Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2018 | 13:05

ΕπικαιρότηταPointer

Ιταλία

Προϋπολογισμός λιτότητας και όχι «αντίστασης»

Small_img_31651
Η κρίση στην Ιταλία έχει προκαλέσει μεγάλη ανησυχία εντός ΕΕ. Η νέα κυβέρνηση του φαινομενικά ετερόκλητου σχήματος των νεοφασιστών του Σαλβίνι και των «αντισυστημικών» πεντάστερων τυχοδιωκτών του Ντι Μάιο (γιου δημοτικού συμβούλου του πάλαι ποτέ νεοφασιστικού κόμματος MSI), εμφανίζεται να αντιστέκεται στην πίεση της Κομισιόν για περισσότερη λιτότητα. Από δίπλα το ΔΝΤ κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τη συνεχή χειροτέρευση των οικονομικών του ξεδοντιασμένου ιταλικού γίγαντα. Τι μέλλει γενέσθαι λοιπόν; Ας δούμε τι συμβαίνει με βάση τις τελευταίες εξελίξεις.

Τρίζει τα δόντια το ΔΝΤ

«Η συμβουλή μας για την Ιταλία είναι σταθερή επί σειρά ετών. Ο κύριος παράγοντας της δημοσιονομικής πολιτικής είναι ότι μία αξιόπιστη και ευμεγέθης σταθερότητα είναι απαραίτητη μεσοπρόθεσμα για να εξασφαλίσει τα δημόσια οικονομικά και να θέσει το λόγο του χρέους προς το ΑΕΠ σε σταθερή καθοδική πορεία. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, δεδομένου ότι είναι πολύ σημαντικό για την Ιταλία να είναι σε θέση να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στους καθοδικούς κινδύνους σε περίπτωση που πραγματοποιηθούν. Υπογραμμίζουμε, επίσης, ότι η υγεία των δημόσιων οικονομικών της Ιταλίας είναι επίσης ένας σημαντικός ακρογωνιαίος λίθος για την οικονομική σταθερότητα στη χώρα. Και συμφωνούμε πάρα πολύ με όλους όσοι θεωρούν ότι η ανάπτυξη ήταν πολύ απογοητευτική στην Ιταλία για πολλά χρόνια. Βλέπουμε δομικές μεταρρυθμίσεις, μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, δομικές μεταρρυθμίσεις στην αγορά προϊόντων και υπηρεσιών καθώς και αλλαγές, για παράδειγμα σε διαδικασίες αφερεγγυότητας. Και οι μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση αποτελούν παράγοντες-κλειδιά για αυτές τις δομικές μεταρρυθμίσεις». Με αυτά τα λόγια σχολίασε ο διευθυντής του τμήματος Δημοσιονομικών Υποθέσεων του ΔΝΤ, Βίτορ Γκάσπαρ, την οικονομική κρίση που έχει ξεσπάσει στην Ιταλία, στη συνέντευξη Τύπου που δόθηκε την προηγούμενη βδομάδα (10/10) πάνω στα δημοσιονομικά θέματα.

To ΔΝΤ, στην τελευταία τριμηνιαία έκθεσή του για την παγκόσμια οικονομία (World Economic Outlook), που δημοσιεύτηκε πρόσφατα, μείωσε κι άλλο τις προβλέψεις του για την ανάπτυξη της ιταλικής οικονομίας (βλ. https://www.imf.org/en/Publications/WEO/Issues/2018/09/24/world-economic-outlook-october-2018). Από 1.5%, που αυξήθηκε το 2017 το ιταλικό ΑΕΠ, η αύξηση αναμένεται να μειωθεί στο 1.2% για το 2018 και στο 1% για το 2019, με την πτωτική πορεία να προβλέπεται ότι θα συνεχιστεί μέχρι το 2023, όταν το ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα αυξηθεί μόλις κατά 0.7%. Το ΔΝΤ βασίζει τη μείωση των προβλέψεων (σε σχέση με αυτές του περασμένου Απρίλη) στην επιδείνωση της εξωτερικής και εσωτερικής ζήτησης και στην αβεβαιότητα της νέας κυβερνητικής πολιτικής.

Το Ταμείο ζητά περισσότερα αντεργατικά μέτρα από την ιταλική κυβέρνηση. Αναφέρει: «Στην Ιταλία, οι προηγούμενες εργασιακές και συνταξιοδοτικές μεταρρυθμίσεις θα έπρεπε να διατηρηθούν και να παρθούν περισσότερα μέτρα, όπως η αποκέντρωση των μισθολογικών διαπραγματεύσεων για να ευθυγραμμιστούν οι μισθοί με την παραγωγικότητα σε επίπεδο επιχείρησης». Παλιά τους τέχνη κόσκινο.

Προειδοποιούν οι Γερμανοί

Στο ίδιο μήκος κύματος είναι και οι δηλώσεις του επικεφαλής του οικονομικού ινστιτούτου Ifo του Μονάχου Κλέμενς Φουστ, στη γερμανική ραδιοφωνία. Ο Φουστ έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για τη διόγκωση του ιταλικού χρέους, που έχει φτάσει τα 2.3 τρισ. ευρώ, με το ακαθάριστο χρέος να φτάνει στο 130% του ΑΕΠ, ποσοστό κατά 27 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο από το μέσο όρο της προηγούμενης δεκαετίας και μιάμιση φορά επάνω από το μέσο όρο της Ευρωζώνης. Αυτό, είπε ο Φουστ, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος του χρέους (κρατικά ομόλογα) βρίσκεται στα χέρια ιταλικών τραπεζών, κάνει το μείγμα εκρηκτικό, δημιουργώντας ένα φαύλο κύκλο «κακών τραπεζών», λόγω της μείωσης της αξίας των κρατικών ομολόγων, εξαιτίας της ανησυχίας των επενδυτών για την ασφαλή αποπληρωμή τους, που οδηγεί στη μείωση της δανειοδότησης των επιχειρήσεων και των καταναλωτών και χειροτερεύοντας ακόμα περισσότερο τα δημόσια οικονομικά.

Η κυβερνητική «αντίσταση»

Ετσι, η άρνηση της νέας ιταλικής κυβέρνησης να δεσμευτεί στη μείωση του ελλείμματος στο 0,8% (πράγμα για το οποίο είχε συμφωνήσει με την Κομισιόν η προηγούμενη κυβέρνηση) και η έγκριση από την κυβέρνηση του σχεδίου προϋπολογισμού του 2019 με έλλειμμα 2,4% (τριπλάσιο από το συμφωνημένο) πλασάρεται σαν «αντίσταση» στη βάρβαρη Κομισιόν και τους τεχνοκράτες του ΔΝΤ.
Ομως, η μείωση του ελλείμματος στο 0.8% του ΑΕΠ, που η προηγούμενη ιταλική κυβέρνηση είχε συμφωνήσει με την Κομισιόν, όπως αναφέρει το σχέδιο προϋπολογισμού έτσι κι αλλιώς δεν ήταν δυνατόν να επιτευχθεί, λόγω της μικρότερης ανάπτυξης και των μεγαλύτερων επιτοκίων δανεισμού. Το έλλειμμα θα αυξανόταν στο 1.2% του ΑΕΠ ακόμα κι αν η νέα κυβέρνηση δεν έπαιρνε κανένα «φιλολαϊκό» μέτρο. Συνεπώς, η απόσταση μεταξύ αυτών που συμφωνήθηκαν από την προηγούμενη κυβέρνηση με την Κομισιόν με όσα τώρα νομοθετούνται δεν είναι τόσο μεγάλη, αφού το 0.8% ήταν σκέτη απάτη.

Η όποια αντίσταση δεν είναι προϊόν της φιλολαϊκής πολιτικής της νέας κυβέρνησης, αλλά προϊόν της προσπάθειάς της να προλάβει κοινωνικές εκρήξεις. Αυτό είναι που φοβάται η νέα κυβέρνηση και κάθε άλλο παρά κόπτεται για «τους Ιταλούς». Γι’ αυτό θέλει να πάρει κάποια μέτρα που να ανταποκρίνονται κατ’ ελάχιστο στις προεκλογικές δεσμεύσεις της. Πόσο όμως αυτά τα μέτρα αλλάζουν την όλη πορεία εφαρμογής της αντεργατικής λιτότητας στην Ιταλία;

Λιτότητα για τους εργάτες

Αν κοιτάξει κανείς το προσχέδιο του προϋπολογισμού, που κατέθεσε η ιταλική κυβέρνηση στην Κομισιόν (βλ. https://ec.europa.eu/info/sites/info/files/economy-finance/2018_dbp_it_en.pdf), θα δει ότι πρόκειται για έναν προϋπολογισμό λιτότητας από τον οποίο θα ωφεληθούν περισσότερο κάποιοι καπιταλιστές και λιγότερο οι εργάτες (μόνο μία μικρή μερίδα τους θα ωφεληθεί).

Οι σημαντικότερες κοινωνικές δαπάνες παραμένουν χαμηλές. Οι δαπάνες για την Παιδεία, που βρίσκονταν στο 3.6% του ΑΕΠ κατά μέσο όρο την τελευταία πενταετία (2014-2018), θα μειωθούν στο 3.5% του ΑΕΠ το 2019. Οι δαπάνες για την Υγεία επίσης θα μειωθούν, από 6.7% του ΑΕΠ που κατά μέσον όρο βρίσκονταν την τελευταία πενταετία, στο 6.5%. Τα επιδόματα ανεργίας, θα μειωθούν από το 0.8% στο 0.7% του ΑΕΠ.

Τότε για ποια φιλολαϊκή πολιτική μπορεί να γίνεται λόγος;

Τα «φιλολαϊκά» μέτρα

 Δύο ήταν τα μέτρα που διαφημίστηκαν δεόντως από την κυβερνητική προπαγάνδα. Η μείωση του φόρου στους αυτοαπασχολούμενους και τους μικρούς καπιταλιστές στο 15% και η δυνατότητα συνταξιοδότησης στα 62 μετά από 38 χρόνια ασφάλισης (αντί στα 67 έτη ή γύρω στα  41 χρόνια ασφάλισης χωρίς όριο ηλικίας).

Οσον αφορά στο πρώτο μέτρο, θα θέλαμε να σημειώσουμε τα εξής. Η μείωση των φόρων στους αυτοαπασχολούμενους και τους πολύ μικρούς καπιταλιστές (με εισοδήματα μέχρι 65 χιλιάδες ευρώ το χρόνο), μέσω της εισαγωγής ενός flat tax (οριζόντιου φόρου) ύψους 15%, ελάχιστα θα επιβαρύνει τον προϋπολογισμό (μόλις 0.03% του ΑΕΠ για το 2019 και 0.1% του ΑΕΠ για το 2020, σύμφωνα με τον πίνακα 5Α του προσχεδίου του προϋπολογισμού που κατατέθηκε στην Κομισιόν). Από αυτό το μέτρο αναμένεται όμως να κερδίσουν περισσότερο οι καπιταλιστές που ξέρουν να «μπαλαμουτιάζουν» τα οικονομικά δεδομένα και να εμφανίζονται με… χαμηλά εισοδήματα. Ετσι, από το συντελεστή 24% στα κέρδη των καπιταλιστών, που καταργείται από την 1η Γενάρη του 2019, η φορολογία θα πέσει στο 15%.

Μείωση του φορολογικού συντελεστή από το 24% στο 15% θα δουν και όσες επιχειρήσεις επανεπενδύσουν τα κέρδη τους σε «παραγωγικές επενδύσεις». Η μείωση θα αφορά μόνο τα ποσά αυτά. Το προσχέδιο του προϋπολογισμού αναφέρει ότι τα κέρδη δεν αρκεί να επενδυθούν απλά σε οικονομική ενίσχυση της επιχείρησης, όπως με την προηγούμενη φοροαπαλλαγή που καταργήθηκε. Σε αντίθεση με την φοροαπαλλαγή που καταργήθηκε, την ACE (Allowance for Corporate Equity), η οποία μείωνε το φόρο κατά ένα ποσοστό που αρχικά ήταν 4.76% (το 2016) για να μειωθεί στο 1.5% το 2018, η νέα φοροαπαλλαγή μειώνει το φόρο κατά 9 ποσοστιαίες μονάδες (από 24% σε 15%). Αρκεί οι καπιταλιστές να εμφανίσουν «παραγωγικές επενδύσεις» σε εξοπλισμό ή νέο προσωπικό.
Γι’ αυτό οι καπιταλιστές της Confindustria (ο ιταλικός ΣΕΒ) έσπευσαν να δηλώσουν διά στόματος του επικεφαλής του συνδικάτου τους, Vincenzo Boccia, «μερικώς ικανοποιημένοι» από το προσχέδιο προϋπολογισμού (βλ. https://www.reuters.com/article/us-italy-budget-confindustria/italy-industry-group-is-partially-satisfied-with-government-budget-plan-idUSKCN1ME0UM).

Από την άλλη, το «πρωτοποριακό» μέτρο για συνταξιοδότηση στα 62 μετά από 38 χρόνια ασφάλισης, το οποίο και θα κοστίσει περισσότερο στον προϋπολογισμό (γύρω στα 0.37% του ΑΕΠ το κοστολόγησαν), σίγουρα θα βελτιώσει την κατάσταση για μία μερίδα εργατών (δεν είναι ούτε λίγο ούτε εύκολο πράγμα 38 χρόνια συνεχούς ασφάλισης), όμως δε θα ανατρέψει γενικά την όλη εικόνα. Πρώτα απ’ όλα, πρόκειται για κάτι που γίνεται πρόσκαιρα και δε θα ανατρέψει την πορεία προς την αύξηση των ορίων ηλικίας που ισχύουν στην ΕΕ. Δε γνωρίζουμε, επίσης, αν αυτό το μέτρο θα συνδυαστεί με μείωση των συντάξεων (αν αυτό δε γίνει τώρα, θα γίνει σίγουρα μακροπρόθεσμα).

Με όχημα το χρέος

Ενα πράγμα δε θα πρέπει να ξεχνάμε. Οτι η έκρηξη του δημόσιου χρέους αποτελεί πάντοτε ένα εργαλείο για την παραπέρα απομύζηση υπεραξίας, μέσω της αύξησης της φορολογίας των εργαζόμενων. Αυτό το είχε αναλύσει ο Μαρξ από την εποχή της… παιδικής ηλικίας του καπιταλισμού και συνεχίζεται κανονικά μέχρι σήμερα. Το πώς θα χρησιμοποιηθεί αυτό το εργαλείο και ποια θα είναι η έκταση των αντεργατικών μέτρων ποικίλλει από χώρα σε χώρα, ανάλογα με την οικονομική δύναμη του κεφαλαίου της και την πορεία της ταξικής πάλης, της αντίστασης των εργατών.
 Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα η Ιαπωνία, που έχει το μεγαλύτερο χρέος από τις αναπτυγμένες χώρες στον κόσμο (ποσοστό 238% του ΑΕΠ ήταν το ακαθάριστο χρέος το 2018). Η Ιαπωνία όμως είναι μία ιμπεριαλιστική χώρα με αυξημένη οικονομική δύναμη στη νοτιοανατολική Ασία και κανείς δεν της επέβαλε μέτρα αντίστοιχα π.χ. με αυτά που επιβλήθηκαν στην εξαρτημένη Ελλάδα που έχει πολύ μικρότερο χρέος.

Φυσικά, η Ιταλία δεν είναι Ελλάδα για να την κάνουν ό,τι θέλουν, όμως η επιδείνωση της οικονομικής κρίσης στο εσωτερικό την κάνει πιο ευάλωτη στις πιέσεις των ανταγωνιστών «συμμάχων» της, που επιδιώκουν να στριμώξουν τη νέα ιταλική κυβέρνηση ώστε να υποταχτεί και να αποδεχτεί αυστηρούς δημοσιονομικούς κανόνες. Το πόσο θα το πετύχουν θα το δούμε στην πορεία.
Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2018