Κυριακή 21 Απριλίου 2019 | 00:07

ΕπικαιρότηταPointer

Απειροι λόγοι για να γυρίσουμε την πλάτη στις κάλπες τους

Ας ξεκινήσουμε από τα ζητήματα αρχών. Αν οι εκλογές μπορούσαν ν’ αλλάξουν τον κόσμο θα ήταν παράνομες, έγραψε κάποτε ο Μαρξ, χωρίς σε καμιά περίπτωση να εννοεί πως οι κομμουνιστές δεν πρέπει να έχουν καμιά σχέση με τις εκλογικές διαδικασίες της αστικής δημοκρατίας. Ο Μαρξ σύστηνε τη χρησιμοποίηση όλων των μορφών αγώνα, ακόμα και του κοινοβουλευτικού αγώνα, φτάνει αυτός να ανταποκρινόταν στα καθήκοντα του προλεταριάτου τη δεδομένη ιστορική στιγμή.
 
Από τις θέσεις των κλασικών του μαρξισμού κάποιοι πήραν το δεύτερο μισό και παρουσίασαν μια καρικατούρα μαρξισμού που έχει στο κέντρο της το «πάση θυσία συμμετοχή» στις αστικές εκλογές (κοινοβουλευτικές, ευρωκοινοβουλευτικές, δημοτικές). Και χωρίς κριτική του αστικού κοινοβουλευτισμού αυτού καθεαυτού, αλλά με κριτική μόνο των αστικών κομμάτων (πολιτικών αντιπάλων στο εκλογικό πεδίο). Για κάτι τέτοιους «αριστερούς» ισχύουν στο ακέραιο τα λόγια του Λένιν: «Εξ επαγγέλματος υπουργοί και βουλευτές, προδότες του προλεταριάτου και “επιχειρηματίες’’ σοσιαλιστές των ημερών μας παραχώρησαν την κριτική του κοινοβουλευτισμού αποκλειστικά στους αναρχικούς και πάνω σ’ αυτή την περίεργα λογική βάση κήρυξαν “αναρχισμό’’ κάθε κριτική του κοινοβουλευτισμού!».
 
Ας αφήσουμε, λοιπόν, αυτούς τους μαρξιστές της δεκάρας να απολαμβάνουν τον εκλογικό τους οίστρο και ας δούμε τα πραγματικά κοινωνικά και πολιτικά δεδομένα της περιόδου που διανύουμε, ξεκινώντας από τα γενικά και περνώντας στα ειδικά.
 
♦ Το προλεταριάτο διανύει μια μακρά περίοδο πολιτικής εξάρτησης από τα αστικά κόμματα. Οχι μόνο δεν έχει εμφανίσει τάσεις αυθόρμητης απεξάρτησης από την αστική πολιτική, αλλά μετατρέπει την ήττα του στο πεδίο των ταξικών αγώνων μέσω των οποίων υπερασπίζεται τα άμεσα συμφέροντά του, σε ακόμη μεγαλύτερη εξάρτηση από την αστική πολιτική. Είναι χαρακτηριστικό αυτό που συνέβη κατά τα χρόνια της κρίσης. Πρώτα εμπιστεύτηκε το «λεφτά υπάρχουν» του Παπανδρέου. Μετά από μια περίοδο αμφιβολιών (η πλειοψηφία πίστεψε στην «επαναδιαπραγμάτευση» του Μνημονίου που έταζαν Σαμαράς, Βενιζέλος, Κουβέλης) και αφού μεσολάβησε το δεύτερο Μνημόνιο, εμπιστεύτηκε τον ΣΥΡΙΖΑ που έταζε «κατάργηση των Μνημονίων και των εφαρμοστικών τους νόμων, με ένα νόμο σε ένα άρθρο». Ηρθε η ψυχρολουσία του τρίτου Μνημόνιου και η οργή μεταφράστηκε σε αποχή-ρεκόρ στις εκλογές του Σεπτέμβρη του 2015. Μένει να δούμε τι εκλογικές μετακινήσεις θα καταγραφούν στις αλλεπάλληλες εκλογές του 2019 (ευρωεκλογές, δημοτικές και περιφερειακές, εθνικές).
 
♦ Η πρωτοπορία του προλεταριάτου δεν κινείται ακόμη στην κατεύθυνση της ανεξάρτητης πολιτικής της συγκρότησης, αλλά ακολουθεί το γενικό ρεύμα, που μοιραία τη μετατρέπει και αυτή σε παρακολούθημα της αστικής πολιτικής.
 
♦ Η πλειοψηφία του προλεταριάτου υπέστη ένα μεγάλο σοκ καθώς είχε εναποθέσει ελπίδες στον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος πρόβαλε σαν αριστερή πολιτική δύναμη, ιστορικά ταυτισμένη, δήθεν, με τα συμφέροντα των εργαζόμενων. Η οργή και η αποστασιοποίηση, εξαιτίας αυτού του σοκ, περιέλαβε και εκείνους που αποχώρησαν από τον ΣΥΡΙΖΑ το καλοκαίρι του 2015 (απόδειξη τα ισχνά ποσοστά που κατέγραψαν τον Σεπτέμβρη του 2015 και η ακολουθήσασα διάσπασή τους), αλλά και άλλες δυνάμεις που αναφέρονται στην Αριστερά, οι οποίες μπορεί να μην συγχωνεύτηκαν οργανωτικά με τον ΣΥΡΙΖΑ, όμως συγχωνεύτηκαν -εν όλω ή εν μέρει- πολιτικά, είτε επιδεικνύοντας ανοχή προς τον ΣΥΡΙΖΑ είτε στηρίζοντας πολιτικές πρωτοβουλίες του, όπως το κάλπικο δημοψήφισμα του Ιούλη του 2015. Ο,τι κι αν ειπώθηκε μετά απ' αυτές τις δυνάμεις, η ανοχή ή/και στήριξη του ΣΥΡΙΖΑ καταγράφηκε κι αυτά δεν ξεχνιούνται στις εκλογικές διαδικασίες.
 
♦ Εδώ και εφτά χρόνια υπάρχει στην κυριολεξία κοινωνική άπνοια. Οι εργατικές αντιστάσεις στο πέρασμα του μνημονιακού οδοστρωτήρα υπήρξαν αρχικά μαζικές, αλλά πλήρως αναποτελεσματικές, καθώς ελέγχονταν ασφυκτικά από την αστικοποιημένη συνδικαλιστική γραφειοκρατία και από τις δυνάμεις της κοινωνικής δημαγωγίας. Το αποτέλεσμα ήταν να καταγράφεται η μια ήττα μετά την άλλη κι αυτό να φέρνει απογοήτευση και ηττοπάθεια, με αποτέλεσμα να φουντώνουν οι τάσεις «ανάθεσης» στην αστική πολιτική και η λογική του «μικρότερου κακού». Δε θυμόμαστε να έχει υπάρξει άλλη τόσο παρατεταμένη περίοδος κοινωνικής άπνοιας από την πτώση της χούντας και μετά. Στις εργατικές συνειδήσεις έχει φωλιάσει η απογοήτευση και η ηττοπάθεια.
 
♦ Παλαιότερα, όταν ο ελληνικός καπιταλισμός δεν περνούσε τόσο βαθιά κρίση, ένα μικρό μέρος από τα αιτήματα που διατύπωνε το ρεφορμιστικό κίνημα της εργατικής τάξης και το αντίστοιχο της αγροτιάς αντανακλώνταν στα προγράμματα των αστικών κομμάτων και σ' ένα μικρότερο βαθμό σε επίπεδο πρακτικής πολιτικής. Ηταν τότε που τα δύο μεγάλα αστικά πολιτικά ρεύματα, οι συντηρητικοί και οι σοσιαλδημοκράτες, είχαν πραγματικές διαφορές σε επίπεδο πρακτικής πολιτικής. Οι διαφορές τους δεν έφταναν, βέβαια, στην αμφισβήτηση του καπιταλισμού, ήταν όμως υπαρκτές.
 
Πλέον, αυτές οι διαφορές έχουν εκλείψει. Αν δούμε, μάλιστα, τα χρόνια της κρίσης (2010 και μετά), θα διαπιστώσουμε ότι έχει διαμορφωθεί ένα ευρύ μνημονιακό πολιτικό μέτωπο, καθώς με την πάροδο του χρόνου οι πρώην αντιμνημονιακοί (στα λόγια) μετατρέπονταν σε μνημονιακούς (μόλις αναλάμβαναν κυβερνητικές ευθύνες). Ο Σαμαράς αμφισβητούσε το πρώτο Μνημόνιο με τα περιβόητα «Ζάππεια», τα οποία ξέχασε όταν το Νοέμβρη του 2011 αναγκάστηκε να μπει στην κυβέρνηση Παπαδήμου. Μετά, ενόψει των εκλογών του 2012, διαμορφώθηκε το μέτωπο της «επαναδιαπραγμάτευσης», η οποία ξεχάστηκε όταν Σαμαράς, Βενιζέλος και Κουβέλης σχημάτισαν κυβέρνηση. Από τις διαλυτικές τάσεις που αναπτύχθηκαν δημιουργήθηκαν νέα κόμματα (Καμμένος, Θεοδωράκης), ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ ενισχύθηκε από πασόκους. Η αντιμνημονιακή ρητορική φούσκωσε τα πανιά τους, έφερε στην εξουσία ΣΥΡΙΖΑ και Καμμένο, αλλά σ' ένα εξάμηνο είχε ξεφουσκώσει. Τον Ιούλη του 2015 είχαμε τα αποκαλυπτήρια: όλο το κυρίαρχο αστικό πολιτικό φάσμα (ΣΥΡΙΖΑ, πλην 25 βουλευτών, ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, Ποτάμι, ΑΝΕΛ) ψήφισε το τρίτο Μνημόνιο και τους πρώτους εφαρμοστικούς του νόμους.
 
♦ Οπως προειπώθηκε, στις εκλογές του Σεπτέμβρη του 2015 το καινούργιο στοιχείο ήταν η αποχή-ρεκόρ. Ενα κομμάτι της κοινωνίας αντέδρασε μ' αυτόν τον τρόπο στη διάψευση των ελπίδων του. Οι μισοί ψηφοφόροι έστειλαν μήνυμα σιχασιάς και αποστροφής του πολιτικού συστήματος. Αυτός ήταν ο ελάχιστος κοινός παρονομαστής του 43,43%. Από μελέτη που έκανε τότε η εφημερίδα μας προέκυψε ότι στα μεγάλα προλεταριακά κέντρα. Β’ Αθήνας, Β’ Πειραιά, Αττική και Α’ Θεσσαλονίκης σημειώθηκε η μεγαλύτερη αύξηση της αποχής, σημαντικά πάνω από τον πανελλαδικό μέσο όρο. Αν σκεφτούμε ότι σ’ αυτές τις εκλογικές περιφέρειες οι ψηφοφόροι είναι στη συντριπτική τους πλειοψηφία και κάτοικοι, ζήτημα δαπανών μετακίνησης δεν ετίθετο. Η αύξηση της αποχής ήταν καθαρά πολιτική πράξη και είχε ταξικό πρόσημο. Εξέφρασε την αντίθεση προλεταριακών στρωμάτων σ’ εκείνη την εκλογική φάρσα. Κι επειδή αυτές οι περιφέρειες είναι οι πιο πολυάνθρωπες, είχαμε το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης της αποχής να προέρχεται απ’ αυτές (οι τέσσερις προαναφερθείσεις  περιφέρειες «σήκωσαν» περίπου το 35% της αύξησης της αποχής). Γι’ αυτό μιλήσαμε για αποχή με ταξικό πρόσημο.
 
Από τους ψηφοφόρους που προσήλθαν στις κάλπες, το 81% ψήφισε τα κόμματα που πριν από ένα μήνα είχαν ψηφίσει στη Βουλή το τρίτο Μνημόνιο και τους πρώτους εφαρμοστικούς του νόμους, με την προσθήκη και του Λεβέντη, που εμφανιζόταν ως μνημονιακότερος των παραδοσιακών μνημονιακών. Μ’ άλλα λόγια, το συντριπτικά μεγαλύτερο τμήμα των ψηφισάντων εξέφρασε με τρόπο απόλυτα μοιρολατρικό την αποδοχή της ήττας του. Δέχτηκε ότι δεν μπορεί να υπάρξει οποιαδήποτε άλλη πολιτική έξω από αυτή που υπαγορεύουν οι ιμπεριαλιστές δανειστές και η ντόπια αστική τάξη.
 
Οσοι έκαναν αποχή (σοβαρό βήμα για πολίτες που πάντοτε αναζητούσαν την «καλύτερη λύση» ανάμεσα στα κοινοβουλευτικά κόμματα) συνειδητοποίησαν (με σοκαριστικό τρόπο) ότι η ψήφος τους δεν έχει καμιά αξία. Οτι δεν αντανακλάται ούτε στο ελάχιστο στην πρακτική πολιτική, όπως αντανακλώνταν παλιότερα, όταν ο ελληνικός καπιταλισμός δεν παράδερνε σε τόσο βαθιά κρίση και οι ιμπεριαλιστές δανειστές δεν του είχαν βάλει το μαχαίρι στο λαιμό. Συνειδητοποίησαν πως ό,τι και να ψηφίσουν, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Η ψήφος τους πετιέται στα σκουπίδια την επομένη των εκλογών.
 
Αυτοί οι πολίτες δεν αποτελούσαν σίγουρα κάποιο διαμορφωμένο ενιαίο ρεύμα. Γι' αυτό και η διαμαρτυρία της αποχής δεν μεταφράστηκε σε διεκδικητικούς αγώνες στη συνέχεια. Είχαν όμως σαφές στο μυαλό τους ότι αυτό που θα εφαρμοζόταν μετεκλογικά ήταν το τρίτο Μνημόνιο και πως εκλογές αφορούσαν μόνο τη διαμόρφωση του μείγματος κυβέρνησης-αντιπολίτευσης (μνημονιακής και φραστικά αντιμνημονιακής) που θα διαχειριζόταν στη Βουλή και στην κυβέρνηση τη δεδομένη μνημονιακή πολιτική.
 
Αυτό και έγινε, στα τριάμισι χρόνια που πέρασαν από τότε. Εχει αλλάξει η πολιτική συμπεριφορά έκτοτε; Υπάρχουν εργαζόμενοι πολίτες που είδαν το θυμό τους να καταλαγιάζει; Υπάρχουν κάποιοι που θεωρούν ότι όντως βγήκαμε από τα Μνημόνια, ότι τα χειρότερα πέρασαν; Υπάρχουν, δηλαδή, εργαζόμενοι έτοιμοι να ξαναπέσουν στη λούμπα του κοινοβουλευτικού κρετινισμού και αν ναι, ποιο είναι το ποσοστό που φτάνουν;
 
Απαντήσεις σ' αυτά τα ερωτήματα εμείς δεν μπορούμε να δώσουμε. Δε διαθέτουμε εκείνους τους ιμάντες σύνδεσης με μεγάλο ποσοστό των εργαζόμενων στρωμάτων, που θα μας μεταφέρουν δεδομένα ικανά για ακριβείς εκτιμήσεις, ενώ -από την άλλη- η κοινωνική «βουβαμάρα» δεν επιτρέπει να γίνουν συνεπαγωγές. Ούτε τα αστικά στρώματα είναι σε θέση να κάνουν ακριβείς εκτιμήσεις για την εκλογική συμπεριφορά. Οι εκλογές που έρχονται είναι οι πιο «βουβές» στα χρόνια της λεγόμενης μεταπολίτευσης.
 
Ομως, το κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο που περιγράψαμε παραπάνω δεν έχει αλλάξει. Είναι το ίδιο. Και αναρωτιέται κανείς: μέσα σ' αυτό το κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο, για ποιο λόγο μια επαναστατική δύναμη θα ζητήσει την ψήφο των εκλογέων, των εργατών, των εργαζόμενων, των άνεργων, των νέων; Οταν μάλιστα δεν υπάρχει καν η δυνατότητα της αντιπροσώπευσης (θα ήταν γελοίο να θεωρηθεί αντιπροσώπευση η εκλογή ενός δημοτικού ή περιφερειακού συμβούλου σε κάποιους δήμους ή περιφέρειες της χώρας).
 
«Να στείλει ο λαός με την ψήφο του μήνυμα», είναι το συνηθέστερο που ακούγεται. Αν είναι για αποστολή μηνύματος, τότε η αποχή είναι πιο ηχηρό μήνυμα από την ψήφο. Στην πραγματικότητα, πίσω από το σόφισμα της «αποστολής μηνύματος» κρύβεται η αγωνιώδης προσπάθεια αυτών των δυνάμεων να «υπάρξουν». Η πολιτική τους «ύπαρξη» μόνο στις εκλογές μπορεί να επιβεβαιωθεί. Γι' αυτό και στις εκλογές δείχνουν τη μεγαλύτερη δραστηριοποίηση των κομματικών τους μηχανισμών. Οι εκλογές είναι γι' αυτούς η «μητέρα των μαχών».
 
Πόσα μηνύματα δεν έστειλε ο ελληνικός λαός και ιδιαίτερα η εργατική τάξη την πρώτη τριετία των Μνημονίων; Πόσες απεργίες, πόσες διαδηλώσεις, πόσες οργισμένες μούντζες με κατεύθυνση τη Βουλή; Οταν το μήνυμα του «δρόμου» δεν έφερε κανένα αποτέλεσμα, γιατί ήταν «τζούφιο», γιατί δεν συνοδευόταν από εκείνους τους όρους που θα το έκαναν πραγματικά «ηχηρό», τι είδους αποτελεσματικότητα μπορεί να έχει το «μήνυμα» της κάλπης, πέραν της κακομοίρικης καταγραφής κάποιων ποσοστών χωρίς καμιά ουσιαστική πολιτική σημασία;
 
Οταν καλείς μια κοινωνία γονατισμένη, καταπλακωμένη από το σύνδρομο της ήττας, «μπερδεμένη», μετέωρη, με την υποψία ότι η ψήφος της δεν έχει καμιά αξία (αλλά παρά ταύτα πρέπει να πάει και να τη ρίξει στην κάλπη), να στείλει «μήνυμα» μέσω της κάλπης, ουσιαστικά της λες ότι η μόνη ρεαλιστικά αποτελεσματική οδός διεξόδου είναι οι εκλογές! Κι αν δεν λες ότι είναι η μόνη οδός διεξόδου, αφήνεις να εννοηθεί πως είναι μία από τις βασικές οδούς.
 
Το πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο το περιγράψαμε παραπάνω. Ποια απάντηση ταιριά-ζει σ’ αυτό το πλαίσιο; Η ψήφος στους «έντιμους» και τους «συνεπείς»; Για να κάνουν τι; Αυτό που κάνουν τόσα χρόνια τώρα; ‘Η η καταγραφή κάποιων εξωκοινοβουλευτικών, που θεωρούν πως η επαναστατικότητα μετριέται στις κάλπες του αστικού κοινοβουλευτισμού; Ακόμη και τότε που η όποια εκλογική καταγραφή δεν έχει καμιά αντιστοίχηση με αγώνες που προηγήθηκαν, αλλά είναι σκέτη καταγραφή θυμού, απογοήτευσης και ήττας;
 
Υπάρχει καμιά αμφιβολία για το ότι -όποιο κι αν είναι το εκλογικό αποτέλεσμα- δεν πρόκειται ν' αλλάξει τίποτα στην οικονομική και κοινωνική πολιτική; Γιατί, λοιπόν, να λειτουργήσουμε ως διακοσμητικοί μαϊντανοί του αστικού συστήματος εξουσίας; Γιατί να τους προσφέρουμε το άλλοθι δημοκρατικότητας («αντλούμε εξουσία μόνο από το λαό») και πλουραλισμού που τόσο έχουν ανάγκη; Γιατί να μην καταγράψουμε με τον πιο «ηχηρό» τρόπο την καταγγελία μας όχι στο ένα ή στο άλλο αστικό κόμμα, αλλά συνολικά στο αστικό πολιτικό σύστημα; Γιατί να μην προσπαθήσουμε να δώσουμε πολιτικό περιεχόμενο στην αυθόρμητη τάση της αποχής; Γιατί να μη δείξουμε έναν άλλο δρόμο στην πρωτοπορία του προλεταριάτου;
 
Πέτρος Γιώτης
 
Σάββατο 06 Απριλίου 2019