Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2018 | 13:41

ΕπικαιρότηταPointer

Διαχείριση της αστικής εξουσίας

Ενα τρίπτυχο εκλογικής επιτυχίας παρουσίασε στην ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ ο γνωστός Πολάκης: «να μην κόψουμε τις συντάξεις, να αυξήσουμε τον κατώτατο μισθό και να βάλουμε κάποιον στη φυλακή». Η στήλη δεν πρόκειται ν' ασχοληθεί με αυτό που τροφοδότησε την πολιτική αντιπαράθεση, δηλαδή με το τρίτο σκέλος του πολάκειου τριπτύχου. Θα προσπαθήσει να εισχωρήσει στην ουσία, βλέποντας το τρίπτυχο ως σύνολο (όπως πραγματικά είναι). Και δε θα διστάσει από την αρχή να δηλώσει ότι αυτό το τρίπτυχο όζει μουσολινισμού.

Τι άλλο εκτός από μουσολινισμός είναι να τάζεις στην εργατική τάξη ένα κουλούρι την ημέρα (τόση θα είναι η σχεδιαζόμενη αύξηση του κατώτατου μισθού), διατηρώντας τον κατώτατο μισθό στο άθλιο επίπεδο που τον κατέβασε η προηγούμενη μνημονιακή κυβέρνηση και απαγορεύοντας τη συλλογική διαπραγμάτευση για τον καθορισμό του; Να δίνεις στους προ του 2016 συνταξιούχους μια παράταση για το νέο πετσόκομμα των συντάξεών τους, διατηρώντας όλα τα προηγούμενα πετσοκόμματα των συντάξεών τους και εφαρμόζοντας παράλληλα έναν προκρούστειο νόμο (Κατρούγκαλου) για όσους συνταξιοδοτούνται μετά τον Μάη του 2016; Να τάζεις ότι θα βάλεις κάποιο στέλεχος προηγούμενων μνημονιακών κυβερνήσεων στη φυλακή, όταν έχεις αποδεχτεί την πολιτική και όλα τα μνημονιακά μέτρα αυτών των κυβερνήσεων, ενώ μαζί με τα κόμματά τους έχεις ψηφίσει το τρίτο Μνημόνιο που προστέθηκε στα δύο προηγούμενα;

Για τους συριζαίους, ο λαός είναι ένα υποταγμένο κοπάδι που μπορείς να το ποδηγετήσεις και να το κάνεις ό,τι θέλεις, φτάνει να του πετάξεις μερικά ψίχουλα και λίγο «αίμα στην αρένα». Ο Πολάκης απλά λέει «καφενειακά» και δημόσια αυτά που οι άλλοι συζητούν στις κλειστές ηγετικές συσκέψεις.

Στον αντίποδα -λέμε τώρα- του Πολάκη, ο Φλαμπουράρης, περιέγραψε με γάργαρη λαϊκή γλώσσα αυτά που έχει μάθει επί δεκαετίες στο σχολείο του ευρωαναθεωρητισμού, αναφερόμενος στις… ιδεολογικοπολιτικές παραμέτρους της συζήτησης που γινόταν στην ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ. «Σ´αυτά τα σχεδόν τέσσερα, χρόνια της κυβερνητικής μας διαδρομής, συναντηθήκαμε με όλα τα μεγάλα διλήμματα που μπορούν να τεθούν στην Αριστερά που κυβερνά», είπε. Και συνέχισε με δραματική ένταση: «Κανένα δεν μας λυπήθηκε: η θεωρία και η πράξη, το κράτος και ο ρόλος του, ο καπιταλισμός, ο φασισμός, η προσφυγιά, τα κινήματα, η εξουσία, η γραφειοκρατία, η εργασία, οι τράπεζες, που μετά τις πρόσφατες εξελίξεις πέρασαν μπροστά από τα μάτια μου σκηνές από την ταινία “Τα σταφύλια της οργής“, τις οποίες πρέπει να αποτρέψουμε, και πάει λέγοντας»! «Και ο καθένας από εμάς», συνέχισε, «δοκιμάστηκε μπροστά στην ανάγκη να διαχειριστούμε τις υποθέσεις της κοινωνίας σε συνθήκες κρίσης, κόντρα στις απόψεις, τις επιθυμίες ακόμη και στις ρομαντικές μας... αυταπάτες»!

Αυτά τα περί «ρομαντικών αυταπατών» έχουν γίνει καραμέλα στο στόμα του Τσίπρα και των υπόλοιπων συριζαίων από τότε που υλοποίησαν τη μνημονιακή προσαρμογή. Εμείς μιλάμε για προσαρμογή και όχι για στροφή, γιατί -όπως πλειστάκις έχουμε αποδείξει, αναλύοντας την πορεία τους- ήταν δεδομένο ότι θα προσαρμόζονταν στη μνημονιακή πολιτική. Επρεπε απλά να παίξουν προηγουμένως το θέατρο της «σκληρής αντιπαράθεσης», για να γίνει κάπως ομαλά η προσαρμογή. Εκείνο, όμως, που πρέπει να τονιστεί είναι πως σε όλες τις εκδοχές του συριζαϊκού λόγου, είτε στη χυδαία του Πολάκη, είτε στη λαϊκοαναθεωρητική του Φλαμπουράρη, είτε στην εξευγενισμένη κάποιων όπως ο Μπαλτάς, το ίδιο σχήμα περιγράφεται: από τη μια μεριά ο ΣΥΡΙΖΑ, από την άλλη ο λαός, τον οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να κερδίσει εκλογικά.

Ο Φλαμπουράρης, αφού αναφέρθηκε στο «μείγμα πολιτικής», «που φέρεται να είναι πλέον στη δική μας ευχέρεια» (η έμφαση δική μας), κατέληξε: «Από αυτό θα κριθούμε από τους πολίτες στις επερχόμενες εκλογές αλλά και από αυτό θα κριθούμε από εμάς τους ίδιους». Μετά πέταξε και τις γνωστές μπαρούφες για τον ΣΥΡΙΖΑ «που πρέπει οπωσδήποτε να αποκρούσει τον συμβιβασμό με τα παραδοσιακά κοινοβουλευτικά ειωθότα και να διατηρήσει το ριζοσπαστισμό και την προοπτική της ανατροπής. Να παραμείνει το ελπιδοφόρο ρήγμα στο πολιτικό σύστημα, ο πρωτοπόρος εκπρόσωπος του κόσμου της εργασίας», όμως από εδώ το πήγαινε, από εκεί το έφερνε, στο τέλος κατέληγε πάλι στις εκλογές και στο πώς ο κομματικός μηχανισμός θα προετοιμαστεί για να δώσει την εκλογική μάχη.

Για τον ΣΥΡΙΖΑ το «να πάρουμε την εξουσία» σημαίνει «να μη μας την πάρουν οι πολιτικοί αντίπαλοι». Να νικήσουμε στις εκλογές. Οχι για να ακολουθήσουμε μια γραμμή «διαδοχικών ρήξεων», όπως προέβλεπε το παλιό ιδεολογικό σχήμα του ευρωαναθεωρητισμού, αλλά για να διαχειριστούμε το υπάρχον. Δηλαδή, για να διαχειριστούμε τον καπιταλισμό σε όποια φάση βρίσκεται. Γι' αυτό και ο λαός δεν τους είναι απαραίτητος παρά μόνο ως μάζα ψηφοφόρων. Και η αποτελεσματικότητά τους κρίνεται από το αν θα καταφέρουν να εξαπατήσουν αυτή τη μάζα.

Αυτά τα ιδεολογήματα δεν είναι καινούργια. Πρωτοπαρουσιάστηκαν από τη δεξιά πτέρυγα της σοσιαλδημοκρατίας (Μπερνστάιν), όσο ακόμα η σοσιαλδημοκρατία εξέφραζε το επαναστατικό εργατικό κίνημα. Λίγο πριν και κατά τη διάρκεια του πρώτου παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού πολέμου, η σοσιαλδημοκρατία τα έβαλε στο ράφι, προτάσσοντας την υπεράσπιση της ιμπεριαλιστικής «πατρίδας». Ηρθε η Οκτωβριανή Επανάσταση και τα σάρωσε, δείχνοντας έμπρακτα στο επαναστατικό προλεταριάτο τι σημαίνει παίρνω την εξουσία, γκρεμίζω τον καπιταλισμό, οικοδομώ το σοσιαλισμό. Η σοσιαλδημοκρατία αισθάνθηκε ότι δεν είχε ανάγκη από τον παλιό επαναστατικό φερετζέ. Αρχισε να διεκδικεί τη διαχείριση της αστικής εξουσίας και όποτε τα κατάφερε να κερδίσει (πάντοτε εκλογικά) αυτό το ρόλο, απέδειξε ότι τα καταφέρνει εξίσου καλά με τα παραδοσιακά αστικά κόμματα (χριστιανοδημοκρατικά και κεντρώα).

Μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο δεν κρατιόταν. Ηταν η εποχή της. Η αίγλη της σοσιαλιστικής Σοβιετικής Ενωσης, η δημιουργία του στρατοπέδου των χωρών της Λαϊκής Δημοκρατίας, η άνοδος της επιρροής των Κομμουνιστικών Κομμάτων, έκανε επιτακτική την ανάδειξη της σοσιαλδημοκρατίας ως εναλλακτικού πόλου διαχείρισης της αστικής εξουσίας, ώστε μέσα από μια «λελογισμένη» πολιτική παραχωρήσεων στο εργατικό κίνημα, να οικοδομήσει έναν πόλο ταξικής συνεργασίας σε κάθε χώρα, φράζοντας το δρόμο στην ενίσχυση του επαναστατικού εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος.

Η αντεπαναστατική στροφή στην ΕΣΣΔ και στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα δημιούργησε ένα μεγάλο αναθεωρητικό στρατόπεδο, το οποίο άρχισε στη συνέχεια να διασπάται. Ενα ρεύμα του στη δυτική Ευρώπη, ο λεγόμενος «ευρωκομμουνισμός» έβαλε πλώρη για την αστική εξουσία, ως συμπλήρωμα της σοσιαλδημοκρατίας (Γαλλία) ή και της χριστιανοδημοκρατίας (Ιταλία). Ηταν τόση η ξεφτίλα αυτού του ρεύματος, απ' όταν πλησίασε πολύ στην αστική εξουσία, που στο εσωτερικό του δημιουργήθηκε ένα υπορεύμα («αριστερός ευρωκομμουνισμός»), που προσπάθησε με διάφορα ιδεολογικά φληναφήματα να δημιουργήσει έναν πόλο διακριτό από τη σοσιαλδημοκρατία. Εναν πόλο που πρέσβευε την… ανατροπή του καπιταλισμού μέσα από μεταρρυθμίσεις που θα είχαν το χαρακτήρα «διαδοχικών ρήξεων». Σ' αυτό το υπορεύμα ανήκε ο «ΣΥΡΙΖΑ του 4%». Ηδη σε όλη σχεδόν την Ευρώπη αυτό το υπορεύμα, με τις πάμπολλες αποχρώσεις, είχε καταλήξει να ονομάζεται «ριζοσπαστική Αριστερά».

Ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν το πρώτο κομμάτι αυτού του ρεύματος που είδε να του χαμογελάει η αστική εξουσία, χάρη στις τεκτονικές αλλαγές που έφερε στον ελληνικό αστικό πολιτικό χάρτη η μνημονιακή εποχή. Ετσι, μέσα σε ένα εξάμηνο, είχαμε την ευκαιρία να δούμε να εξατμίζεται όλη η ιδεολογική περιουσία αυτού του ρεύματος. Τα ιδεολογήματα με τα οποία γαλουχήθηκαν γενιές και γενιές ευρωαναθεωρητών βαφτίστηκαν «ρομαντικές αυταπάτες». Κατασκευάστηκαν νέα ιδεολογήματα, που όμως δεν έχουν τη λαμπρότητα των παλιών, καθώς όλα συντείνουν σε ένα σκοπό: «να μη χάσουμε την εξουσία». Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι πλέον ένα καθαρόαιμο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, που έχει μάθει την «τέχνη του εφικτού» (για να θυμηθούμε τον Ανδρέα Παπανδρέου). Τα στελέχη του μετεωρίζονται  ανάμεσα στον χυδαίο μουσολινισμό του Πολάκη και τον «καφενειακό» ευρωαναθεωρητισμό του Φλαμπουράρη.

Δείτε όμως πώς συντάσσεται όλος ο κομματικός μηχανισμός πίσω από την κυβερνητική γραμμή; Ακόμα κι εκείνοι που τους είχαμε συνηθίσει χρόνια τώρα σε ηχηρούς ριζοσπαστικούς (ου μην και αντικαπιταλιστικούς) βερμπαλισμούς. Αρκεί κάποια ρύθμιση για το γάμο των ομοφυλόφιλων ή για την κατασκευή τζαμιού για να αισθανθούν απόλυτα δικαιωμένοι, απόλυτα ήσυχοι με τη συνείδησή τους. Ο καπιταλισμός που παραμένει αλώβητος, η κινεζοποίηση του λαού, που έχουν δεσμευτεί ότι θα φροντίσουν ως κόρην οφθαλμού, τους αφήνει ασυγκίνητους. Μεγάλη υπόθεση η νομή της αστικής εξουσίας (ιδιαίτερα μετά από χρόνια δίψας).

Πέτρος Γιώτης
Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2018