Δευτέρα 17 Ιουνίου 2019 | 15:55

ΕπικαιρότηταPointer

Νέο σύστημα διορισμών - προσλήψεων εκπαιδευτικών: Απαξίωση πτυχίων και προϋπηρεσίας και αδιάκοπο κυνήγι «προσόντων»

Μετά από ένα διάλογο-παρωδία μέσα στις γιορτές με κλειστά σχολεία, το υπουργείο Παιδείας κατέθεσε στις 7 του Γενάρη το σχέδιο νόμου (με μορφή τροπολογίας) για το νέο σύστημα διορισμών-προσλήψεων στην εκπαίδευση στο υπό συζήτηση νομοσχέδιο «Συνέργειες Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, Πανεπιστημίου Θεσσαλίας με τα Τ.Ε.Ι. Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας, Παλλημνιακό Ταμείο και άλλες διατάξεις».
 
Καταρχάς πρέπει να τονίσουμε ότι οι εξαγγελθέντες διορισμοί σε βάθος τριετίας (εκτός από τους 4.500 στην Ειδική Αγωγή, 2.500 το 2020 και 2.500 το 2021) αποτελούν στην ουσία δημαγωγική προεκλογική εξαγγελία, καθώς η χώρα βρίσκεται υπό συνεχή σκληρή επιτήρηση και η τελική συγκατάθεση εάν και όταν δοθεί, θα δοθεί από τους «θεσμούς».
 
Σε κάθε περίπτωση, οι διορισμοί αυτοί αποτελούν σταγόνα στον ωκεανό. Τα τελευταία χρόνια έχουν αποχωρήσει 30.000 εκπαιδευτικοί και συνεπώς οι πραγματικές ανάγκες της δημόσιας εκπαίδευσης είναι πολλαπλάσιες, αν συνυπολογίσει κανείς ότι δεν επιβάλλεται η άμεση και καθολική δημόσια δίχρονη προσχολική αγωγή (Νηπιαγωγείο), υπολειτουργούν η ενισχυτική διδασκαλία, το ολοήμερο σχολείο, η παράλληλη στήριξη, η ένταξη-εκπαίδευση των προσφυγόπουλων, κ.λπ., ενώ δίνουν και παίρνουν τα πολυπληθή τμήματα μαθητών (27άρια και 28άρια) στα μεγάλα αστικά κέντρα και η Ειδική Αγωγή στελεχώνεται αποκλειστικά από αναπληρωτές.
 
Με το νέο σύστημα διορισμών-προσλήψεων ανοίγει νέος φαύλος κύκλος, ενώ διατηρούνται και ενισχύονται παραπέρα αντιδραστικές, αντιεκπαιδευτικές διατάξεις, υπό το πνεύμα των κατευθύνσεων που ορίζουν ΕΕ-ΟΟΣΑ, ξένοι και ντόπιοι καπιταλιστές (ΣΕΒ).
 
Εδώ και δυο δεκαετίες, από την εποχή του «εκσυγχρονισμού», ο αστισμός επιθυμούσε διακαώς την κατάργηση της μονιμότητας στο δημόσιο. Επειδή δεν μπορούσε να υπερπηδήσει τη συνταγματική επιταγή, μηχανεύτηκε διάφορους τρόπους (π.χ. έκρηξη του αριθμού των συμβασιούχων, αξιολόγηση) και στην εκπαίδευση το εναρκτήριο λάκτισμα δόθηκε με την κατάργηση της επετηρίδας και την καθιέρωση του «διαγωνισμού της ντροπής», που πολεμήθηκε με πάθος από το μαζικό εκπαιδευτικό κίνημα. Οι διορισμοί με το σταγονόμετρο έδιναν πάντοτε το στίγμα και οι εκπαιδευτικοί χωρίστηκαν σε κατηγορίες (διορισθέντες, επιτυχόντες-αποτυχόντες, με προϋπηρεσία, χωρίς προϋπηρεσία, κ.λπ.), με τον ανταγωνισμό να κερδίζει έδαφος και τη συλλογική διεκδίκηση να υποχωρεί. Η τελευταία δεκαετία, με την πλήρη απουσία μόνιμων διορισμών έφερε το χάος. Χιλιάδες αναπληρωτές (πάνω από 20.000) με μια βαλίτσα στο χέρι όργωναν την επικράτεια, αναπληρώνοντας κάθε χρόνο τον εαυτό τους, στηρίζοντας με πενιχρούς μισθούς και υπό δυσμενείς συνθήκες γι’ αυτούς και τις οικογένειές τους, το δημόσιο σχολείο.
 
Οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, με το σχέδιο νόμου δίνουν τώρα νέα διάσταση σε αυτό το χάος, όπου και πάλι ο πυρήνας του προβλήματος είναι η άρνηση για μαζικούς διορισμούς, σύμφωνα με τις πραγματικές ανάγκες του δημόσιου σχολείου. Ο «διαγωνισμός της ντροπής» (ΑΣΕΠ) καταργείται, επειδή υπήρξε ασύμφορος για τα δημόσια οικονομικά, ενώ κατέρρευσε και το ιδεολόγημα της «αξιοκρατίας», που μέσω αυτού δήθεν επιτυγχανόταν. Τη ρύθμιση αυτή προσπαθεί να επικαλεστεί δημαγωγικά το υπουργείο Παιδείας, που τάχα είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο στις διεκδικήσεις και τα επιχειρήματα που προβάλλουν οι εκπαιδευτικοί.
 

Το σχέδιο νόμου

 
♦ Καθιερώνει νέο σύστημα μόνιμων διορισμών-προσλήψεων αναπληρωτών και ωρομίσθιων εκπαιδευτικών υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ.
 
♦ Το ΑΣΕΠ προκηρύσσει και διενεργεί κάθε δυο χρόνια διαδικασία κατάταξης των υποψηφίων κατά κλάδο και ειδικότητα, με σειρά προτεραιότητας.
 
♦ Η κατάταξη των υποψηφίων γίνεται βάσει τριών πυλώνων κριτηρίων:
 
Α. Ακαδημαϊκά Προσόντα (διδακτορικό δίπλωμα, μεταπτυχιακός τίτλος σπουδών, δεύτερος μεταπτυχιακός τίτλος σπουδών, δεύτερο πτυχίο ΑΕΙ, βαθμός του πτυχίου, άριστη-πολύ καλή-καλή γνώση μίας ξένης γλώσσας, πιστοποιημένη γνώση χειρισμού ηλεκτρονικού υπολογιστή Α΄ επιπέδου, πιστοποιημένη επιμόρφωση ΑΕΙ). Το ανώτατο συνολικό όριο μονάδων ακαδημαϊκών προσόντων είναι εκατόν είκοσι (120) μονάδες.
 
Β. Εκπαιδευτική προϋπηρεσία: Μία (1) μονάδα ανά μήνα πραγματικής εκπαιδευτικής προϋπηρεσίας έως κατ’ ανώτατο όριο εκατόν είκοσι (120) μήνες. Το ανώτατο συνολικό όριο μονάδων εκπαιδευτικής προϋπηρεσίας είναι εκατόν είκοσι (120) μονάδες.
 
 Γ. Κοινωνικά κριτήρια: Αριθμός τέκνων, μόνιμη αναπηρία 67% και άνω του υποψηφίου ή του/της συζύγου ή τέκνου.
 
Συμπεράσματα:
 
1. Το «ταβάνι» στην προϋπηρεσία (120 μήνες, 120 μόρια) πετάει στον κάλαθο των αχρήστων χρόνια προϋπηρεσίας των αναπληρωτών (είναι γνωστό ότι αναπληρωτές εργάζονται στη δημόσια εκπαίδευση για 15 χρόνια). Οι ελάχιστοι μόνιμοι διορισμοί σε συνδυασμό με το πλαφόν στην προϋπηρεσία θα οδηγήσουν ουσιαστικά χιλιάδες αναπληρωτές στην απόλυση, αφού αυτοί κάθε χρόνο κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της δημόσιας εκπαίδευσης, αναπληρώνοντας τον εαυτό τους.
 
Η ανατροπή των εργασιακών σχέσεων στην εκπαίδευση παγιώνεται. Ο φθηνός, «ευέλικτος» εκπαιδευτικός, που μεταπηδά από την εργασία στην ανεργία και παραμένει όμηρος του κράτους και του υπουργείου Παιδείας είναι η «λύση» στην κρίση για το κεφάλαιο και τους διαχειριστές του συστήματος. Οι ελάχιστοι διορισμοί όταν και εάν θα γίνονται θα συντηρούν το μεγάλο απόθεμα αυτών των ελαστικά εργαζόμενων εκπαιδευτικών.
 
Η προϋπηρεσία μοριοδοτείται κάτω του 50% της συνολικής μοριοδότησης, αφού σε αυτήν τίθεται «πλαφόν», τα 120 μόρια, ενώ 120 μόρια συγκεντρώνουν τα ακαδημαϊκά κριτήρια και συμμετέχουν και τα κοινωνικά κριτήρια.
 
2. Τα ακαδημαϊκά προσόντα αποτελούν παραλλαγή της αξιολόγησης των στελεχών της εκπαίδευσης και έμμεση, πλην όμως, ξεκάθαρη αξιολόγηση των εκπαιδευτικών.
 
3. Το πτυχίο πλέον έχει μηδαμινή αξία και δεν κατοχυρώνει κανένα επαγγελματικό δικαίωμα. Οι υποψήφιοι οδηγούνται σε έναν διαρκή αγώνα δρόμου για την απόκτηση «ακαδημαϊκών προσόντων», που απαιτούν χρήμα, χρόνο και κόπο. Το επιχείρημα του υπουργείου ότι απαξιώνονται τα ΑΕΙ που προσφέρουν μεταπτυχιακά προγράμματα και διδακτορικά είναι για γέλια. Τα μεταπτυχιακά δεν είναι όλα δωρεάν και ούτε για όλους, ενώ όλοι οι απόφοιτοι δεν έχουν τις ίδιες δυνατότητες να τα παρακολουθήσουν. Στο παιχνίδι συμμετέχουν και διάφοροι επιχειρηματίες που προσφέρουν έναντι αδρής αμοιβής «επιμορφώσεις» και «πιστοποιήσεις».
 
4. Το  σχέδιο νόμου οδηγεί στην όξυνση του ανταγωνισμού, στην ανθρωποφαγία, στο «ο θάνατός σου, η ζωή μου». Δεν υπάρχει κοινός τόπος συλλογικών διεκδικήσεων, διασπάται το εκπαιδευτικό κίνημα και επιχαίρει το αστικό σύστημα.
 
5. Επειδή οι αξιολογικοί πίνακες κατάταξης θα ισχύουν για δύο χρόνια, αναμένεται κάθε φορά ανατροπή στους πίνακες κατάταξης.
 
Επιπλέον το σχέδιο νόμου
 
♦ Εισάγει ως πρόσθετο προσόν την Παιδαγωγική και Διδακτική Επάρκεια. Το Πιστοποιητικό Παιδαγωγικής και Διδακτικής Επάρκειας ουσιαστικά αποδεσμεύει το πτυχίο των λεγόμενων καθηγητικών σχολών από την πιστοποίηση επάρκειας. Οι πανεπιστημιακές διοικήσεις μπορούν να καθορίσουν τους τρόπους που θα αποδίδεται η επάρκεια. Αυτοί είναι: α) Υστερα από παρακολούθηση ομάδας μαθημάτων που προσφέρονται στο πλαίσιο ειδικού προγράμματος σπουδών ή στο πλαίσιο του προγράμματος σπουδών πρώτου κύκλου ή και συνδυαστικά. β) Με την κατοχή μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών ή διδακτορικού διπλώματος στις επιστήμες της αγωγής. γ) Με την κατοχή πιστοποιητικού παιδαγωγικής επάρκειας της παρ. 5 του άρθρου 4 του ν. 3027/2002 (οι εμφάσεις δικές μας).
 
Συμπέρασμα:
 
Η ρύθμιση αυτή σε συνδυασμό με το κυνηγητό των ακαδημαϊκών προσόντων, που είναι απαραίτητα για το διορισμό, αλλά και για την πρόσληψη των αναπληρωτών, απαξιώνει πλήρως τα πτυχία.
 
Ο ισχυρισμός του υπουργείου Παιδείας ότι η Παιδαγωγική και Διδακτική Επάρκεια «θεωρείται προϋπόθεση αλλά όχι κώλυμα διορισμού και προβλέπεται μεταβατική περίοδος 2 ετών μετά τον διορισμό για να αποκτηθεί», ανατρέπεται στη συνέχεια, αφού σύμφωνα με το σχέδιο νόμου η απόκτησή της μετά το διορισμό προϋποθέτει «επιτυχή παρακολούθηση ειδικού επιμορφωτικού προγράμματος» και στη σειρά κατάταξης στους αξιολογικούς πίνακες προτάσσονται οι κατέχοντες παιδαγωγική επάρκεια.
 
♦ Επαναφέρει τη διάταξη του Ν. 3848/2010 της Διαμαντοπούλου για το δόκιμο εκπαιδευτικό. Ο διορισμός στην εκπαίδευση δεν εξασφαλίζει και τη μονιμότητα. Ο νεοδιόριστος θεωρείται δόκιμος για δυο χρόνια και στη συνέχεια εφόσον κριθεί ανεπαρκής απολύεται, σύμφωνα και με τις διατάξεις του Ν. 1566/85 (σ.σ.: άρθρο 16 του Ν. 1566, παράγ. 5: «Εκπαιδευτικοί που κρίνονται μη προακτέοι δύο φορές συνέχεια ή τρεις φορές σε διάφορα χρονικά διαστήματα παραπέμπονται με απόφαση του νομάρχη στο κεντρικό υπηρεσιακό συμβούλιο με το ερώτημα της απόλυσης»). Ο τρόπος και τα κριτήρια κρίσης της καταλληλότητας των νεοδιοριζόμενων καθορίζονται με απόφαση του υπουργού Παιδείας.
 
Συμπέρασμα:
 
Η παρουσία της αξιολόγησης (και της ατομικής) είναι εδώ και είναι ηχηρή. Το πιστοποιούν αυτό η με άνισους όρους συλλογή ακαδημαϊκών προσόντων από τους υποψήφιους και η επαναφορά του δόκιμου εκπαιδευτικού, ο οποίος μετά από δυο χρόνια αυστηρής επιτήρησης και συνεχούς αξιολόγησης μπορεί να βρεθεί στο δρόμο. Οι συριζαίοι επαίρονται ότι κατήργησαν το Π.Δ. 152/2013, όμως επαναφέρουν (πλην της αυτοαξιολόγησης των σχολικών μονάδων) ύπουλα και την ατομική αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, που έχει ταξικό και τιμωρητικό χαρακτήρα.
 
♦ Ακόμη και οι «παρίες» της εκπαίδευσης, οι αναπληρωτές, προκειμένου να προσληφθούν υπόκεινται στην ίδια διαδικασία, καθώς οι αξιολογικοί πίνακες των αιτούντων διορισμό είναι κοινοί. Πρέπει να επιδίδονται σε συνεχή αγώνα δρόμου για την απόκτηση «ακαδημαϊκών προσόντων», που θα βελτιώνουν τη σειρά κατάταξής τους στους πίνακες.
 
Γιούλα Γκεσούλη
 
Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2019