Δευτέρα 20 Μαΐου 2019 | 09:42

ΕπικαιρότηταPointer

Κροκοδείλια δάκρυα για το δημογραφικό

Πριν από μερικές μέρες έγινε στη Βουλή μια δακρύβρεχτη συνεδρίαση, κατά την οποία οι πολιτικοί αρχηγοί κατέβασαν τους τόνους, απέφυγαν να επιτεθούν ο ένας στον άλλο και αναζήτησαν συναινέσεις για το μεγάλο δημογραφικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η χώρα. Αφορμή γι' αυτό το σόου εθνικής ανησυχίας ήταν η κατάθεση Εκθεσης που συνέταξε η Διακομματική Κοινοβουλευτική Επιτροπή για το δημογραφικό, η οποία είχε συσταθεί τον Μάη του 2017 (και χρειάστηκε δύο σχεδόν χρόνια για να μελετήσει το αυτονόητο!).
 
Η κάμψη στον αριθμό των γεννήσεων  στην Ελλάδα έφτασε σε οριακά επίπεδα τη δεκαετία του '90, κατά τα χρόνια του Μητσοτάκη και μετά του σημιτικού «εκσυγχρονισμού». Δηλαδή, τότε που ο ελληνικός καπιταλισμός αρχίζει να ανασυγκροτείται σε συντηρητική βάση, διαλύοντας σιγά-σιγά το ισχνό ρεφορμιστικό πλαίσιο που είχε οικοδομηθεί τη δεκαετία του '80, ως αποτέλεσμα σκληρών αγώνων του προλεταριάτου στα χρόνια μετά την πτώση της χούντας. Οπως αναφέρει η Εκθεση της Διακομματικής Επιτροπής, το 1996 ο μέσος όρος γεννήσεων έφτασε στο επίπεδο του 1,3 παιδιά ανά γυναίκα, που οι δημογράφοι ονομάζουν «ακραίας χαμηλής γεννητικότητας επίπεδο». Στα χρόνια της κρίσης και των Μνημονίων το επίπεδο έπεσε ραγδαία (1,24 παιδιά ανά γυναίκα).
 
Δε θα μπορούσε να περιμένει κανείς τίποτ' άλλο από υποκρισία και κροκοδείλια δάκρυα, συνδυασμένα με… λελογισμένες δόσεις προεκλογικής δημαγωγίας. Η Φώφη πρότεινε επίδομα 200 ευρώ το μήνα για κάθε παιδί για τρία χρόνια. Ο Κούλης 2.000 ευρώ εφάπαξ για κάθε γέννηση. Τα επένδυσαν και με άλλα (φοροαπαλλαγές, παιδικούς σταθμούς, μείωση ΦΠΑ στα βρεφικά είδη κτλ.), ενώ ο Κούλης δεν παρέλειψε να μιλήσει και για ευελιξία στην επιλογή της άδειας λοχείας από τη γυναίκα, σαν να μην ξέρουμε ότι αυτό είναι αίτημα των καπιταλιστών, που θέλουν να ξεφορτώνονται τις μωρομάνες.
 
Πιο πονηρός ο Τσίπρας, πήγε πέρα από το επίπεδο της κοινωνικής πολιτικής του κράτους και μίλησε και για τον εργασιακό τομέα. Για την «κυρίαρχη αντίληψη για την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, η οποία δεν μπορεί παρά να είναι στηριγμένη στη συρρίκνωση του εργασιακού κόστους, στη συρρίκνωση των εργασιακών δικαιωμάτων, άρα και στη συρρίκνωση του μισθού και στην συρρίκνωση όλων των κεκτημένων δικαιωμάτων, εργασιακών και κοινωνικών, κοινωνικής προστασίας». Τι ακριβώς είναι ο Τσίπρας, στέλεχος δημογραφικού ινστιτούτου ή ΜΚΟ που κάνει παρατηρήσεις και βγάζει συμπεράσματα ή πρωθυπουργός που έχει ευθύνη για την ασκούμενη πολιτική; Εδώ και τέσσερα χρόνια εφαρμόζει με φανατισμό και συνέπεια αυτή την πολιτική, την οποία -κατά τα άλλα- περιγράφει ως υπαίτια για τη ραγδαία μείωση των γεννήσεων και την όξυνση της δημογραφικής κρίσης.
 
Γι' αυτό και όταν έφτασε στο «διά ταύτα» ξεμασκαρεύτηκε. Αναφέρθηκε στο «πλαίσιο ενεργητικών πολιτικών» που εφαρμόζει η κυβέρνησή του, όπως η επιδότηση ενοικίου! Και κατέληξε ως εξής: «Αρα, η αύξηση του κατώτατου μισθού, η βελτίωση των συνθηκών εργασίας, οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας, η επιδότηση ενοικίου είναι ένα πλαίσιο, ένα πλέγμα πολιτικής, το οποίο μπορεί, πράγματι, να συμβάλλει στη σταδιακή αντιμετώπιση του φαινομένου»!
 
Μιλάμε πραγματικά για πρόκληση. Οταν ο Τσίπρας πρωτομπήκε στις κορυφές της αστικής πολιτικής, συνήθιζε να μιλά με φρίκη για τη «γενιά των 800 ευρώ». Και τώρα, καμαρώνει για τους μισθούς των 650 ευρώ (μεικτά), με επίσημη ανεργία κοντά στο 20%. Δηλαδή, ένα ζευγάρι μπορεί να μεγαλώσει παιδιά με δύο μισθούς των 650 ευρώ και με μόνιμη ανασφάλεια ότι οι δύο μισθοί μπορεί να γίνουν ένας! Αυτό μας είπε ο Τσίπρας με το θράσος που τον χαρακτηρίζει. Για να μη μιλήσουμε για τη μία θέση εργασίας που μοιράζεται σε δυο ή και τρεις εργάτες και για τους μισθούς των 300 ευρώ.
 
Το λεγόμενο «κοινωνικό κράτος», δηλαδή κάποιες παροχές προς τα νέα ζευγάρια, προκειμένου να στηριχτεί η μητρότητα, έχει συρρικνωθεί στα ελάχιστα όριά του. Και θα μείνει συρρικνωμένο στα σημερινά άθλια επίπεδα για πολλά-πολλά χρόνια, όπως προβλέπεται από τη δημοσιονομική πολιτική των «ματωμένων πλεονασμάτων» που έχει συμφωνηθεί από τη σημερινή κυβέρνηση με τους ιμπεριαλιστές δανειστές. Ομως, όσο σημαντικές κι αν είναι κάποιες «παροχές» από το αστικό κράτος, αυτές κατέχουν υποδεέστερη θέση σε σχέση με τη δυνατότητα της εργατικής τάξης να αναπαράγεται.
 
Αυτή η δυνατότητα καθορίζεται από τη σχέση που έχει η αξία της εργατικής δύναμης με την τιμή της εργατικής δύναμης. Η αξία της εργατικής δύναμης καθορίζεται από τα έξοδα συντήρησης της εργατικής οικογένειας, στα οποία φυσικά περιλαμβάνονται και τα έξοδα γέννησης και ανατροφής παιδιών. Οταν η τιμή της εργατικής δύναμης, δηλαδή ο μισθός, είναι τόσο κάτω από την αξία της εργατικής δύναμης, αναπόφευκτα θα μειωθούν οι γεννήσεις. Η σύγχρονη εργατική τάξη έχει ένα μορφωτικό και πολιτιστικό επίπεδο ανώτερο απ' αυτό που χαρακτήριζε την εργατική τάξη πριν από πολλές δεκαετίες. Και η ίδια η αστική κοινωνία προσφέρει δυνατότητες ελέγχου των γεννήσεων σε σχέση με το παρελθόν (ενημέρωση, μέθοδοι αντισύλληψης κτλ.). Επομένως, η μείωση του μερίδιου που παίρνει η εργατική τάξη από το εθνικό εισόδημα θα οδηγήσει αυτόματα σε μείωση των γεννήσεων. Οι σημερινοί εργάτες δεν αραδιάζουν παιδιά με τη λογική «όσα ζήσουν» και «όπως ζήσουν». Θέλουν τα παιδιά τους να έχουν τουλάχιστον ένα μίνιμουμ αξιοπρεπούς διαβίωσης. Ακόμα και οι πιστοί χριστιανοί δεν υπακούουν στα χριστιανικά δόγματα σ' αυτόν τον τομέα. «Εμείς θα τα μεγαλώσουμε τα παιδιά, όχι οι παπάδες», ακούς να λέγεται συχνά.
 
Το θέμα είναι αρκετά πιο σύνθετο (πώς αντιμετωπίζεται, για παράδειγμα, από τους καπιταλιστές η εργάτρια που εγκυμονεί;), όμως ο πυρήνας του είναι το μισθολογικό και η σχετική ασφάλεια για τη διατήρηση της θέσης εργασίας. Οταν οι νέοι εργάτες και εργάτριες δεν έχουν σταθερή εργασία και πληρώνονται με μισθούς πείνας (ακόμα και όταν είναι ειδικευμένοι, οι καπιταλιστές τους πληρώνουν με τα κατώτατα), θα αναβάλλουν συνεχώς την τεκνοποίηση (περιμένοντας μπας και βελτιωθεί λίγο η οικονομική τους κατάσταση) κι όταν αποφασίσουν να τεκνοποιήσουν (πέρα από τα προβλήματα που ενδεχομένως θ' αντιμετωπίσουν, τα οποία θα απαιτήσουν νέα έξοδα), θα σταματήσουν στο ένα παιδί. Δεν πρόκειται να τους ενθαρρύνει ούτε το εφάπαξ διχίλιαρο του Κούλη, ούτε το διακοσάρι της Φώφης (το παιδί μετά τα τρία χρόνια έχει περισσότερα έξοδα), ούτε το επίδομα ενοικίου του Τσίπρα ούτε η φιλανθρωπική-επιδοματική μπουρδολογία της Φωτίου.
 
Δεν είναι τυχαίο ότι οι ομιλίες της Γεννηματά, του Μητσοτάκη και του Τσίπρα, παρά τις μεταξύ τους διαφοροποιήσεις, κινήθηκαν σε ένα αυστηρά καθορισμένο κοινό πλαίσιο: να μη θιγεί το κεφάλαιο. Ακόμα και ο Τσίπρας, που για λόγους αριστερούτσικης δημαγωγίας αναφέρθηκε στα εργασιακά, δεν είπε τίποτα που θα έθιγε τις ιερές αγελάδες της κεφαλαιοκρατίας. Μίλησε σαν… στοχαστής και όχι ως «αριστερός πρωθυπουργός». Είπε τι «θα ήθελε» να ισχύει ως κυρίαρχη αντίληψη, για να καταλήξει στη… λύση του κατώτατου μισθού των 650 ευρώ και των επιδομάτων ενοικίου που μοιράζει η Φωτίου.
 
Δεν πρόκειται, φυσικά, ν' αντιστραφεί η τάση μείωσης του πληθυσμού, γιατί η εργατική τάξη δε θέλει να φέρει στον κόσμο παιδιά που θα ζήσουν μέσα στην έσχατη φτώχεια. Το μείζον πρόβλημα δεν είναι το «εθνικό», όπως το παρουσιάζουν (οι Τούρκοι αυξάνονται και πληθύνονται, εμείς λιγοστεύουμε), το οποίο αντιμετωπίζει τους νέους ως κρέας για κανόνια. Το μείζον πρόβλημα είναι ότι με αφορμή το δημογραφικό θα πέσουν με ακόμα μεγαλύτερη μανία πάνω στις συντάξεις. Η δημογραφική κάμψη πάει πακέτο με τη «γήρανση του πληθυσμού», τη βασική ιδεολογική πλατφόρμα επί της οποίας στηρίζουν όλες τις εκστρατείες μείωσης των συντάξεων και αποσάθρωσης της όποιας κοινωνικότητας έχει απομείνει στο ασφαλιστικό σύστημα. Μέχρι να κάνουν την ασφάλιση ατομική υπόθεση από την αρχή μέχρι το τέλος.
 
Το δυνατότερο χαστούκι και στις αγριανθρωπικές μαλθουσιανές θεωρίες και στα κροκοδείλια δάκρυα για το δημογραφικό, δόθηκε ιστορικά στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Στη Σοβιετική Ενωση, στο πρώτο κράτος της δικτατορίας του προλεταριάτου. Εκεί που θεσπίστηκαν παράσημα για τις μανάδες που έκαναν πολλά παιδιά. Εκεί που η γυναίκα έπαιρνε αύξηση του μισθού και μείωση του ωραρίου για κάθε παιδί που γεννούσε. Εκεί που οι διαζευγμένοι άνδρες υποχρεώνονταν να πληρώνουν τη διατροφή για τα παιδιά τους, όχι όποτε και αν τους «κάπνιζε», αλλά με παρακράτηση από το μισθό τους και απευθείας καταβολή στη μάνα των παιδιών. Εκεί που κατασκευάζονταν με ιλιγγιώδεις ρυθμούς (ειδικά στη διάρκεια του δεύτερου πεντάχρονου) μαιευτικές κλίνες, βρεφονηπιακοί σταθμοί, συσσίτια για τα παιδιά κι ένα σωρό άλλα δημόσια ιδρύματα, με σκοπό να απαλλάξουν την εργαζόμενη μητέρα από μεγάλο βάρος της δουλειάς στο σπίτι. Εκεί που η τεκνοποιία δε θεωρούνταν ατομική υπόθεση των ζευγαριών, αλλά και κοινωνική και κρατική υπόθεση. Γονείς, κοινωνία, κράτος είχαν ίσα μερίδια ευθύνης στην ανατροφή των παιδιών. Η μητρότητα δε θεωρούνταν ατομική υπόθεση, αλλά μια φυσιολογική κοινωνική λειτουργία των γυναικών, όπως τόνιζε η Κολοντάι.
 
 
Σάββατο 16 Μαρτίου 2019