Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2018 | 20:16

ΕπικαιρότηταPointer

Βραζιλία: Η σοσιαλδημοκρατία υπεύθυνη για την άνοδο του φασισμού

Μπορεί ο φασίστας πρώην στρατιωτικός, Ζαΐρ Μπολσονάρου, να μην κατόρθωσε να εκλεγεί από τον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών στη Βραζιλία, το γεγονός όμως ότι απέσπασε το 46% των ψήφων (πάνω από τις προβλέψεις και με μεγάλη διαφορά από τον αντίπαλό του, Φερνάντο Χαντάντ, πρώην υπουργό Παιδείας της σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης Λούλα, που πήρε 29%), σε προεδρικές εκλογές που είχαν μεγάλη συμμετοχή (της τάξης του 80% περίπου) δείχνει τη μεγάλη κατάπτωση της βραζιλιάνικης κοινωνίας. Ο Μπολσονάρου, απροκάλυπτος νοσταλγός της χούντας (τον αποκαλούν και «Φρανκεστάιν της Βραζιλίας»), ενήργησε με τον κλασικό τρόπο που ενεργούν οι φασίστες. Παρουσιάστηκε ως «αντισυστημικός» και πάτησε πάνω στη χρεοκοπία της σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης του Λούλα και στη συνέχεια της Ρούσεφ, που βουτήχτηκαν στα σκάνδαλα τη στιγμή που ο λαός εξακολουθούσε να πεινάει. Αν και το κόμμα του ονομάστηκε ψευδεπίγραφα «Σοσιαλιστικό Φιλελεύθερο» (το οποίο επίσης κατέγραψε μία εντυπωσιακή άνοδο, κερδίζοντας στις βουλευτικές εκλογές, που έγιναν ταυτόχρονα, 52 έδρες έναντι 8 που είχε και κατέκτησε τη δεύτερη θέση), ο ίδιος δήλωσε ότι η Βραζιλία θα πρέπει να παραμείνει μακριά από το σοσιαλισμό αν δε θέλει να καταλήξει σαν τη Βενεζουέλα. Σύμφωνα δε με το πρόγραμμά του, όσοι κατέχουν γη χωρίς νόμιμα χαρτιά (π.χ. στις φαβέλες) θα κατηγορηθούν για… τρομοκρατία!
 
Η χρεοκοπία του «αριστερού» Λούλα έφερε στην εξουσία την πρώην αντάρτισσα και «αριστερή» Ρούσεφ, η οποία αποπέμφθηκε από το προεδρικό αξίωμα μετά από τις κατηγορίες ότι «μαγείρεψε» τα οικονομικά στοιχεία για να φαίνονται καλά. Φυσικά, αυτό ήταν το πρόσχημα, γιατί όλες οι κυβερνήσεις το κάνουν. Η πραγματική αιτία ήταν το βάθεμα της οικονομικής κρίσης και η τεράστια διαφθορά που αποκαλύφθηκε με το σκάνδαλο με τις μίζες στην κρατική εταιρία Petrobras.
 
Ο Τεμέρ που τη διαδέχτηκε ήταν κι αυτός κυβερνητικός εταίρος της Ρούσεφ και διετέλεσε υπουργός στην κυβέρνησή της για ένα χρόνο. Στη νέα κυβέρνηση που σχημάτισε ο Τεμέρ, μετά από την άνοδό του στον προεδρικό θώκο, στρογγυλοκάθισαν και άλλα «μπουμπούκια» της σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης Ρούσεφ.
 
Πριν από ενάμιση χρόνο (το Μάη του 2017), η Βραζιλία βρέθηκε στα πρόθυρα της εξέγερσης. Για πρώτη φορά μετά από 21 χρόνια έγινε γενική απεργία και στη συνέχεια χιλιάδες διαδηλωτές συγκρούστηκαν με τις δυνάμεις καταστολής στην πρωτεύουσα, Μπραζίλια, διαμαρτυρόμενοι για την πολιτική σκληρής λιτότητας και μεγάλων περικοπών στις συντάξεις, βάζοντας φωτιά στο υπουργείο Γεωργίας και προκαλώντας καταστροφές και σε άλλα υπουργεία, με αποτέλεσμα ο Τεμέρ να κατεβάσει το στρατό και η αστυνομία να τους πνίξει στα χημικά και στις πλαστικές σφαίρες.
 
Η σαπίλα του αστικού πολιτικού συστήματος της Βραζιλίας, σε συνδυασμό με την όξυνση της οικονομικής κρίσης που εξακολουθεί να τη μαστίζει και τα βάρβαρα αντιλαϊκά μέτρα της κυβέρνησης Τεμέρ (μέτρα που χαρακτηρίστηκαν από αξιωματούχους του ΟΗΕ ως τα πιο κοινωνικά ανάλγητα στον κόσμο), συνέθεσαν μια εκρηκτική κατάσταση που δυστυχώς οδήγησε στην άνοδο του φασισμού, με το νοσταλγό της χούντας να ετοιμάζεται να ανέβει στον προεδρικό θώκο. Σημάδια των καιρών, όσο καθυστερεί η πολιτική συγκρότηση των επαναστατικών κινημάτων.
 
Ομως κι ο Μπολσονάρου, αν κατορθώσει να εκλεγεί, θα φθαρεί σύντομα, γιατί η Βραζιλία δεν έχει την οικονομική δύναμη της ναζιστικής Γερμανίας που κατόρθωσε να πλασάρει το μοντέλο της «ισχυρής Γερμανίας» σε πλατιά λαϊκά και μικροαστικά στρώματα. Σύμφωνα με δημοσκόπηση της BNP Paribas (βλ. https://globalmarkets.bnpparibas.com/r/2018_ElectionTracker.pdf?sst=BHGjAkQ5PTh47QCQ5Ry5g&stream=true), οι περισσότεροι ψηφοφόροι θεωρούν ότι οι προτεραιότητες της επόμενης κυβέρνησης θα πρέπει να είναι η βελτίωση των υπηρεσιών υγείας, η αύξηση του κατώτατου μισθού, η μείωση του πληθωρισμού και των φόρων και η αύξηση των θέσεων εργασίας. Η καταπολέμηση του εγκλήματος βρίσκεται στην ένατη θέση των προτεραιοτήτων. Αυτό σημαίνει ότι ο λαός θα περιμένει από τη νέα κυβέρνηση πράξεις, που ο Μπολσονάρου δε θα πραγματοποιήσει γιατί δεν είναι στη λογική της ακροδεξιάς κυβέρνησης να αυξάνει τους μισθούς υποσκάπτοντας την «ανταγωνιστικότητα» της χώρας (αφού ανταγωνιστικότητα σημαίνει φτηνά μεροκάματα στον καπιταλισμό).
 
Αυτό φυσικά δε σημαίνει ότι θα πρέπει να υποβαθμίσουμε τον κίνδυνο του φασισμού στη χώρα. Αντίθετα, ο κίνδυνος αυτός θα φέρει νέα δεινά στην εργατική τάξη, ειδικά όταν αποφασίσει να αντιδράσει. Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι αυτοί που ευθύνονται για την άνοδο του φασισμού δεν είναι παρά οι «αριστεροί» σοσιαλδημοκράτες που διαχειρίστηκαν την κρίση για λογαριασμό του κεφαλαίου. Η δική τους χρεοκοπία οδήγησε στην άνοδο του φασισμού.
 
ΥΓ. Το «Κ»Κ Βραζιλίας στήριξε τον σοσιαλδημοκράτη Χαντάντ (που αντικατέστησε τον Λούλα στο σοσιαλδημοκρατικό «Κόμμα των Εργαζομένων»). Εβαλε μάλιστα βουλευτίνα του, τη Μανουέλα Ντ’ Αβίλα, να κατέβει σαν αντιπρόεδρος μαζί με τον Χαντάντ. Η χρεοκοπία της σοσιαλδημοκρατίας δεν πτόησε τους «κομμουνιστές». Συνεχίζουν να αποτελούν δεκανίκι της!
 
 
Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2018