Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2018 | 12:28

ΕπικαιρότηταPointer

Περί συνταγματικής αναθεώρησης

Πριν θέσουμε το ουσιαστικό -από άποψη αρχών- ερώτημα για τη σκοπιμότητα μιας συνταγματικής αναθεώρησης, ας θέσουμε το κρίσιμο -από την άποψη του ανταγωνισμού ανάμεσα στα αστικά κόμματα- ερώτημα: θέλουν ο Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ μια  προαναθεωρητική διαδικασία με ευρεία πλειοψηφία 180 βουλευτών; Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, η κοινοβουλευτική πλειοψηφία της επόμενης (αναθεωρητικής) Βουλής, η οποία -με βάση τις εκτιμήσεις της σημερινής συγκυρίας- δε θα έχει στον πυρήνα της τον ΣΥΡΙΖΑ, θα μπορεί με απλή πλειοψηφία 151 ψήφων να καθορίσει το περιεχόμενο των αναθεωρητέων διατάξεων του Συντάγματος. Με 151 ψήφους στη σημερινή (προαναθεωρητική) Βουλή, ο ΣΥΡΙΖΑ θα κατοχυρώσει δικαίωμα βέτο στην επόμενη (αναθεωρητική) Βουλή, η οποία θα χρειάζεται 180 ψήφους για την έγκριση κάθε αναθεωρούμενης διάταξης. Αντίθετα, με 180 ψήφους στη σημερινή Βουλή, ο ΣΥΡΙΖΑ θα απεμπολήσει το δικαίωμά του για βέτο στην επόμενη και θα μείνει απλός παρατηρητής μιας διαδικασίας, στο πλαίσιο της οποίας η ΝΔ και το ΚΙΝΑΛ θα καθορίζουν το νέο περιεχόμενο των αναθεωρούμενων διατάξεων του Συντάγματος (έχουν αποδείξει δυο φορές μετά το 2001 ότι σ' αυτό το επίπεδο μπορούν να συνεννοηθούν).

Θεωρεί κανείς ότι στα υψηλά κλιμάκια του ΣΥΡΙΖΑ κατοικοεδρεύουν αφελείς (ή εραστές της… καθαρής δημοκρατίας), που θα δεχτούν να μπει το κόμμα τους στο περιθώριο της αναθεωρητικής διαδικασίας στην επόμενη Βουλή; Ρητορικό είναι, φυσικά, το ερώτημα. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του ώστε να μην υπάρξουν 180 ψήφοι σ' αυτή τη Βουλή για τα άρθρα του Συντάγματος που παρουσιάζουν γι' αυτόν «ειδικό» ενδιαφέρον. Με την αντίστροφη λογική κινείται η ΝΔ. Θα τη βόλευε να έχει 180 ψήφους σ' αυτή τη Βουλή για τα πάντα, ώστε στην επόμενη -στην οποία φιλοδοξεί να αποτελεί τον πυρήνα της νέας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας- να μπορεί να καθορίσει το περιεχόμενο των αναθεωρούμενων διατάξεων. Αν δεν το πετύχει αυτό (όπως όλα δείχνουν, δεν μπορεί να το πετύχει, γιατί δε συμφέρει τον ΣΥΡΙΖΑ), δεν έχει κανένα λόγο να συναινέσει σε μια ελάσσονα συνταγματική αναθεώρηση, προσφέροντας στον Τσίπρα την ευκαιρία να βάλει στο παλμαρέ της προεκλογικής του εκστρατείας και την «ολοκλήρωση με ευρεία συναίνεση μιας προοδευτικής αναθεωρητικής διαδικασίας».

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι η διαδικασία αναθεώρησης του ελληνικού αστικού Συντάγματος έχει εργαλειοποιηθεί πλήρως. Περισσότερο υπηρετεί το προεκλογικό πολιτικό παιχνίδι, παρά την αδήριτη -όπως λένε- ανάγκη να επέλθει αναθεώρηση αρκετών διατάξεων του Συντάγματος. Αυτή η εργαλειοποίηση φάνηκε καθαρά από τις πρώτες αντιδράσεις των κομμάτων. Η ΝΔ κατηγόρησε τον Τσίπρα ότι «θυμήθηκε ξαφνικά την -ξεχασμένη και από τον ίδιο- Συνταγματική Αναθεώρηση» και ότι «ζητεί μάλιστα τη συναίνεση της αντιπολίτευσης την ώρα που καθημερινά την υβρίζει, τη συκοφαντεί και την απειλεί ακόμη και με διώξεις». Στελέχη της Δεξιάς σημείωναν με νόημα ότι ο Τσίπρας «κωλοβάραγε» επί τριάμισι χρόνια και φέρνει τη συνταγματική αναθεώρηση στη Βουλή σε μια περίοδο που υπάρχει μεγάλη στενότητα χρόνου (προφανές, όταν ο συγκυβερνήτης Καμμένος απειλεί ότι τον Μάρτη θα ρίξει την κυβέρνηση) και που η πολιτική αντιπαλότητα εξ αντικειμένου χτυπάει «κόκκινο», λόγω της προεκλογικής περιόδου στην οποία έχει μπει η χώρα (με ευρωεκλογές και τοπικές εκλογές τον Μάη και βουλευτικές το αργότερο τον Οκτώβρη του 2019).

Η ΝΔ, για να μην κατηγορηθεί για εργαλειοποίηση μιας ύψιστης θεσμικής διαδικασίας, προχώρησε σε αντιπρόταση: «Να καταστούν αναθεωρητέα όλα τα άρθρα που εισηγούνται κυβέρνηση και αντιπολίτευση και να επιλέξουν οι πολίτες την κατεύθυνση των αλλαγών, με την ψήφο τους στις επικείμενες εκλογές». «Οι συνθήκες έχουν ωριμάσει από καιρό για μια γενναία συνταγματική αλλαγή», σημείωνε στο τέλος της η σχετική ανακοίνωση, καταλήγοντας δηκτικά: «Μακάρι να αποδειχθεί, έστω για μια φορά, πολιτικά ώριμος και ο κ. Τσίπρας».

Ο Τσίπρας δέχτηκε το μπαλάκι και το επέστρεψε με μεγαλύτερη δύναμη στο γαλάζιο τερέν. Μίλησε για «παιδιάστικη αντίδραση: “Βάλτε και τα δικά μου μέσα, αλλιώς εγώ δε παίζω“» και για «αντίδραση που αντιστοιχεί σε τζογαδόρους και όχι σε σοβαρές και υπεύθυνες πολιτικές δυνάμεις, όταν μάλιστα διάβαζα διαρροές να μιλούν με χαρτοπαιχτικούς όρους του τύπου ρελάνς και άλλα παρόμοια». Κατηγόρησε τον Μητσοτάκη ότι «ενδόμυχη επιθυμία του είναι να μην αλλάξει ο νόμος περί ευθύνης των υπουργών, να μην αλλάξει αυτό το θεσμικό έκτρωμα που δηλητηριάζει τις σχέσεις των πολιτών με το πολιτικό σύστημα». Επανερχόμενος στην πρόταση της ΝΔ, τη χαρακτήρισε «πρόταση-ρουλέτα» και παρέδωσε μαθήματα… συνταγματικού δικαίου, λέγοντας ότι ο νομοθέτης δεν προέβλεψε αυτήν τη διαδικασία, προκειμένου κάθε φορά που ανοίγει (η διαδικασία) «να καλεί η μία πολιτική δύναμη την άλλη σε μονομαχία στον κόκκινο ήλιο και όποιος κερδίσει τα αλλάζει όλα». «Αυτό είναι αδιανόητο, δεν έχει συμβεί ποτέ στα μεταπολιτευτικά χρονικά να έρθει μία τέτοια πρόταση», είπε.

Αντιλαμβάνεστε, λοιπόν, τι έχει να γίνει τις επόμενες εβδομάδες, που η διαδικασία θα μεταφερθεί στη Βουλή. Δεν ξέρουμε ποια θα είναι τελικά η στάση της ΝΔ. Αν δηλαδή θα μπει στη διακομματική επιτροπή που προβλέπεται ή θα απόσχει, όπως αυτή τη στιγμή αφήνει να εννοηθεί. Υπάρχουν, βέβαια, η ΔΗΣΥ και το Ποτάμι, που δήλωσαν ότι θα πάρουν μέρος, όμως ακόμα κι αν συμφωνήσουν μ' αυτούς οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, το σκορ των 180 δεν το πιάνουν εύκολα. Μπορούν μόνο να κερδίσουν κάποιες πολιτικές εντυπώσεις, γιατί αν ψηφίσουν μόνοι τους τις περισσότερες αναθεωρητέες διατάξεις, θα χάσουν αυτές τις εντυπώσεις και θα κατηγορηθούν για παντελή έλλειψη συναινετικής συμπεριφοράς, που αποτελεί την πεμπτουσία των συνταγματικών αναθεωρήσεων.

Το ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ/ΔΗΣΥ δεν δημοσιοποίησε ακόμα προτάσεις, μάλλον όμως θα κινείται στη γραμμή των προτάσεων που δημοσιοποίησε το Ποτάμι, γιατί τις είχαν επεξεργαστεί όταν και το Ποτάμι συμμετείχε στο ΚΙΝΑΛ. Φαίνεται ότι μπορούν να βρουν συναίνεση στη διάταξη για την παραγραφή των αδικημάτων των υπουργών και στη διάταξη για την εκλογή του προέδρου της Δημοκρατίας χωρίς να πέφτει η κυβέρνηση, όμως το Ποτάμι (τουλάχιστον) προτείνει και την ίδρυση «μη κρατικών» (δηλαδή ιδιωτικών) πανεπιστημίων, θέση στην οποία δε συμφωνεί ο ΣΥΡΙΖΑ (όμως ποτέ δεν μπορείς να αποκλείσεις κωλοτούμπα ακόμα και σ' αυτό, όταν πρόκειται για τον ΣΥΡΙΖΑ). Στα δυο ζητήματα που προαναφέραμε (παραγραφή βουλευτικών αδικημάτων και εκλογή προέδρου της Δημοκρατίας), μπορεί να φτάσουν (και να ξεπεράσουν) τις 180 ψήφους χωρίς τη ΝΔ, αν συμφωνήσουν ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, ΔΗΣΥ, Ποτάμι, Λεβέντης και μερικοί ανεξάρτητοι. Και πάλι,όμως, το περιεχόμενο των νέων διατάξεων θα το καθορίσει η επόμενη Βουλή με απλή πλειοψηφία (151 βουλευτές).

Αυτή την εργαλειοποίηση της συνταγματικής αναθεώρησης, ώστε να υπηρετήσει προεκλογικούς σκοπούς, την επιτρέπει η ανυπαρξία επειγόντων ζητημάτων συνταγματικής αναθεώρησης, που να επιβάλλουν στα αστικά κόμματα τη συναίνεση και το συμβιβασμό. Οπως και άλλες φορές έχει εξηγηθεί από τις στήλες της «Κόντρας», το Σύνταγμα, ως ανώτατος ρυθμιστικός νόμος του πολιτεύματος, έρχεται να θεσπίσει και να κατοχυρώσει νομικά αυτά που έχουν ήδη διαμορφωθεί και κατοχυρωθεί στη ζωή και όχι να δώσει υποσχέσεις και να ανοίξει δρόμους, όπως κατά κανόνα συμβαίνει με τους κοινούς νόμους. Και τέτοια ζητήματα αυτή την περίοδο δεν υπάρχουν (όπως υπήρχαν το 2001, που έπρεπε να ενσωματώσουν στο ελληνικό αστικό σύνταγμα την υπεροχή του κοινοτικού Δικαίου έναντι του εθνικού).

Η ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων -εκτός απροόπτου, δηλαδή κωλοτούμπας- δε θα μπει στις αναθεωρητέες διατάξεις ούτε αυτή τη φορά. Ετσι, οι εραστές των ιδιωτικών πανεπιστημίων θα περιοριστούν αναγκαστικά στους πλάγιους τρόπους που έχουν θεσπιστεί με νομοθετήματα των προηγούμενων κυβερνήσεων. Ολα τα άλλα ζητήματα που εγείρονται έχουν μεν την πολιτική σημασία τους, όμως δεν έχουν το χαρακτήρα του υπερεπείγοντος. Επομένως, υπάρχει η άνεση να εργαλειοποιηθούν για εκλογική χρήση οι σχετικές διαδικασίες. 

Δείτε για παράδειγμα το ζήτημα της εκλογής ΠτΔ. Είναι ειρωνεία να προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ διαδικασία που δεν περιλαμβάνει ενδιάμεσες βουλευτικές εκλογές, όταν το 2014 αρνήθηκε να ψηφίσει τον δεξιό Δήμα, ώστε να πέσει η κυβέρνηση των Σαμαροβενιζέλων, και δυο μήνες μετά πρότεινε τον εξίσου (αν όχι περισσότερο) δεξιό Παυλόπουλο, ο οποίος και εκλέχτηκε. «Κατά το Σύνταγμα. Και δεν ήταν η πρώτη φορά. Είχε ξαναγίνει στο παρελθόν», απάντησε με θράσος ο Βούτσης, όταν του τέθηκε σχετικό ερώτημα σε ραδιοφωνική του συνέντευξη. Κυνικό μεν, έτσι είναι δε. Ολα τα αστικά κόμματα έχουν εργαλειοποιήσει την προεδρική εκλογή, προκειμένου να εξυπηρετήσουν πολιτικούς-εκλογικούς σχεδιασμούς τους. Ηρθε η ώρα να εγκαταλείψουν αυτό το εργαλείο; Δεν μπορούμε να το πούμε με βεβαιότητα, όμως ακόμα κι αν είναι έτσι, δε θα πρόκειται για καμιά μεγάλη αστικοδημοκρατική τομή. Δε θα είναι καν τομή. Η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ, πάντως, που προβλέπει τρεις ψηφοφορίες αρχικά, μετά άλλες έξι σε ένα εξάμηνο (πάντοτε με 180 απαιτούμενες ψήφους) και μετά απευθείας εκλογή προέδρου από το λαό, πάσχει και πολιτικά και νομικά. Γιατί δε γίνεται να εκλέγεται πρόεδρος με απευθείας εκλογή και να έχει τις σημερινές αρμοδιότητες (απλός παρελασιάρχης και οικοδεσπότης σε τελετές υποδοχής ξέων ηγετών). Οπότε, αν συμφωνήσουν να αλλάξουν τη διάταξη, μάλλον θα καταλήξουν σε μια τελευταία ψηφοφορία με 151 (που αποτελεί και εναλλακτική πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ).

Ο νόμος για την παραγραφή των αδικημάτων των υπουργών έχει «παραβρομίσει», ιδιαίτερα με όσα συνέβησαν τα τελευταία χρόνια. Μένει να δούμε σε τι κατεύθυνση θα τον αλλάξει η επόμενη Βουλή και πόσες ψήφους θα χρειάζεται.

Η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για δημοψηφίσματα με «λαϊκή πρωτοβουλία» δε φαίνεται να έχει μέλλον, ακόμα κι αν ψηφιστεί με 151 από την παρούσα Βουλή. Αυτό το ξέρουν και οι συριζαίοι, γι' αυτό πλέον δεν κάνουν το ντόρο που έκαναν με τον Κατρούγκαλο όταν ξεκινούσαν την προπαγανδιστική εκστρατεία προ διετίας. Φυσικά, στη Βουλή θα δώσουν το δημοκρατικό τους σόου, επιβεβαιώνοντας το αλήτικο ποιόν τους. Αλήτικο γιατί είναι αυτοί που εγκλώβισαν μια τεράστια λαϊκή πλειοψηφία σ' ένα κάλπικο δημοψήφισμα το 2015, την κορόιδεψαν, έκαναν το πολιτικό τους παιχνίδι και με κυνισμό δολοφόνου πήραν το «όχι» και το έκαναν «ναι στο τρίτο Μνημόνιο».

Μένει να σχολιάσουμε τον διαχωρισμό Κράτους-Εκκλησίας, που μετατράπηκε σε «εξορθολογισμό των σχέσεων Κράτους-Εκκλησίας», με τις ευλογίες του Ιερώνυμου, όπως υπαινίχτηκε ο Τσίπρας. Το κράτος, λέει, θα είναι «θρησκευτικά ουδέτερο», αλλά θα έχει και επικρατούσα θρησκεία! Σε τι θα συνίσταται η «θρησκευτική ουδετερότητα»; Στο ότι οι δημόσιοι λειτουργοί θα δίνουν πολιτικό όρκο! Ολα τα άλλα θα παραμείνουν ως έχουν. Είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν θα περάσει ακόμα και η καθολικότητα του πολιτικού όρκου, σε κάθε περίπτωση όμως δεν υπάρχει ούτε «μυρωδιά» διαχωρισμού Κράτους-Εκκλησίας. Αυτό το δείχνει και η βεβαιότητα του Τσίπρα ότι «αυτή η ρητή κατοχύρωση (σ.σ. της ουδετερότητας), είμαι βέβαιος ότι θα βρει σύμφωνη και την Εκκλησία».

Για τα υπόλοιπα θα μιλήσουμε τις επόμενες εβδομάδες, όταν ξεκινήσουν οι σχετικές διαδικασίες. Δεν μπορούμε, όμως, να μη σημειώσουμε άλλη μια συριζαίικη αλητεία. Το Σύνταγμα «θα αναγνωρίζει την αποκλειστική αρμοδιότητα των κοινωνικών εταίρων να ορίζουν τον κατώτατο μισθό», είπε ο Τσίπρας. Στο μεταξύ, εφαρμόζουν τον νόμο Βρούτση του 2013, που προβλέπει ότι τον κατώτατο μισθό καθορίζει το υπουργικό συμβούλιο με εισήγηση του υπουργού Εργασίας! Θέλουν ν' αλλάξουν το Σύνταγμα, αλλά δεν αλλάζουν έναν κοινό νόμο!

ΥΓ. Ο Τσίπρας υποτίθεται ότι θέλησε να ανοίξει τη διαδικασία της αναθεώρησης του Συντάγματος με θεσμικό τρόπο, στέλνοντας επιστολή «στους Προέδρους των Πολιτικών Κομμάτων που εκπροσωπούνται στο Ελληνικό Κοινοβούλιο». Αποδέκτες της επιστολής ήταν και ο… Ν. Νικολόπουλος (ως πρόεδρος του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος Ελλάδας!), και η… Κ. Παπακώστα (ως πρόεδρος της Νέας Ελληνικής Ορμής!), και ο Θ. Θεοχαρόπουλος (μολονότι είναι κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της ΔΗΣΥ και ουδέποτε έχει εμφανιστεί στη Βουλή ως πρόεδρος της ΔΗΜΑΡ), αλλά και ο Γ. Παπανδρέου (ως πρόεδρος του ΚΙΔΗΣΟ), μολονότι το κόμμα του δεν εκπροσωπείται στη Βουλή και ο ίδιος δεν είναι βουλευτής! Είναι φανερό ότι μ' αυτόν τον τρόπον ο Τσίπρας θέλησε να «κοντύνει» τον Κούλη και τη Φώφη. Ομως, στη βιασύνη τους οι άνθρωποί του ξέχασαν τον Λυκούδη (πρόεδρο των ΜΕΤΑρρυθμιστών), αλλά κυρίως ξέχασαν τους Οικολόγους Πράσινους, που έχουν δύο βουλευτές! Είπαμε, «παιδική χαρά»…

Πέτρος Γιώτης
Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2018