώς η διαφορά του από τους αποφοίτους δημόσιων λυκείων διευρύνθηκε ελαφρώς μεταξύ 2010 και 2014 (6,3% έναντι 5,4%). Επιπλέον, σημαντικές ανισότητες παρατηρούνται στην πρόσβαση οριζόντια στην τριτοβάθμια εκπαίδευση αποφοίτων δημόσιων και ιδιωτικών σχολείων (οριζόντια ανισότητα). Ειδικότερα, το 8,2% των πρωτοετών φοιτητών στα πανεπιστήμια το 2014 ήταν απόφοιτοι ιδιωτικών σχολείων (από 10,1% το 2010 και 9,7% το 2001). Στα ΤΕΙ το ποσοστό αποφοίτων ιδιωτικών σχολείων περιορίζεται σε 2,8% το 2014 (από 3,7% το 2010 και 4,3% το 2001), ενώ στις επαγγελματικές σχολές αυτό το ποσοστό διακυμαίνεται στο εύρος 1,4%- 4,5%».
 
Τα παιδιά της αστικής τάξης που φοιτούν στα ιδιωτικά σχολεία ξεκινούν από διαφορετικές αφετηρίες σε σχέση με τα παιδιά της εργατικής τάξης και της εργαζόμενης κοινωνίας, εξ ου και η εκπροσώπησή τους στα πανεπιστήμια σε σχέση με τον γενικότερο πληθυσμό. Η αντοχή αυτής της κλίκας  διαφαίνεται και στην περίοδο της κρίσης. Η ταξική αντίθεση είναι εμφανής και στο ποσσστό των αποφοίτων ιδιωτικών σχολείων που φοιτά σε πανεπιστήμια και ΤΕΙ, με πολύ μικρότερο αυτών που φοιτούν στα ΤΕΙ.
 
Γιούλα Γκεσούλη
Δευτέρα 27 Μαΐου 2019