Δευτέρα 26 Αυγούστου 2019 | 10:46

ΕπικαιρότηταPointer

Συνταγματική έκρινε το ΣτΕ την κατάργηση των δώρων: Κάποιοι κονόμησαν, κάποιοι κλαίνε, κάποιοι υποκρίνονται τους οργισμένους

Στο φύλλο μας της 26ης Γενάρη του 2019, υπό τον τίτλο «Αναποτελεσματικές οι δικαστικές προσφυγές για αναδρομικά», γράφαμε: «Μετά τους συνταξιούχους, ήρθε η ώρα των δημόσιων υπάλληλων να αναγορευτούν σε target group δικηγορικών γραφείων για τη διεκδίκηση αναδρομικών μέσω δικαστικών διαδικασιών. Επίδικο αυτή τη φορά τα δώρα Πάσχα και Χριστουγέννων και το επίδομα άδειας. (…)
 
Αν και η ολομέλεια του ΣτΕ κρίνει αντισυνταγματική τη διάταξη του νόμου 4093/2012, τότε η υπόθεση θα οδηγηθεί στα Διοικητικά Πρωτοδικεία στα οποία προσέφυγαν οι δημόσιοι υπάλληλοι με τις αγωγές τους. Αυτό, όμως, δεν είναι σίγουρο. Θα κριθεί από τον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων που θα καταθέσουν αγωγές. Επιπλέον, οι δημόσιοι υπάλληλοι θα πρέπει να γνωρίζουν ότι για το ΣτΕ το λεγόμενο δημόσιο συμφέρον, στο όνομα του οποίου έγιναν οι πολύ μεγάλες περικοπές στις συντάξεις και στους μισθούς, υπερισχύει του ατομικού συμφέροντος. Ετσι, αν προσφύγουν δεκάδες χιλιάδες δημόσιοι υπάλληλοι, τότε το ΣτΕ θα ανασύρει από τη φαρέτρα του το “δημόσιο συμφέρον“ και θα κρίνει τη διάταξη του νόμου 4093 /2012 συνταγματική.
 
Από την άλλη, το Δημόσιο έχει το δικαίωμα να εφεσιβάλει τις αποφάσεις των Διοικητικών Πρωτοδικείων με αποτέλεσμα να χρονίσει η έκδοση τελεσίδικων αποφάσεων. Πέραν αυτών, υπάρχει και η δαμόκλειος σπάθη της παραγραφής των απαιτήσεων των δημοσίων υπαλλήλων. Στην περίπτωση των δώρων, οι απαιτήσεις για τα αναδρομικά παραγράφονται μετά την πάροδο της διετίας. (…)
 
Γίνεται φανερό, λοιπόν, ότι η προσφυγή με αγωγές στα Διοικητικά Πρωτοδικεία για τη διεκδίκηση των αναδρομικών είναι αναποτελεσματική. Οι μόνοι κερδισμένοι θα είναι οι ιδιοκτήτες των μεγάλων δικηγορικών γραφείων».
 
Την περασμένη Δευτέρα διέρρευσε ότι η Ολομέλεια του ΣτΕ έκρινε, κατά πλειοψηφία, ότι η κατάργηση των δώρων των δημόσιων υπάλληλων, υπάλληλων ΟΤΑ, ΝΠΔΔ και ΝΠΙΔ, είναι συνταγματική. Η απόφαση δεν έχει ακόμα δημοσιοποιηθεί, όμως είμαστε σίγουροι ότι η πλειοψηφία θα κάνει αναφορά στο «δημόσιο συμφέρον».  Παγίως αυτό γίνεται.
 
Δεν επιχαίρουμε, βέβαια, για την επιβεβαίωση της πρόβλεψής μας. Οταν κόβονται λεφτά από εργαζόμενους, δεν είναι για να επιχαίρει όποιος είναι με την πλευρά των εργαζόμενων. Οργιζόμαστε για εκείνους που έστησαν την παγίδα των μαζικών προσφυγών και θησαύρισαν στην πλάτη τόσων χιλιάδων εργαζόμενων. Γιατί ήταν πολλά τα λεφτά. Εικοσαρικάκι το κεφάλι από δω, τριανταράκι, σαρανταράκι παραπέρα (ανάλογα με το πόσοι μαζεύονταν σε κάθε προσφυγή), γέμισε ο μπεζαχτάς των δικηγορικών γραφείων που ανέλαβαν τις προσφυγές. Σε χρόνο μηδέν, μάλιστα, γιατί η νομική σύμβουλος της ΑΔΕΔΥ, που έριξε το σύνθημα, είχε προβλέψει ότι η απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ θα εκδοθεί τον Μάρτη (έπεσε έξω δυο μήνες) και επομένως έπρεπε όσοι ήθελαν να κάνουν προσφυγή να το κάνουν μέχρι τον Μάρτη, για να μη βρεθούν «εκτός νυμφώνος».
 
Και η συνδικαλιστική γραφειοκρατία της ΑΔΕΔΥ, αυτή που σήμερα εκφράζει «οργή και αγανάκτηση» για την απόφαση του ΣτΕ (θα αναφερθούμε παρακάτω στην προκλητική ανακοίνωση που εξέδωσε), καλλιεργούσε την υστερία των μαζικών προσφυγών, με βασικό επιχείρημα ότι η απόφαση του ΣΤ' Τμήματος του ΣτΕ, που έκρινε αντισυνταγματική την κατάργηση των δώρων, είχε παρθεί με πλειοψηφία 6-1 και επομένως δε θα μπορούσε να ανατραπεί από την Ολομέλεια, στην οποία το ίδιο το ΣΤ' Τμήμα είχε παραπέμψει την υπόθεση.
 

Το δίκαιο του μονάρχη

 
Η δική μας εκτίμηση για την προδιαγεγραμμένη απόρριψη των μαζικών προσφυγών, δεν ήταν απόρροια κάποιας ιδεοληψίας, αλλά προϊόν μελέτης του τρόπου με τον οποίο δικάζει το ΣτΕ γενικά και κατά τη μνημονιακή περίοδο ειδικότερα. Γι' αυτό χρησιμοποιούμε για το συγκεκριμένο ανώτατο δικαστήριο έναν όρο που χρησιμοποιούσαν παλιότερα προοδευτικοί νομικοί: είναι δικαστήριο φτιαγμένο για να υπερασπίζεται το δίκαιο του μονάρχη. Μονάρχης δεν υπάρχει πια στην Ελλάδα, όμως το καπιταλιστικό σύστημα και το κράτος του είναι ανώτερα από μονάρχη.
 
Κάθε φορά που το εργατικό κίνημα αδυνατούσε να διατηρήσει κάποιες -έστω μικρές- κατακτήσεις ή να αποσπάσει καινούριες, έσπευδαν τα μεγάλα δικηγορικά γραφεία και συνιστούσαν στους εργαζόμενους ή στους συνταξιούχους να κάνουν μαζικές προσφυγές στα Διοικητικά Πρωτοδικεία και στο ΣτΕ, προκειμένου να βγάλουν θετικές -όπως έλεγαν- αποφάσεις γι’ αυτούς και στη συνέχεια να υποχρεωθεί η δημόσια διοίκηση (δηλαδή η κυβέρνηση) να ικανοποιήσει τις χρηματικές τους απαιτήσεις. Στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, όμως, οι αποφάσεις του ΣτΕ ήταν αρνητικές για τους προσφεύγοντες και οι μόνοι ωφελημένοι ήταν οι δικηγόροι που εισέπρατταν τις αμοιβές τους.
 
Ιδιαίτερα κατά την περίοδο της βαθιάς καπιταλιστικής κρίσης και των Μνημονίων, το ΣτΕ βαφτίζει σύμφωνες με το σύνταγμα όλες σχεδόν τις νομοθετικές ρυθμίσεις των μνημονιακών κυβερνήσεων, επικαλούμενο το περιβόητο δημόσιο συμφέρον ως υπέρτατο αγαθό, που υπερισχύει όλων των αγαθών του σκληρά εργαζόμενου και εκμεταλλευόμενου λαού.
 
Ο πυρήνας της φιλοσοφίας του ΣτΕ είναι η προστασία του «δημόσιου συμφέροντος». Σ' αυτό έκανε αναφορά σε όλες τις αποφάσεις του. Ακόμα και σε υποτιθέμενες θετικές για εργαζόμενους και συνταξιούχους αποφάσεις. Για παράδειγμα, στις αποφάσεις 2287 και 2288/2015, που αφορούσαν ελάχιστους συνταξιούχους, το ΣτΕ είχε περιορίσει την «αποκατάσταση» αυστηρά σ' αυτούς τους ελάχιστους, σημειώνοντας: «Οίκοθεν νοείται ότι για τους ενάγοντες και όσους άλλους έχουν ασκήσει ένδικα μέσα ή βοηθήματα μέχρι το χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως, η διαγνωσθείσα αντισυνταγματικότητα θα έχει αναδρομικό χαρακτήρα». Μόνο γι’ αυτούς και για κανέναν άλλο!
 
Οι ίδιες αποφάσεις, δεν αφορούσαν τα προγενέστερα πετσοκόμματα των συντάξεων και των δώρων, που επιβλήθηκαν με τους νόμους 3845/2010, 3863/2010, 3986/2011 και 4024/2011, εναντίον των οποίων είχαν επίσης προσφύγει οι συνταξιούχοι. Το ΣτΕ είχε αποφανθεί επ’ αυτού: «Με τα δεδομένα αυτά, οι εν λόγω περικοπές, έχοντας αποφασιστεί υπό την πίεση των ως άνω όλως εξαιρετικών περιστάσεων, και επιβαλλόμενες κατά την εκτίμηση του νομοθέτη για την άμεση αντιμετώπιση της κρίσεως, δεν παραβιάζουν τις προπαρατεθείσες συνταγματικές διατάξεις».
 
Στις ίδιες αποφάσεις, το ΣτΕ περιέγραφε τις «όλως εξαιρετικές περιστάσεις» που μπορεί να δικαιολογήσουν πετσοκόμματα συντάξεων και λοιπών δικαιωμάτων, καταγράφοντας έτσι με σαφήνεια τον πυρήνα της φιλοσοφίας του: «Οταν, όμως, σε περιπτώσεις εξαιρετικά δυσμενών συνθηκών προκύπτει αιτιολογημένως, ότι το κράτος αδυνατεί να παράσχει επαρκή (…) χρηματοδότηση στους ασφαλιστικούς οργανισμούς και ότι δεν υφίσταται δυνατότητα διασφαλίσεως της βιωσιμότητας αυτών με άλλα μέσα (…) δεν αποκλείεται, κατά το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, (…) η επέμβαση του νομοθέτη για την μείωση και των απονεμηθεισών ακόμη συντάξεων. (…) Σε τέτοιες, άλλωστε, εξαιρετικές περιπτώσεις, ο νομοθέτης μπορεί, κατ’ αρχήν, να θεσπίζει για την περιστολή των δημοσίων δαπανών (…) μέτρα που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών πληθυσμού, όπως είναι η μείωση των συντάξεων» (οι εμφάσεις δικές μας).
 
Πέρα από τον πυρήνα της φιλοσοφίας του ΣτΕ, είχαμε και μια απόφαση (1/28.2.2018) του Ειδικού Δικαστήριου του άρθρου 88 του Συντάγματος (γνωστού ως Μισθοδικείου), στο οποίο συμμετέχουν αρκετοί σύμβουλοι του ΣτΕ, ενώ πρόεδρός του είναι ο πρόεδρος του ΣτΕ (σε περίπτωση κωλύματος τον αντικαθιστά αντιπρόεδρος). Τόνιζε, λοιπόν, αυτή η απόφαση: «Οπως έχει δε ειδικότερα κριθεί από το παρόν Ειδικό Δικαστήριο (βλέπε απόφαση 164/2015, πρβλ και απόφαση 35/2014), οι θεσπεισθείσες με τους ανωτέρω νόμους 3847/2010, 3865/2010, 3986/2011, 4002/2011, 4024/2011 και 4051/2012 περικοπές των συνταξιοδοτικών παροχών των συνταξιούχων του Δημοσίου, μεταξύ των οποίων και των δικαστικών λειτουργών, αποτελούσες τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, με σκοπό τόσο την άμεση κάλυψη των οικονομικών αναγκών όσο και τη βελτίωση της μελλοντικής  δημοσιονομικής και  οικονομικής κατάστασης, δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο και, ως εκ τούτου, δεν συνιστούν προσβολή των συνταγματικών αρχών» (οι εμφάσεις δικές μας).
 
Με αυτά τα δεδομένα, λοιπόν, ήταν σίγουρο ότι μόλις ασκηθούν προσφυγές σε μαζική κλίμακα, είτε από συνταξιούχους είτε από εν ενεργεία εργαζόμενους, δημιουργώντας τον κίνδυνο μιας σημαντικής δημοσιονομικής επιβάρυνσης του αστικού κράτους, το ΣτΕ θα στεκόταν στο ύψος του ως δικαστήριο του συστήματος και θα έκρινε τα μνημονιακά πετσοκόμματα συμβατά με το Σύνταγμα. Τη θεμελιώδη νομική βάση την είχε ήδη  έτοιμη με τις «θετικές» αποφάσεις του: «σε εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες», το κράτος μπορεί να πετσοκόβει μισθούς και συντάξεις.
 
Σημειώναμε τότε: «Λόγοι σκοπιμότητας, λόγοι υπεράσπισης των Μνημονίων και των μνημονιακών κυβερνήσεων, υποχρεώνουν το ΣτΕ να αλλάζει τα σκεπτικά στις διάφορες αποφάσεις του, προκειμένου να υπερασπίσει το “δίκαιο του μονάρχη“. Στη νομολογία υπάρχουν ήδη αντικρουόμενες αποφάσεις σχετικά με τη συνταγματικότητα μνημονιακών νόμων που πετσόκοψαν συντάξεις. Αν λοιπόν υποβληθούν δεκάδες (αν όχι εκατοντάδες) χιλιάδες προσφυγές συνταξιούχων, που θα απαιτήσουν αναδρομική επιστροφή των ποσών που κλάπηκαν από τις συντάξεις τους με τους διάφορους μνημονιακούς νόμους, δεν πρέπει να υπάρχει αμφιβολία ότι το ΣτΕ θα αποφασίσει ότι όλοι οι νόμοι είναι σύμφωνοι με το Σύνταγμα, διότι υπαγορεύτηκαν από τις εξαιρετικά δυσμενείς περιστάσεις που αντιμετώπιζε το κράτος. Κι έτσι, τα Διοικητικά Εφετεία θα απορρίψουν όλες τις αγωγές».
 
Και καταλήγαμε: «Οι συνταξιούχοι δεν πρέπει να “τσιμπήσουν“ στα κελεύσματα των δικηγόρων και των αβανταδόρων δημοσιογράφων. Οφείλουν στους εαυτούς τους, στα παιδιά τους και στον σκληρά δοκιμαζόμενο ελληνικό λαό να συνεχίσουν τον αγώνα για πλήρη ασφάλιση και συνταξιοδότηση με χρηματοδότηση από το κράτος και τους καπιταλιστές».
 
Δυστυχώς, αυτή η ταξική προσέγγιση δεν έγινε κυρίαρχη. Αντίθετα, από τους συνταξιούχους επεκτάθηκε στους δημόσιους υπάλληλους, που δοκιμάζουν τώρα μεγάλη απογοήτευση, γιατί τα δικηγορικά γραφεία και οι αβανταδόροι τους (εργατοπατέρες συνδικαλιστές και δημοσιογραφικά παπαγαλάκια) τους διαβεβαίωναν ότι… έχουν τη νίκη στο τσεπάκι τους και πολλοί έκαναν όνειρα για τις τρύπες που θα μπαλώσουν μόλις πάρουν τα αναδρομικά. Ας γίνει το πάθημα, ταξικό μάθημα.
 

Υποκρίνονται οι αβανταδόροι

 
Αμέσως μόλις διέρρευσε η απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ, η Εκτελεστική Επιτροπή της ΑΔΕΔΥ εξέδωσε δελτίο Τύπου για να εκφράσει «οργή και αγανάκτηση». Πρόκειται για ένα κείμενο από κάθε παράγραφο του οποίου ξεχειλίζει η υποκρισία, ενώ απουσιάζει κάθε ίχνος αυτοκριτικής (έννοια άγνωστη στους εργατοπατέρες) για την παγίδα που η ίδια η ΑΔΕΔΥ έστησε (το αν αυτό έγινε με το αζημίωτο ή όχι δεν μπορεί να αποδειχτεί).
 
Η ΑΔΕΔΥ χαρακτηρίζει «απορίας άξιο» το ότι η Ολομέλεια του ΣτΕ ανέτρεψε την απόφαση του ΣΤ' Τμήματος, «εξαιτίας της οποίας εκατοντάδες χι-     λιάδες Δημόσιοι Υπάλληλοι προσέφυγαν στα δικαστήρια»! παριστάνουν τους απορώντες και τους αιφνιδιασμένους, ενώ ήξεραν πολύ καλά ότι, ακριβώς επειδή έγιναν εκατοντάδες χιλιάδες προσφυγές, το ΣτΕ θα κατέληγε να υπερασπιστεί τα συμφέροντα  του  αστικού κράτους. Γιατί αυτός είναι ο ρόλος του.
 
Αμέσως μετά αυτοαποκαλύπτονται, γράφοντας ότι «έχουμε συνηθίσει στις απορριπτικές αποφάσεις του ΣτΕ, στις προσφυγές που η ΑΔΕΔΥ καταθέτει» και σημειώνουν ότι «όλες μας οι προσφυγές για τις περικοπές των μνημονίων απορρίφθηκαν»! Γιατί τότε θα είχε διαφορετική τύχη αυτή η προσφυγή; Αντί να απαντήσουν στο αυτονόητο αυτό ερώτημα, γράφουν: «Παρότι τίποτα δεν μας ξενίζει πια, θα αναμένουμε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον το σκεπτικό της απόφασης. Πώς, δηλαδή, ανετράπη η απόφαση του ΣΤ΄ Τμήματος»! Την ουσία της επιχειρηματολογίας που θα επιστρατεύσει το ΣτΕ την ξέρουμε (και την ξέρουν). Προς τι το «ιδιαίτερο ενδιαφέρον» για την απόφαση; Για να κάνει… ανάλυση η νομική τους σύμβουλος και να τη μηρυκάσουν στη συνέχεια οι εργατοπατέρες;
 
Στη συνέχεια, αναφέρονται στις «βαρύτατες ευθύνες» της κυβέρνησης, «η οποία αρνήθηκε να χορηγήσει με πολιτική της απόφαση τον 13ο και 14ο μισθό». Και γράφουν το εξής εκπληκτικό: «Ο κ. Τσακαλώτος, στη συνάντηση που είχε η ΑΔΕΔΥ τον περασμένο Μάρτη μαζί του, αρνήθηκε κατηγορηματικά τη χορήγηση του 13ου και 14ου μισθού των Δημοσίων Υπαλλήλων, με πολιτική απόφαση της Κυβέρνησης, οδηγώντας κατ' αυτόν τον τρόπο 600.000 Δημοσίους Υπαλλήλους στα δικηγορικά γραφεία και στα δικαστήρια»! Ο Τσακαλώτος έκανε τη δουλειά του σαν μαντρόσκυλο της μνημονιακής πολιτικής. Τους εργαζόμενους στα δικηγορικά γραφεία τους οδήγησαν αυτοί, καλλιεργώντας τους φρούδες ελπίδες ότι τάχα η απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ θα είναι σίγουρα θετική, ακολουθώντας την απόφαση του ΣΤ' Τμήματος.
 
Επειδή δε είναι άνθρωποι με… ιδιαίτερα ενδιαφέροντα, δηλώνουν ότι «με ιδιαίτερο ενδιαφέρον αναμένουμε τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης για το θέμα -η οποία ήταν στην Κυβέρνηση όταν περικόπηκαν τα δώρα- καθώς και των άλλων κομμάτων» (λες και δεν ξέρουν τις θέσεις όλων των κομμάτων). Και καταλήγουν προκλητικά: «Η Εκτελεστική Επιτροπή της ΑΔΕΔΥ επιμένει ότι ο μοναδικός δρόμος για την επαναφορά του 13ου – 14ου μισθού και την καταβολή των αναδρομικών είναι ο διαρκής και συντονισμένος αγώνας των εργαζόμενων στο Δημόσιο και των συνταξιούχων. Σε αυτή την κατεύθυνση θα αναλάβουμε νέες πρωτοβουλίες στο επόμενο διάστημα». Είναι πρόκληση, αυτοί που έστειλαν τον κόσμο στα δικηγορικά γραφεία, να δηλώνουν ότι ο μοναδικός δρόμος είναι ο αγώνας. Αν το πίστευαν, ακόμα κι αν δεν υπήρχαν οι όροι για σκληρό αγώνα, τουλάχιστον θα είχαν προστατέψει τους εργαζόμενους από εκείνους που τους πουλούσαν φύκια για μεταξωτές κορδέλες.
 
Παρασκευή 24 Μαΐου 2019