Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου 2018 | 20:53

ΕπικαιρότηταPointer

Πολιτική κρίση στη Γερμανία: Κλονίζονται οι βεβαιότητες



Ο Τσίπρας θα έλεγε «too hard to die». Αλλοι θυμούνται το γνωστό ρητό της αμερικάνικης μουσικής σκηνής: «Η παράσταση δεν τελειώνει αν δεν τραγουδήσει η χοντρή κυρία». Και άλλοι παραφράζουν τον Γκάρι Λίνεκερ: «Στο τέλος κερδίζει πάντα η Μέρκελ». Βιάστηκαν να πανηγυρίσουν, μετά τη συμφωνία Μέρκελ-Ζεεχόφερ, CDU-CSU. Ο τρίτος εταίρος του κυβερνητικού συνασπισμού, οι σοσιαλδημοκράτες του SPD, μια μέρα μετά τη συμφωνία των δύο δεξιών κομμάτων, ανέβηκαν στα κεραμίδια και άρχισαν να σκούζουν σαν γάτοι σε οίστρο. Εκτιμούμε ότι η Μέρκελ θα «τα καταφέρει» και με τον έτερο κυβερνητικό της εταίρο, όμως αυτό δε σημαίνει τίποτα. Η Γερμανία βρίσκεται σε πολιτική κρίση, γι' αυτό και αναμένονται κι άλλα παρόμοια επεισόδια.
 
Η καλή μέρα φαίνεται από το πρωί. Αυτό δεν μπορεί να το πει κανείς για την τέταρτη θητεία της Μέρκελ. Η νίκη της το φθινόπωρο του 2017 υπήρξε οριακή, αμφισβητήθηκε έντονα και αν υπήρχε μια πολιτική προσωπικότητα της Δεξιάς με κάποια οντότητα, θα της είχε πάρει την ηγεσία με σχετική ευκολία. Αυτό το ξεπέρασε σχετικά εύκολα, όμως για να σχηματίσει κυβέρνηση χρειάστηκε μισό χρόνο. Πρώτα δοκίμασε με τον συνασπισμό «Τζαμάικα» (με σύμμαχο το νεοφιλελεύθερο FDP) και τελικά κατέληξε στους παραζαλισμένους (από την έκταση της εκλογικής τους ήττας) σοσιαλδημοκράτες, οι οποίοι ξεφορτώθηκαν τον Σουλτς και μετά τον Γκάμπριελ και παρέδωσαν τα ηνία στον Σολτς (υπουργός Οικονομικών) και στη Νάλες (γραμματέας του κόμματος).
 
Στα ζητήματα της εσωτερικής οικονομικής πολιτικής ο συνασπισμός δεν αντιμετώπισε προβλήματα. Στα ζητήματα της ευρωπαϊκής πολιτικής, όμως, τα τόσο σημαντικά και κρίσιμα για μια ιμπεριαλιστική δύναμη σαν τη Γερμανία, τα προβλήματα είναι πολλά και μεγάλα. Και το Μεταναστευτικό, που φαίνεται να καταδυναστεύει τώρα τον κυβερνητικό συνασπισμό της Μέρκελ και να τον απειλεί ακόμα και με πτώση, είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Πίσω από τη δημόσια εικόνα, που αποτυπώνει τις φιλοδοξίες κομμάτων και πολιτικών ηγετών, κρύβεται η όξυνση των αντιθέσεων που μαστίζουν όχι ειδικά το γερμανικό, αλλά γενικά τον ευρωπαϊκό καπιταλισμό. Η αστική δημοσιολογία, όμως, έχει συνηθίσει σε μια τέτοια παρουσίαση της πολιτικής Ιστορίας, στην οποία υπάρχουν μόνο πολιτικοί ηγέτες, πολιτικά κόμματα και οι βουλήσεις τους.
 
Οι βεβαιότητες του παραδοσιακού πολιτικού συστήματος στις ευρωπαϊκές χώρες κλονίζονται. Οι δυο μεγάλες παρατάξεις, συντηρητικοί (με όποιο όνομα κι αν εμφανίζονται) και σοσιαλδημοκράτες, υπεύθυνες για την άσκηση μιας σκληρής μονεταριστικής πολιτικής εδώ και τουλάχιστον μια εικοσαετία, αλλά και συνεχών ανατροπών υπέρ του κεφαλαίου στον εργασιακό τομέα, βλέπουν την επιρροή τους να συρρικνώνεται. Την ογκούμενη εργατική δυσαρέσκεια μεταφράζουν σε εκλογική στήριξη μια σειρά ακροδεξιοί και τυχοδιώκτες, που μέχρι πριν από μερικά χρόνια αποτελούσαν απλά ένα γραφικό συμπλήρωμα του αστικού πολιτικού χάρτη, στον οποίο ο χώρος που άφηναν συντηρητικοί και σοσιαλδημοκράτες (που εναλλάσσονταν στην κυβερνητική εξουσία) ήταν ελάχιστος. Τα ρεύματα αυτά τραβούν ψήφους από την εργατική τάξη, έχουν όμως στο πλευρό τους σημαντικά τμήματα των μεσαίων στρωμάτων (που έχουν στριμωχτεί πολύ από την κρίση), αλλά είναι σίγουρο ότι παίρνουν υποστήριξη και από τμήματα της αστικής τάξης.
 
Φυσικά, όταν αυτά τα ρεύματα βρεθούν στην εξουσία, βγάζουν τη λαϊκιστική μάσκα και παρουσιάζονται σαν αυτό που είναι: λακέδες του κεφαλαίου. Για παράδειγμα, ο «παράξενος» συνασπισμός του λαϊκίστικου-τυχοδιωκτικού Κινήματος 5 Αστέρων και της νεοφασιστικής Λέγκα στην Ιταλία, ξέχασε όλες τις προεκλογικές υποσχέσεις μόλις πήρε την άδεια να σχηματίσει κυβέρνηση. Ο ακροδεξιός (στα όρια του ναζισμού) Κουρτς στην Αυστρία είναι αυτός που θεσπίζει την ημερήσια εργασία μέχρι και 12 ώρες (έως και 60 την εβδομάδα), δίνοντας στο κεφάλαιο την ευκαιρία να «φτηνήνει» τους εργάτες, αφού δε θα πληρώνει υπερωρίες αλλά θα «διευθετεί» την εργασία στο χρόνο με «ευέλικτο» τρόπο.
 
Ομως, αυτά τα ρεύματα δεν έχουν κυβερνήσει, δεν έχουν υποστεί αυτό που ονομάζεται «πολιτική φθορά» και επομένως έχουν όλη την άνεση να δημαγωγούν. Και η δημαγωγία τους παίρνει «διαταξικά» χαρακτηριστικά. Δηλαδή, προβάλλουν αιτήματα που μπορούν να ικανοποιήσουν τις εργατικές μάζες (π.χ. «όχι στη δημοσιονομική λιτότητα») και αιτήματα που εκφράζουν τμήματα της αστικής τάξης (π.χ. «όχι στη γερμανική Ευρώπη»). Ετσι, οι κυρίαρχες αστικές πολιτικές δυνάμεις βρίσκονται μπροστά σε ένα δισεπίλυτο πολιτικό παζλ. Δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τα «ευρωσκεπτικιστικά» ρεύματα αν δεν ασκήσουν πολιτική που να προσεγγίζει το λαϊκιστικό τους λόγο, αλλά δεν μπορούν να ασκήσουν τέτοια πολιτική γιατί αυτή έρχεται σε αντίθεση με τα συμφέροντα της αστικής τάξης που υπηρετούν.
 
Δείτε, για παράδειγμα, τι συνέβη με τον -πάντοτε σταθερό- γερμανογαλλικό άξονα. Επί έξι μήνες η Μέρκελ πάσχιζε να σχηματίσει κυβέρνηση, ενώ ο Μακρόν αλώνιζε την Ευρώπη και εμφανιζόταν ως ο μέγας οραματιστής, που έχει ένα φεντεραλιστικό σχέδιο, στηριγμένο στην αλληλεγγύη ανάμεσα στις χώρες της Ευρωζώνης. Φυσικά, όλοι καταλάβαιναν πως πίσω από την «αλληλεγγύη», που τάχαμου πρέσβευε ο Μακρόν, κρυβόταν απλώς τα ιδιοτελή συμφέροντα του γαλλικού ιμπεριαλισμού, που βρήκε την ευκαιρία να ζητήσει «κάτι παραπάνω» από τον πιο σταθερό πολιτικό και οικονομικό του σύμμαχο. Μόλις η Μέρκελ σχημάτισε κυβέρνηση, οι δυο πόλοι του γερμανογαλλικού άξονα άρχισαν τις «συνεργασίες» και κατέληξαν σε ένα κοινό σχέδιο. Οχι βέβαια σ' αυτό που «προμοτάριζε» ο Μακρόν με τις ομιλίες του, αλλά σ' αυτό που μπορούσε να «ανεχθεί» ο γερμανικός ιμπεριαλισμός σ' αυτή τη φάση. Καρδιά αυτού του σχεδίου είναι  η δημιουργία ενός νέου μηχανισμού εκχώρησης δανείων (κάτι σαν το «πακέτο Γιούνκερ» επαυξημένο), από το οποίο τη μερίδα του λέοντος θα πάρουν τα γερμανικά και τα γαλλικά μονοπώλια, με τους υπόλοιπους να αρκούνται σε κάποια ψίχουλα. Εννοείται πως το σχέδιο δεν περιλαμβάνει τίποτα για χαλάρωση της σκληρής δημοσιονομικής πολιτικής, που ζητούν άλλες χώρες, όπως ας πούμε η Ιταλία.
 
Κι ενώ το νέο σχέδιο του γερμανογαλλικού άξονα θα έμπαινε στο τραπέζι της συνόδου κορυφής του περασμένου Σαββατοκύριακου, βρέθηκαν να συζητούν αποκλειστικά για το Μεταναστευτικό. Και δεν το έκανε κύριο θέμα της συνόδου κορυφής ο Κόντε (αυτός απλώς προκάλεσε κάποια εμπλοκή που τους έκανε να ξενυχτίσουν μέχρι να καταλήξουν σε συμφωνία), αλλά η Μέρκελ, η οποία βρισκόταν υπό την απειλή τελεσιγράφου από τον πρόεδρο του «αδελφού» κόμματος CSU και υπουργό Εσωτερικών στην κυβέρνησή της. Ο Ζεεχόφερ, πιεζόμενος από την ακροδεξιά AfD, που έχει κάνει σημαία της το Μεταναστευτικό, είχε δώσει διορία (!) στην καγκελάριο μέχρι την 1η Ιούλη να του φέρει «ευρωπαϊκή λύση», αλλιώς -έλεγε- θα έπαιρνε απόφαση για «κλείσιμο» των γερμανικών συνόρων, διεξαγωγή ελέγχων σ' αυτά και άμεσες απελάσεις όσων προσφύγων έχουν καταγραφεί σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
 
Ο Ζεεχόφερ ζητούσε από τη Μέρκελ να του φέρει από τη σύνοδο κορυφής «ισοδύναμο αποτέλεσμα» σε σχέση με το δικό του σχέδιο. Η Μέρκελ χαρακτήρισε την απόφαση της συνόδου κορυφής «πολύ καλή», επιμένοντας ότι ολόκληρο το πακέτο, αλλά κυρίως η απόφαση για δημιουργία στρατοπέδων συγκέντρωσης στη Βόρεια Αφρική και αλλού είναι . «ισοδύναμο αποτέλεσμα» Ο Ζεεχόφερ δήλωσε ότι η απόφαση «δεν είναι ισοδύναμου αποτελέσματος», η συνάντησή του με τη Μέρκελ το Σάββατο το βράδυ κατέληξε σε ναυάγιο, ενώ διένειμε στην ηγεσία της CSU ένα «Σχέδιο Μετανάστευσης» που περιλάμβανε και τις άμεσες απελάσεις στα γερμανικά σύνορα (αυτές που είχε εξαγγείλει για εφαρμογή από  1ης Ιούλη).
 
Κυκλοφόρησαν φήμες ότι ο Ζεεχόφερ παραιτείται από υπουργός Εσωτερικών και από πρόεδρος της CSU, τα άλλα στελέχη του κόμματος πιάστηκαν απροετοίμαστα (ο πρωθυπουργός της Βαυαρίας Ζέντερ και ο πρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας Ντόμπριντ) και μπροστά στον κίνδυνο να καταρρεύσει ο κυβερνητικός συνασπισμός και ενδεχομένως να διασπαστεί η CSU, άρχισε νέος γύρος διαπραγματεύσεων που κατέληξε σε συμφωνία, η οποία προβλέπει τη δημιουργία «κέντρων τράνζιτ» στη Βαυαρία, στα οποία θα «μπουζουριάζονται»  οι αιτούντες άσυλο, οι αιτήσεις τους θα εξετάζονται με συνοπτικές διαδικασίες και θα επιστρέφονται στις χώρες όπου καταγράφηκαν. «Ετσι διατηρείται το πνεύμα συνεργασίας στην ΕΕ και ελέγχεται η δευτερογενής μετανάστευση», δήλωσε η Μέρκελ, χαρακτηρίζοντας «πολύ καλή» και τη συμφωνία με τον Ζεεχόφερ.
 
Οπως το ταγκό θέλει δύο, έτσι και οι λεγόμενες επαναπροωθήσεις «δευτερογενών» μεταναστών θέλουν δύο. Υπάρχει η χώρα που επαναπροωθεί, αλλά πρέπει να το δέχεται και η χώρα πρώτης απογραφής του μετανάστη. Υπάρχει περίπτωση ο νεοφασίστας Σαλβίνι, υπουργός Εσωτερικών της Ιταλίας και υπεύθυνος για τη μετανάστευση, να δεχτεί να του στείλει πίσω μετανάστες ο Ζεεχόφερ; Ο άλλος με τον οποίο ο Ζεεχόφερ πρέπει να… χορέψει ταγκό είναι ο ομοϊδεάτης του (ακροδεξιός) Κουρτς της Αυστρίας. Η πλάκα είναι πως τόσο ο Σαλβίνι όσο και ο Κουρτς είχαν υποστηρίξει δημόσια τον Ζεεχόφερ όσο αυτός συγκρούονταν με την (υποτιθέμενη) «ευρωπαϊκή λύση» της Μέρκελ, αντιπαραθέτοντας σ' αυτήν τη δική του «εθνική λύση». Ο Κουρτς είχε συναντηθεί με τον Ζεεχόφερ στο Βερολίνο και είχε δηλώσει ότι «κατά τη γνώμη μας χρειαζόμαστε έναν άξονα βούλησης στη μάχη ενάντια στην παράνομη μετανάστευση», ενώ ο Σαλβίνι είχε εκφράσει την υποστήριξή του στις θέσεις του Ζεεχόφερ σε τηλεφωνική τους επικοινωνία. Τώρα, θα πρέπει να δέχονται τους μετανάστες που θα «ξεσκαρτάρει» στα βαυαρικά «κέντρα τράνζιτ» ο Ζεεχόφερ. Δε νομίζουμε πως θα το κάνουν, όμως ο Ζεεχόφερ θα έχει να επιδεικνύει στον βαυαρικό εθνικιστικό και ρατσιστικό όχλο τα στρατόπεδα συγκέντρωσης που θα κατασκευάσει, όπως οι ναζί έδειχναν με καμάρι το Νταχάου στο Μόναχο, ελπίζοντας ότι θα τους κερδίσει και δε θα τους χάσει από την ακόμα πιο ακροδεξιά AfD.
 
Γιατί, άραγε, η Μέρκελ έδειξε αρχικά τόση ακαμψία, επιμένοντας σ' αυτό που η ίδια ονόμασε «ευρωπαϊκή λύση»; Μήπως επειδή ανήκει στο «μέτωπο λογικής για τη συντονισμένη διαχείριση της μεταναστευτικής κρίσης στη βάση αρχών», όπως είπε ο Τσίπρας; Οχι βέβαια. Ως ηγέτιδα της ιμπεριαλιστικής Γερμανίας, δηλαδή ενός κράτος εξ ορισμού εξωστρεφούς, η Μέρκελ πρέπει να κρατήσει ισορροπίες με άλλες χώρες. Οχι μόνο με τις χώρες της ΕΕ, αλλά και με την Τουρκία, ακόμα και με τις χώρες προέλευσης ή διέλευσης των μεταναστευτικών ροών. Από την άλλη, βλέποντας ρεαλιστικά την πραγματικότητα, γνωρίζει ότι τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει τις μεταναστευτικές ροές. Αναζητά, λοιπόν, το κατάλληλο μείγμα πολιτικής, που θα εμπλέκει όσο το δυνατόν περισσότερες χώρες (αν όχι το σύνολο) σε μια κοινή διαχείριση του Μεταναστευτικού. Δεν αναζητά λύση (γιατί ξέρει ότι λύση δεν μπορεί να υπάρξει), αλλά όσο γίνεται πιο αποτελεσματική διαχείριση. Με την καταστολή στο κέντρο αυτής της διαχείρισης, φυσικά, αλλά παράλληλα και με κάποιο διαμοιρασμό του «βάρους» ανάμεσα στις διάφορες χώρες της ΕΕ.
 
Η λύση της εξίσωσης είναι δύσκολη, όμως αυτός είναι ο μόνος ρεαλιστικός δρόμος για να παραμείνει η Γερμανία ηγέτρια δύναμη στην Ευρωζώνη. Δεν είναι τυχαίο ότι τη συμβιβαστική πρόταση της Γερμανίας στη σύνοδο κορυφής υποστήριξε στο τέλος και η Ιταλία. Αντίθετα, ο Ζεεχόφερ σ' αυτή τη φάση ενδιαφέρεται μόνο για το εκλογικό σκορ που θα καταγράψει το κόμμα του στις εκλογές του φθινόπωρου στη Βαυαρία. Το ίδιο και οι σοσιαλδημοκράτες που, αφού άφησαν τη Μέρκελ να διαχειριστεί την κρίση με το «αδελφό κόμμα», φροντίζοντας στη διάρκεια αυτής της διαχείρισης να τη θωρακίσουν πολιτικά (το SPD ξεκαθάρισε πως δε δέχεται την εκλογή άλλου καγκελάριου -πέραν της Μέρκελ- από αυτή τη Βουλή), «θυμήθηκε» να διαμαρτυρηθεί εκ των υστέρων.
 
Μια ματιά στα δημοσκοπικά ποσοστά του, όμως, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το SPD δεν έχει τα κότσια να αποχωρήσει από την κυβέρνηση του «μεγάλου συνασπισμού». Το κόμμα που το 1998 είχε 40,9%, το 2018 έπεσε στο 20,5%, ενώ οι δημοσκοπήσεις το δίνουν να κινείται μεταξύ 15,5% και 18%. Οταν το SPD χάνει ψήφους προς την ακροδεξιά AfD, σημαίνει ότι και τμήμα της δικής του βάσης ρέπει προς τη ρατσιστική αντιμετώπιση των μεταναστών. Δεν μπορεί να ελπίζει, λοιπόν, σε ανάκτηση της πολιτικής του επιρροής ρίχνοντας την κυβέρνηση Μέρκελ επειδή συμφώνησε με τον Ζεεχόφερ να φτιαχτούν στρατόπεδα συγκέντρωσης προσφύγων και μεταναστών στη Γερμανία.
 
Ολόκληρη η πολιτική ζωή στην Ευρώπη μετακινείται προς τα δεξιά. Τηρουμένων των αναλογιών, έχουμε φαινόμενα που θυμίζουν έντονα την άνοδο του φασισμού κατά το Μεσοπόλεμο. Χτυπημένα από τα βάρη της καπιταλιστικής κρίσης που της φορτώνουν οι κυρίαρχοι, μεσαία στρώματα και τμήματα της εργατικής τάξης στοιχίζονται πίσω από τυχοδιώκτες μεσσίες και από νεοφασιστικά ρεύματα (τα οποία κινούνται στο κοινοβουλευτικό πεδίο). Οι πολιτικές βεβαιότητες που σφράγισαν τη μεταπολεμική περίοδο και ιδιαίτερα αυτές που διαμορφώθηκαν μετά την παταγώδη κατάρρευση των καθεστώτων του παλινορθωμένου καπιταλισμού στα τέλη της δεκαετίας του 1980, κλονίζονται. Οι αντιθέσεις του καπιταλισμού παροξύνονται, όμως η εργατική τάξη αδυνατεί να οξύνει με το δικό της ταξικό τρόπο την αντίθεση κεφάλαιου-εργασίας. Ετσι, δημιουργείται ένα τεράστιο πολιτικό κενό, το οποίο «γεμίζουν» διάφορα ακροδεξιά, ρατσιστικά, τυχοδιωκτικά, ακόμα και νεοφασιστικά ρεύματα, τα οποία διεκδικούν τη λαϊκή ψήφο και μέσω αυτής την αναγνώρισή τους από τις αστικές τάξεις των ευρωπαϊκών χωρών.
 
Η λύση δε βρίσκεται, βέβαια, στη συμπαράταξη με τη Μέρκελ, αντί για τον Ζεεχόφερ και την AfD, με τον Ρέντσι, αντί για τον Σαλβίνι και τον Γκρίλο, με τον Μακρόν, αντί για τη Λεπέν κ.ο.κ. Η λύση βρίσκεται στην πολιτική συγκρότηση  της εργατικής τάξης, για να πάψει να βαδίζει κάτω από ξένες σημαίες. Αυτό μας διδάσκει και η εν εξελίξει πολιτική κρίση στη Γερμανία.
 
 
 
ΚΟΝΤΡΑ: ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΥ 7 ΙΟΥΛΗ
Δευτέρα 09 Ιουλίου 2018