Δευτέρα 20 Μαΐου 2019 | 09:56

ΕπικαιρότηταPointer

Καθεστωτικές κόντρες με φόντο τη διαφθορά και την εξαθλίωση

Small_img_32476
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι διαδηλωτές που τα έκαναν «γης Μαδιάμ» το περασμένο Σάββατο μπροστά στην έδρα της αλβανικής κυβέρνησης, συγκρουόμενοι με την αστυνομία που την προστάτευε, είχαν κάθε δίκιο να διαμαρτύρονται για την κατάσταση που βιώνει η Αλβανία υπό τη διακυβέρνηση του «σοσιαλιστή» Εντι Ράμα. Οι διαδηλώσεις είχαν ξεκινήσει από τα τέλη του περασμένου χρόνου, με πρώτους τους φοιτητές, τους οποίους ακολούθησαν ευρύτερα λαϊκά στρώματα διαδηλώνοντας κατά της ακρίβειας, των φόρων, της ανεργίας και της εκτεταμένης διαφθοράς.
 
Η αστική αντιπολίτευση δεν μπορούσε να μην αδράξει την ευκαιρία, ρίχνοντας το φταίξιμο για την όλη κατάσταση στον Ράμα και επικεντρώνοντας τη «λύση» στην ανατροπή του. Γι’ αυτό και στηρίζει τις διαδηλώσεις με μόνο στόχο να πετύχει μία καθεστωτική αλλαγή, όπως έχει γίνει επανειλημμένα μέχρι σήμερα. Μέχρι και εξέγερση έγινε το 1997 ενάντια στον τότε πρόεδρο της χώρας Σαλί Μπερίσα, εξαιτίας του σκανδάλου των «πυραμίδων», με τις οποίες πολλοί άνθρωποι έχασαν περιουσίες, για να καταλήξει σε μια καθεστωτική αλλαγή, αλλά και την επιστροφή του Μπερίσα (ο οποίος εκδιώχθηκε από την εξέγερση του ‘97) μετά από οκτώ χρόνια, το 2005. Ο Μπερίσα κατόρθωσε να κρατηθεί στην εξουσία για άλλα οκτώ χρόνια (μέχρι το 2013), για να ανατραπεί από το σημερινό πρωθυπουργό Εντι Ράμα, ο οποίος τον κατηγορούσε για διαφθορά! Ο Ράμα ήρθε στην εξουσία μετά από μακροχρόνια διαμάχη που πήρε έντονες μορφές, όπως οι συγκρούσεις του 2011, στις οποίες σκοτώθηκαν τρία και τραυματίστηκαν 150 άτομα (βλ. http://www.eksegersi.gr/issue/629/Διεθνή/9634.Καζάνι-που-βράζει).
 
Το παράδειγμα της Αλβανίας (όπως και των υπόλοιπων ανατολικών κρατών) χρησιμοποιείται ως «επιχείρημα» στο οπλοστάσιο των απολογητών του καπιταλισμού, στον αέναο πόλεμο ενάντια στην κομμουνιστική ιδεολογία και πολιτική. Η πτώση του «κομμουνισμού» το 1991 ήταν που άνοιξε τον ασκό του Αιόλου και οδήγησε τη χώρα στην κατάσταση που βιώνει μέχρι σήμερα. Αν δεν υπήρχε ο «κομμουνισμός», η χώρα θα είχε πιο δημοκρατική εξέλιξη και δε θα υπήρχε αυτή η εκτεταμένη διαφθορά, λένε οι υποστηρικτές της αστικής δημοκρατίας. Τα γεγονότα μοιάζουν να τους δικαιώνουν, όταν τα δει κανείς επιφανειακά. Αν όμως ψάξει κάτω από την επιφάνεια, θα διαπιστώσει ότι αυτό που κατέρρευσε το 1991 δεν ήταν ο κομμουνισμός (ούτε καν η «λαθεμένη εφαρμογή του») αλλά ένας κρατικός καπιταλισμός με επένδυση ενός έντονου μικροαστικού εθνικισμού, που καλλιεργήθηκε μεθοδικά επί δεκαετίες.
 
Αυτό εμείς δεν το λέμε τώρα, αλλά ορισμένοι από εμάς, που κάποτε θεωρούσαμε την Αλβανία σοσιαλιστική, είχαμε καταλήξει πριν από την κατάρρευση του «κομμουνιστικού» καθεστώτος, στο συμπέρασμα ότι στην Αλβανία παλινορθώθηκε ο καπιταλισμός δεκαετίες πριν από την κατάρρευση. Σ’ αυτό το θέμα θα θέλαμε να σταθούμε λίγο, γιατί γίνεται μεγάλη σπέκουλα με την «αποτυχία του σοσιαλισμού», που ενισχύει ακόμα και τη φασιστική προπαγάνδα.
 
Τον Δεκέμβρη του 1990, πριν καταρρεύσει το καθεστώς, η οργάνωση ΣΑΚΕ εξέδωσε μία μπροσούρα που τότε προκάλεσε αίσθηση. Η μπροσούρα είχε τίτλο «Αλβανία: από την απόπειρα σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην παλινόρθωση του καπιταλισμού». Προκάλεσε αίσθηση γιατί η ΣΑΚΕ υπερασπιζόταν την Αλβανία για πολλά χρόνια, θεωρώντας ότι εκεί οικοδομούνταν σοσιαλισμός. Δεν ήταν όμως φερέφωνο των αλβανών ηγετών, γι’ αυτό και μπόρεσε να καταλήξει σε συμπεράσματα, όχι στη βάση μίας τυφλής «αλβανόφιλης» πολιτικής, αλλά στη βάση της συγκεκριμένης ανάλυσης της συγκεκριμένης κατάστασης, με όπλο τον επιστημονικό σοσιαλισμό και όχι τους «σοσιαλισμούς» που πλασάρονταν (και δυστυχώς εξακολουθούν να πλασάρονται ανά τον κόσμο) βασισμένοι σε συναισθηματικές αναφορές και ψευδεπίγραφες «επιτυχίες». Αυτό είχε ξεκινήσει από το 1986 κιόλας, σε μία περίοδο που το αλβανικό καθεστώς αυτοπλασαρόταν σαν συνεπής σοσιαλισμός, όταν η ΣΑΚΕ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι αλβανοί ηγέτες δεν οικοδομούν το σοσιαλισμό.

Οσο κι αν αυτό ενοχλεί κάποιους που ακούνε το όνομα Στάλιν και φτύνουν τον κόρφο τους, οι αλβανοί ηγέτες, που εμφανίζονταν σαν «σταλινικοί», μόνο τις σταλινικές απόψεις δεν εφάρμοσαν. Κι αυτό γιατί ο Στάλιν, ως εκφραστής του κομμουνιστικού στρατοπέδου του 20ού αιώνα, δε θεωρούσε το σοσιαλισμό ως εξίσωση στη βάση του μοιράσματος μιας «αξιοπρεπούς» φτώχειας, αλλά ως μία κοινωνία αφθονίας προϊόντων πάνω στη βάση μιας εύπορης και πολιτισμένης ζωής όλων των μελών της κοινωνίας (βλ. Ζητήματα Λενινισμού, σελ. 656). Αυτό επιχειρήθηκε και επιτεύχθηκε σε ένα μεγάλο βαθμό πριν ανατραπεί ο σοσιαλισμός και παλινορθωθεί ο καπιταλισμός στην ΕΣΣΔ στα μέσα της δεκαετίας του ’50.
 
Η αντίδραση των αλβανών ηγετών στην παλινόρθωση του καπιταλισμού στην ΕΣΣΔ έγινε καθυστερημένα (το 1961), εξαιτίας του οικονομικού αποκλεισμού της τότε κυβέρνησης της ΕΣΣΔ, από τον Νικήτα Χρουσιόφ, σε μία περίοδο που το 50% του εξωτερικού εμπορίου της χώρας γινόταν με την ΕΣΣΔ και όλες οι πιστώσεις και η τεχνική βοήθεια προέρχονταν από τη Σοβιετική Ενωση. Αυτό άφησε «ξεκρέμαστη» τη χώρα, η οποία συνδέθηκε με το στρατόπεδο της Κίνας που εμφανιζόταν σαν υπερασπιστής του μαρξισμού-λενινισμού παγκόσμια, απέναντι στην χρουσιοφική προδοσία.
 
Οι αλβανοί ηγέτες «αιφνιδιασμένοι από τον οικονομικό αποκλεισμό και μη έχοντας πάρει έγκαιρα κανένα μέτρο αντιμετώπισής του (αφού δεν τον υποπτεύονταν και εξακολουθούσαν να τρέφουν εμπιστοσύνη στην σοβιετική ηγεσία), κατέληξαν στην πιο εύκολη και πιο προσιτή (στο δεδομένο ιδεολογικοπολιτικό επίπεδό τους) λύση, που τους οδήγησε με μαθηματική ακρίβεια στη χρεοκοπία. “Κλείστηκαν“ στον εαυτό τους και ανήγαγαν σε κυρίαρχο οικονομικό δόγμα τη “μέθοδο των οικονομιών“. Αν μελετήσει κανένας τη σχετική επιχειρηματολογία τους, θα βρεθεί μπροστά σε ένα περιβόλι μικροαστικής αφέλειας και επιστημονικής άγνοιας. Το μόνο που υπάρχει είναι η “εθνική υπερηφάνεια“, ο μικροαστικός εθνικισμός» (απόσπασμα από την μπροσούρα της ΣΑΚΕ για την Αλβανία, σελ. 15-16).
 
Ετσι, οι αλβανοί ηγέτες αντικατέστησαν το βασικό οικονομικό νόμο του σοσιαλισμού, που είχε διατυπώσει ο Στάλιν στο έργο του «Οικονομικά προβλήματα του Σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ», ο οποίος είναι η «εξασφάλιση της ανώτατης ικανοποίησης των διαρκώς αυξανόμενων υλικών και πολιτιστικών αναγκών ολόκληρης της κοινωνίας μέσω της αδιάκοπης ανάπτυξης και τελειοποίησης της σοσιαλιστικής παραγωγής πάνω στη βάση της πιο ψηλής τεχνικής», με μία νέα αρχή, τη «στήριξη στις δικές σου δυνάμεις», υποστηρίζοντας ότι μπορεί να οικοδομείται σοσιαλισμός ακόμα και με φτώχεια (οι Αλβανοί θα φάνε ακόμα και χόρτο, έλεγαν χαρακτηριστικά, αλλά δε θα γονατίσουν). Το να στηριχτείς στις δικές σου δυνάμεις δεν είναι λάθος, όμως αυτό δεν μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε κόστος.
 
Το κόστος για την Αλβανία ήταν βαρύ, φτάνοντας στο σημείο οι παραγωγικές δυνάμεις της χώρας να μαραζώνουν και το 1980 στον τομέα της εξορυκτικής βιομηχανίας το 85% των εργασιών να γίνεται με δουλειά στο χέρι! Η βιομηχανία παρέμεινε προσανατολισμένη στον εξορυκτικό τομέα. Το χαμηλό επίπεδο του εξωτερικού εμπορίου και η έλλειψη πιστώσεων εμπόδιζαν την ανάπτυξη της χώρας στην κατεύθυνση της παραγωγής μέσων παραγωγής, που είναι τόσο σημαντική για να νικήσει ο σοσιαλισμός σε μία χώρα. Ετσι, η αγροτιά έμεινε χωρίς στήριξη από μηχανές και οδηγήθηκε σε πλατιά χρήση της χειρωνακτικής εργασίας. Ο Λένιν έδωσε τόσο μεγάλη σημασία στην εκβιομηχάνιση της χώρας, ώστε στα πρώτα χρόνια της σοβιετικής εξουσίας δε δίστασε να πάρει μέτρα όπως η ΝΕΠ (Νέα Οικονομική Πολιτική) ή η αδρή πληρωμή διάφορων ειδικών, δηλαδή μέτρα που φαινομενικά ενίσχυαν τον καπιταλισμό, όμως προοπτικά τον υπονόμευαν. Γι’ αυτό και η Σοβιετική Ενωση κατόρθωσε να πετύχει και στην εκβιομηχάνιση και στην κολεκτιβοποίηση, τομείς στους οποίους η Αλβανία απέτυχε παταγωδώς.
 
Αν ο αποκλεισμός από την ΕΣΣΔ του παλινορθωμένου καπιταλισμού έδωσε ένα δυνατό χτύπημα στην αλβανική οικονομία, η διακοπή των σχέσεων με την Κίνα το 1978, λόγω των εκβιασμών και υπαγορεύσεων του κινέζικου σοσιαλ-ιμπεριαλισμού, ολοκληρώνει τη χρεοκοπία των αλβανών ηγετών που πνίγονται σε ένα κύμα μικροαστικού εθνικισμού και ξεχνούν μια και καλή τη σοσιαλιστική εκβιομηχάνιση της χώρας, οδηγώντας ταυτόχρονα στη διάσπαση της συμμαχίας αγροτών-εργατών, που είναι προϋπόθεση για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε μία χώρα. Οι αγρότες, στερούμενοι μέσων παραγωγής που μόνο το σοσιαλιστικό κράτος μπορούσε να παρέχει, γύρισαν την πλάτη στην αγροτική παραγωγή, αφού ήταν δυσβάστακτη και βασικά χειρωνακτική, και στράφηκαν στη φυγή στις πόλεις, γινόμενοι προλετάριοι. Βλέποντας τα στοιχεία των πεντάχρονων σχεδίων του αλβανικού «σοσιαλιστικού» καθεστώτος, διαπιστώνουμε ότι οι προβλέψεις των αυξήσεων στις αποδοχές των εργαζόμενων και αγροτών μειώνονταν συνεχώς (από 30-35% το πρώτο πεντάχρονο του 1961-65, στο 4-12% το τελευταίο πεντάχρονο 1986-90).
 
«Η εικοσαετία 1960-1980, σημαίνει για την Αλβανία, όχι την ολοκλήρωση της μετάβασης από τον καπιταλισμό στην πλήρη οικοδόμηση του σοσιαλισμού, αλλά την “αντιστροφή“ της μετάβασης και την ολοκλήρωση της καπιταλιστικής παλινόρθωσης, που χρονικά μπορούμε να την τοποθετήσουμε περί τα τέλη της δεκαετίας του ’70. Η Αλβανία είναι μία καθυστερημένη καπιταλιστική χώρα, “τριτοκοσμικού“ τύπου, ένα είδος ευρωπαϊκής Λιβύης (χωρίς όμως να διαθέτει το συναλλαγματοφόρο πετρέλαιο) όπου ένας λαός ζει σε συνθήκες μεγάλης φτώχειας και μία μικρή ομάδα κομματικής και κρατικής γραφειοκρατίας απολαμβάνει προνόμια οικονομικά και κοινωνικά» (από την μπροσούρα της ΣΑΚΕ που αναφέραμε παραπάνω, σελ. 28).
 
Σ’ αυτό το συμπέρασμα κατέληξε η ΣΑΚΕ το 1990 και οι μετέπειτα εξελίξεις τη δικαίωσαν. Η αλβανική «περεστρόικα» έδωσε τη θέση της σε ένα αμερικανόδουλο καθεστώς κι έκτοτε η Αλβανία βυθίστηκε σε ένα καθεστώς ακόμα πιο εκτεταμένης διαφθοράς και ταξικών αντιθέσεων, που δε θα σταματήσουν όσο υπάρχει αυτό το καθεστώς. Ο Ράμα, που κάποτε κατηγορούσε τον Μπερίσα για διαφθορά, βρίσκεται αντιμέτωπος με τις ίδιες κατηγορίες. Αύριο, κάποιος άλλος στη θέση του θα πάθει το ίδιο, με τον αλβανικό λαό να περνά το μαρτύριο του Σισύφου, χωρίς καμία δικαίωση, όσο το σύστημα παραμένει το ίδιο.
 
 
Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2019