Τετάρτη 21 Αυγούστου 2019 | 04:35

ΕπικαιρότηταPointer

Εμπορικός Πόλεμος: Οξύνεται ο ενδοϊμπεριαλιστικός ανταγωνισμός

Στο λόγο που έβγαλε ο Τραμπ στο αμερικανικό Kογκρέσο την περασμένη Τετάρτη κατακεραύνωσε την πολιτική των συναλλαγών με την Κίνα που ακολουθούσαν οι προκάτοχοί του. Εν μέσω χειροκροτημάτων Ρεπουμπλικανών και Δημοκρατικών, ο Τραμπ διαβεβαίωσε ότι οι ΗΠΑ θα θριαμβεύσουν έναντι των κινέζων ανταγωνιστών τους, που -σύμφωνα με την αμερικανική προπαγάνδα- επωφελούνται των «άδικων πρακτικών» των διεθνών συναλλαγών, κλέβοντας τεχνογνωσία και τεχνολογία. Οπως τόνισε χαρακτηριστικά ο Τραμπ με το γνώριμο λαϊκίστικο τρόπο του, «τώρα καθιστούμε σαφές στην Κίνα ότι μετά από χρόνια που στοχεύουν τις βιομηχανίες μας και κλέβουν την πνευματική μας ιδιοκτησία, η κλοπή των αμερικανικών θέσεων εργασίας και πλούτου λαμβάνει τέλος».
 
Στην ίδια κατεύθυνση, ο Τραμπ εξήγγειλε την αλλαγή της NAFTA με μια άλλη συμφωνία συναλλαγών, που δήθεν θα ενισχύει την επέκταση της βιομηχανικής παραγωγής των ΗΠΑ και τελικά τον αμερικανό εργάτη που πλήττεται από τη χρόνια ανεργία στις πάλαι ποτέ ισχυρές βιομηχανικές ζώνες των ΗΠΑ. Ηδη, οι ΗΠΑ έχουν επιβάλει προστατευτικά μέτρα δασμών ύψους 253 δισ. δολαρίων στην Κίνα και απειλούν να επιβάλουν άλλα τόσα περίπου στις αρχές Μάρτη, όταν λήγει η εκεχειρία επιβολής νέων μέτρων εκατέρωθεν, προκαλώντας τριγμούς στο σύστημα των διεθνών συναλλαγών, όπως είχε αρχίσει να καθιερώνεται από τη δεκαετία του 80 και είχε πολιτογραφηθεί με τον όρο «παγκοσμιοποίηση».
 
Ο εμπορικός πόλεμος δεν είναι βέβαια κάτι καινούριο στην ιστορία του καπιταλισμού γενικά και ειδικά στην ιστορία του διεθνούς εμπορίου. Οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις ακολούθησαν αρκετές φορές μέτρα ντάμπιγκ, κρατικής επιδότησης εμπορευμάτων ή μέτρα επιβολής δασμών, προκειμένου να επικρατήσουν σε εξαρτημένες χώρες και να αντιμετωπίσουν τους μεγάλους ανταγωνιστές τους σε ξένες αγορές που μπορούσαν να απορροφήσουν τα εμπορεύματά τους. Αν αφαιρέσουμε τη μάσκα της τραμπικής δημαγωγίας, θα δούμε ότι οι ΗΠΑ την περίοδο της συντηρητικής ανασυγκρότησης του καπιταλισμού, την περίοδο της λεγόμενης «παγκοσμιοποίησης», που χρονικά συνήθως ταυτίζεται με τη διακυβέρνηση της Θάτσερ και του Ρίγκαν, επωφελήθηκαν από μια πολιτική ελεύθερου εμπορίου και ελεύθερης διακίνησης κεφαλαίου, που ανάγκαζε όλες τις εξαρτημένες και βιομηχανικά καθυστερημένες χώρες του πλανήτη να υποδέχονται τα εμπορεύματα της αναπτυγμένης βιομηχανίας των ΗΠΑ σε μια εξαιρετικά ανισότιμη ανταλλαγή. Ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός αγόραζε τις πρώτες ύλες των χωρών αυτών σε εξευτελιστικές τιμές, πουλώντας τα βιομηχανικά του εμπορεύματα σε υψηλές τιμές, πολύ πάνω από την πραγματική τους αξία.
 
Την ίδια περίοδο, χρηματιστικές τοποθετήσεις κεφαλαίου με τεράστιες φοροελαφρύνσεις και άλλα κίνητρα σε βιομηχανίες που αναπτύσσονταν ραγδαία στη Νοτιοανατολική Ασία, στην Ινδία και τη Νότια Αμερική απέδιδαν τεράστια κέρδη στους αμερικάνους μονοπωλητές. Η αποβιομηχανοποίηση και η διόγκωση του παρασιτισμού στις ΗΠΑ, η διόγκωση μιας κάστας εισοδηματιών που βγάζουν τεράστια κέρδη μέσω των χρηματοπιστωτικών επενδύσεων σε αυτές τις χώρες, ήταν δρόμος αναπόφευκτος στο κυνήγι του μέγιστου κέρδους. Ο ίδιος ο Τραμπ, άλλωστε, προέρχεται από αυτή τη μήτρα των εισοδηματιών-παρασίτων.
 
Η καπιταλιστική Κίνα επωφελήθηκε των πιστώσεων αμερικανικής και ευρωπαϊκής προέλευσης για τη ραγδαία ανάπτυξη της βιομηχανίας της. Τέλη του ‘90 και την πρώτη δεκαετία του εικοστού πρώτου αιώνα, η συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου στην Κίνα οδήγησε στη συγκρότηση μονοπωλίων. Τα τελευταία διέθεταν ένα τεράστιο πλεόνασμα κεφαλαίου που άρχισαν να το εξάγουν μαζικά σε όλο τον πλανήτη προκειμένου να εξασφαλίσουν το μέγιστο κέρδος, παλεύοντας για την κατάκτηση νέων αγορών, κόντρα στα συμφέροντα των ευρωπαίων και αμερικανών ιμπεριαλιστών. Εδώ και χρόνια, ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις ΗΠΑ και στην Κίνα περιοριζόταν στη δημόσια σφαίρα σε καταγγελίες των αμερικανικών κυβερνήσεων ότι το κινεζικό κράτος υποτιμούσε «αθέμιτα» το γουάν προκειμένου να ενισχύσει τις εξαγωγές του σε βάρος των ΗΠΑ. Μεσολάβησε, όμως, η διεθνής καπιταλιστική κρίση που όξυνε στο έπακρο το πρόβλημα της εξασφάλισης ξένων αγορών για τα εμπορεύματα της βιομηχανίας των ιμπεριαλιστικών χωρών, οδηγώντας πλέον σε ανοιχτό εμπορικό πόλεμο, σε απότομη όξυνση του ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού.
 
Δέκα χρόνια μετά το ξέσπασμα της διεθνούς καπιταλιστικής κρίσης, η οικονομική ανάπτυξη είναι αναιμική για τις περισσότερες ιμπεριαλιστικές χώρες του πλανήτη. Σύμφωνα με πρόσφατη αναφορά του ΔΝΤ, στις 21 Ιανουαρίου του 2019[1], οι ρυθμοί ανάπτυξης του ΑΕΠ προβλέπονται για το 2019 από 0,6% για την Ιταλία έως 2,5% για τις ΗΠΑ. Την ίδια στιγμή η Κίνα, που συνιστά πλέον τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία στον πλανήτη σε απόλυτο μέγεθος ΑΕΠ, μετά τις ΗΠΑ, προβλέπεται να εμφανίσει ρυθμό ανάπτυξης 6.2% το 2019. Το νούμερο αυτό, αν και μεγαλύτερο από τα αντίστοιχα των δυτικών ιμπεριαλιστικών χωρών, είναι το μικρότερο που έχει η Κίνα μετά το ξέσπασμα της κρίσης το 2009.
 
Ομολογούν στην ίδια αναφορά οι αρμόδιοι του ΔΝΤ: «Συνολικά, οι κυκλικές δυνάμεις που προώθησαν την ευρεία παγκόσμια ανάπτυξη από το δεύτερο εξάμηνο του 2017, ενδέχεται να εξασθενίζουν κάπως ταχύτερα από ό,τι αναμενόταν τον Οκτώβριο. Το εμπόριο και οι επενδύσεις έχουν επιβραδυνθεί, η βιομηχανική παραγωγή εκτός των ΗΠΑ έχει επιβραδυνθεί και οι δείκτες των διευθυντών των τμημάτων αγορών έχουν εξασθενήσει, σημειώνοντας ομαλό ρυθμό. Παρόλο που αυτό δε σημαίνει ότι αντιμετωπίζουμε μια μεγάλη πτώση - είναι σημαντικό να κάνουμε απολογισμό των πολλών αυξανόμενων κινδύνων».
 
Επιπλέον, ο εμπορικός πόλεμος τονίζεται ως παράγοντας που μπορεί να επιδεινώσει την οικονομία διεθνώς: «Η κλιμάκωση των εμπορικών εντάσεων και η επιδείνωση των χρηματοοικονομικών συνθηκών αποτελούν βασικές πηγές κινδύνου για τις προοπτικές. Η υψηλότερη αβεβαιότητα όσον αφορά το εμπόριο θα περιορίσει περαιτέρω τις επενδύσεις και θα διαταράξει τις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού».
 
Μόνο που αυτό είναι αναπόφευκτο, όσο οξύνεται αναπόφευκτα ο ενδοϊμπεριαλιστικός ανταγωνισμός. Η περιοδική κρίση του καπιταλισμού θα αλληλεπιδρά ολοένα και περισσότερο πλέον με τη γενική κρίση του ιμπεριαλισμού. Η προοπτική της ανόδου και της άνθισης της οικονομίας για κάθε ιμπεριαλιστική χώρα ξεχωριστά περνά από την εξασφάλιση ξένων αγορών, ανάλογα με τη δύναμη των κεφαλαίων που διαθέτει. Οι ΗΠΑ δε θέλουν να χάσουν την οικονομική τους θέση διεθνώς, η Κίνα θέλει να ανέβει σκαλοπάτι. Ο κόσμος θα πρέπει να ξαναμοιραστεί σε νέες σφαίρες επιρροής. Σε αυτή την περίπτωση, δεν υπάρχει αμοιβαία επωφελής συμβιβασμός, παρά μόνο πόλεμος με νικητές και ηττημένους.
 
[1] https://blogs.imf.org/2019/01/21/a-weakening-global-expansion-amid-growing-risks/?utm_medium=email&utm_source=govdelivery
Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2019