Δευτέρα 21 Μαΐου 2018 | 19:39

ΕπικαιρότηταPointer

Ταξικό Λύκειο, πανεπιστημιακές σχολές «αριστείας», μόνιμοι διορισμοί εάν και όταν εγκρίνουν οι «θεσμοί»



«Τον Ιούνιο του 2020 η εισαγωγή στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση θα εξαρτάται από τον βαθμό του απολυτηρίου. Οι εγκύκλιες γνώσεις θα ολοκληρώνονται στη Β' Λυκείου και η Γ' Λυκείου θα είναι ένα είδος προπαρασκευαστικού έτους. Παράλληλα θα αρχίσουμε σε ορισμένα τμήματα να καταργούμε τον κλειστό αριθμό εισακτέων και αρχίσαμε ήδη να ιδρύουμε νέα τμήματα. Η ίδρυση, επίσης, των διετών Προγραμμάτων Σπουδών που θα παρέχουν επαγγελματικά πιστοποιητικά ευρωπαϊκών προδιαγραφών θα οδηγήσει πολλούς νέους να εγγραφούν στα Επαγγελματικά Λύκεια ώστε - χωρίς εξετάσεις - να εισάγονται σε αυτά τα Προγράμματα. Θα διατηρήσουμε για ένα διάστημα το καθεστώς με τις Ιατρικές, τις Νομικές και τα Πολυτεχνεία.

Θέλω εδώ να σημειώσω ότι οι παθογένειες του ισχύοντος συστήματος έχουν οδηγήσει γενεές νέων σε σχολές που δεν ήταν στις πρώτες προτιμήσεις τους με αποτέλεσμα να έχουν ακολουθήσει σπουδές μη συμβατές με τις πραγματικές επιθυμίες τους. Αυτό βλάπτει πολλαπλά και πολύμορφα την κοινωνία μας. Αποτυπώνεται σε όλους τους δείκτες, ακόμη και στα συμπεράσματα της έκθεσης του ΟΟΣΑ που για πρώτη φορά βλέπει ότι οι μεταρρυθμίσεις της ελληνικής κυβέρνησης δίνουν ένα τέλος σε αυτή την παθογένεια» (Κ. Γαβρόγλου, συνέντευξη στα ΝΕΑ, 30/4/2018).

Η κατάργηση των πανελλαδικών εξετάσεων είναι ψηλά στην ατζέντα της κοινωνικής δημαγωγίας της συγκυβέρνησης και του υπουργείου Παιδείας. Πρόκειται περί ψεύδους, όπως πολλές φορές έχουμε εξηγήσει από τις στήλες της Κόντρας. Με αφορμή και πάλι τα λεγόμενα του Κ. Γαβρόγλου στην εν λόγω συνέντευξη, ας θυμηθούμε κάποια χαρακτηριστικά σημεία:

Οι αλλαγές που σχεδιάζονται για το Λύκειο, υποτίθεται ότι θα αρχίσουν να εφαρμόζονται από την προσεχή σχολική χρονιά για τους μαθητές που θα φοιτήσουν στην Α΄ Λυκείου, οι οποίοι το 2020 θα διεκδικήσουν μια θέση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, σύμφωνα με τον νέο τρόπο εισαγωγής, που, όμως, ακόμη δεν έχει αποτυπωθεί σε σχετικό σχέδιο νόμου.

Καταρχάς, να θυμίσουμε ότι με το συμπληρωματικό Μνημόνιο, η συγκυβέρνηση δεσμεύτηκε έναντι των ιμπεριαλιστών δανειστών να συμφωνήσει ως τον Μάιο του 2018 τις «δημοσιονομικές πτυχές των αλλαγών στην οργάνωση της δευτεροβάθμιας και της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης». Συνεπώς, πρώτ’ απ’ όλα οι όποιες αλλαγές θα διασφαλίζουν την εφαρμογή της σκληρής δημοσιονομικής πειθαρχίας. Το «νέο Λύκειο» εάν και όταν πραγματωθεί (το 2020 είναι μακριά και έχει αρχίσει ήδη η φιλολογία περί εκλογών) θα πρέπει να εξασφαλίζει, μέσω των σκληρών ταξικών φραγμών, τη μείωση της τάσης για πανεπιστημιακές σπουδές και την αποφασιστική μείωση των δαπανών. Εκεί, άλλωστε, αποβλέπουν οι ενοποιήσεις ειδικοτήτων των καθηγητών, η μείωση των μαθημάτων, οι συγχωνεύσεις πανεπιστημιακών τμημάτων με τμήματα ΤΕΙ, ο υποβιβασμός τμημάτων ΤΕΙ σε δομές διετούς φοίτησης, κ.λπ.

Το «νέο Λύκειο» είναι ένα αριστοκρατικό σχολείο, ένα σχολείο για λίγους κι εκλεκτούς, ένα σχολείο χωρίς ίχνος «αυτόνομου χαρακτήρα», απόλυτα υποταγμένου στην προσπάθεια εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, Εξ ου και η τελευταία τάξη του είναι καθαρά μια τάξη-φροντιστήριο. Η απόκτηση ακόμη και αυτού του «αναβαθμισμένου» Απολυτήριου δε θα είναι εύκολη υπόθεση, ακόμη και γι’ αυτούς που δε θα διεκδικήσουν θέση στις Ιατρικές, τα Πολυτεχνεία, τις Νομικές, για τις οποίες σχολές, ο Γαβρόγλου είπε ότι θα διατηρηθεί «για ένα διάστημα» το υπάρχον «καθεστώς» των πανελλαδικών.

(Εισαγωγικά και προς αποφυγήν παρεξηγήσεων θυμίζουμε τη θέση μας, που πολλές φορές έχουμε αναλύσει από τις στήλες της εφημερίδας, για κατάργηση του numerus clausus  σε όλη τη γκάμα των σχολών της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και ελεύθερη πρόσβαση σ’ αυτήν. Η πολιτική μας υπόσταση να τοποθετούμαστε από τη σκοπιά των συμφερόντων της εργατικής τάξης, και στην ειδική περίπτωση από τη σκοπιά των μορφωτικών δικαιωμάτων των παιδιών της, που υφίστανται αμέτρητες ταξικές διακρίσεις και φραγμούς, στη διάρκεια του μορφωτικού τους βίου, μας υπαγορεύει να υιοθετήσουμε αυτήν την θέση, χωρίς αυταπάτες ότι έτσι επιτυγχάνεται η κατάργηση του συνόλου των κοινωνικών ταξικών φραγμών).

Σύμφωνα με όσα είχε δηλώσει σε παλαιότερη συνέντευξή του ο υπουργός Παιδείας, γι’ αυτές ειδικά τις «περιζήτητες» σχολές, ο υποψήφιος πρέπει «να είναι πολύ καλός στα μαθήματα», «να έχει υψηλό βαθμό απολυτηρίου», ενώ το υπουργείο μελετά «και κάποιους πρόσθετους τρόπους». Ολο αυτό, είπε, «δεν θα είναι τόσο απλό, θα είναι πιο απαιτητικό».

Τι έχουμε εδώ, λοιπόν; Εχουμε δυο κατηγορίες μαθητών-υποψήφιων και σχολές πρώτης και δεύτερης κατηγορίας. Υψηλή βαθμολογία για την εισαγωγή στις Ιατρικές, τις Νομικές, τα Πολυτεχνεία απαιτείται και σήμερα, έτσι όπως διαμορφώνονται οι βάσεις σύμφωνα με τη ζήτηση (τον αριθμό και το μορφωτικό προφίλ των υποψήφιων) και την προσφορά θέσεων.

Είναι άλλο πράγμα, όμως, τι προκύπτει εκ του αποτελέσματος και άλλο να αναγορεύονται αυτές οι σχολές από το ίδιο το υπουργείο Παιδείας, με νομοθετική ρύθμιση, σε σχολές «αριστείας», σε σχολές που προορίζονται για την ελίτ των μαθητών, που κατά κανόνα προέρχονται από υψηλά κοινωνικο-οικονομικά και μορφωτικά στρώματα.

Για τις υπόλοιπες σχολές, ο Κ. Γαβρόγλου δήλωσε ότι θα υπάρξει κατάργηση του κλειστού αριθμού εισακτέων, με την προϋπόθεση βεβαίως ότι οι μαθητές θα έχουν πάρει το Απολυτήριο του «νέου Λυκείου». Ας θυμηθούμε, λοιπόν, πώς θα αποκτάται αυτό το Απολυτήριο, σύμφωνα με το σχέδιο του υπουργείου Παιδείας, που διαμορφώθηκε με βάση την πρόταση του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (Κόντρα, αρ. φύλ. 938).

Απολυτήριο Λυκείου

Το απολυτήριο της Γ΄ Λυκείου προκύπτει:

«Α. σε ένα ποσοστό (90%) από τους βαθμούς των 2 τετραμήνων.

Οι βαθμοί των τετραμήνων λαμβάνουν υπόψη τη συνολική συμμετοχή στην τάξη, καθώς και

1. το διαγώνισμα 1ου τετραμήνου το οποίο διεξάγεται σε όλα τα σχολεία συγκεκριμένη μέρα για κάθε μάθημα, με θέματα που καταθέτουν σε ειδική πλατφόρμα τα χαράματα της ίδιας μέρας επιτροπές έμπειρων εκπαιδευτικών από όλες τις περιφέρειες και με αυτόματη διόρθωση των απαντήσεων (ηλεκτρονικό σύστημα),

2. μια εκτενή εργασία που πραγματοποιείται για κάθε μάθημα εντός του σχολείου υπό την καθοδήγηση και την επίβλεψη του/της εκπαιδευτικού του μαθήματος, που κατατίθεται σε ειδική πλατφόρμα όπου ελέγχεται για την περίπτωση αντιγραφής και που βαθμολογείται ανώνυμα από αξιολογητές ειδικού μητρώου.

Β. σε ένα ποσοστό (10%) από τους βαθμούς κεντρικά οργανωμένων εξετάσεων στις οποίες τα γραπτά διορθώνονται ανώνυμα» (οι εμφάσεις δικές μας).

Εχουμε, δηλαδή εξετάσεις στο τέλος του πρώτου τετραμήνου (Ιανουάριο) πανελλαδικού χαρακτήρα με τη συμμετοχή εξωτερικών αξιολογητών και  την εκπόνηση «εκτενούς εργασίας» που κρίνεται επίσης από εξωτερικούς αξιολογητές.  Κοντολογίς, έχουμε αξιολογικές διαδικασίες πανελλαδικού χαρακτήρα σε όλη τη διάρκεια της Γ΄ Λυκείου. Και φυσικά υπάρχουν και η συμμετοχή στο μάθημα (προφορικά), τα συνεχή τεστ, κ.λπ. Στο τέλος της Γ΄ Λυκείου διεξάγονται πανελλαδικές εξετάσεις («κεντρικά οργανωμένες εξετάσεις») σε τέσσερα (4) μαθήματα.

Τι προκύπτει από τα παραπάνω; Οτι η απόκτηση του «αναβαθμισμένου» Απολυτήριου έχει ως προϋπόθεση την ένταση και την προσθήκη νέων ισχυρών ταξικών φραγμών (πανελλαδικού χαρακτήρα εξετάσεις Ιανουαρίου, «εκτενή εργασία» κρινόμενη από εξωτερικούς αξιολογητές, «κεντρικά οργανωμένες εξετάσεις» σε 4 μαθήματα τον Ιούνιο). Το «νέο Λύκειο» δε σηματοδοτεί απλά τη στροφή στην απόλυτη ειδίκευση (ειδικά η Γ’ Λυκείου μετατρέπεται σε τάξη-φροντιστήριο) και την απαξίωση της γενικής, ολόπλευρης μόρφωσης για όλα τα παιδιά. Καθίσταται δύσβατο για τα παιδιά χωρίς κοινωνικά-οικονομικά-πολιτιστικά εφόδια από το οικογενειακό τους περιβάλλον.

Ο υπουργός Παιδείας συνέδεσε την κατάργηση του κλειστού αριθμού εισακτέων για τις σχολές δεύτερης κατηγορίας με τη δημιουργία νέων τμημάτων. Τα νέα τμήματα θα προκύψουν μέσα από τα πενταετή πλάνα που θα υποβάλουν τα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ, από τα οποία πλάνα θα προκύψουν και οι «συγχωνεύσεις-συνέργειες-συνεργασίες» μεταξύ τους.

Η ίδρυση νέων τμημάτων είναι ένα προπαγανδιστικό όπλο του υπουργείου Παιδείας στους σχεδιασμούς για τη δημιουργία του Ενιαίου Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης.

Οταν η τρόικα απαγορεύει διά ροπάλου ακόμη και ελάχιστους μόνιμους διορισμούς εκπαιδευτικών, όταν στο μνημόνιο και στις εκθέσεις του ΟΟΣΑ αναφέρεται ο στόχος  της «ακόμα μεγαλύτερης ενοποίησης του τριτοβάθμιου εκπαιδευτικού τομέα» με «αναδιάταξη του ακαδημαϊκού χάρτη», όταν προβλέπεται ρητά ότι «θα πρέπει σε όλες τις περιπτώσεις να διασφαλίζεται η βιωσιμότητα των Ιδρυμάτων» και όταν τμήματα ΤΕΙ θα υποβαθμιστούν σε διετείς σπουδές που θα προσφέρουν ανάλογα «πτυχία», τότε η ίδρυση κάποιων νέων τμημάτων είναι ο φερετζές ενός εκτεταμένου νέου «σχεδίου Αθηνά».

Δεν είναι τυχαία, η παραπάνω αναφορά του Γαβρόγλου: «Η ίδρυση των διετών Προγραμμάτων Σπουδών που θα παρέχουν επαγγελματικά πιστοποιητικά ευρωπαϊκών προδιαγραφών θα οδηγήσει πολλούς νέους να εγγραφούν στα Επαγγελματικά Λύκεια ώστε - χωρίς εξετάσεις - να εισάγονται σε αυτά τα Προγράμματα». Οι συριζαίοι, άξιοι διαχειριστές του καπιταλισμού και μάλιστα σε περίοδο κρίσης του, τα διετή προγράμματα προορίζουν ως διέξοδο για τα παιδιά της εργατικής τάξης και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων, που κατά κανόνα φοιτούν στα Επαγγελματικά Λύκεια.

Στην ίδια συνέντευξη, ο υπουργός Παιδείας, ερωτηθείς σχετικά με την άρνηση της συγκυβέρνησης  να μονιμοποιήσει άμεσα τους 25.000 αναπληρωτές στην εκπαίδευση, δήλωσε:

«Στη Βουλή απάντησα στο ΚΚΕ, διότι ως κόμμα γνωρίζει ότι αυτό, με τον τρόπο που διατυπώνεται, δεν μπορεί να γίνει αυθημερόν, όπως το ζητάει. Αντιθέτως, έχω δηλώσει κατ' επανάληψη και σε όλους τους τόνους ότι για αυτή την κυβέρνηση και για εμένα προσωπικά οι μόνιμοι διορισμοί στην εκπαίδευση είναι ένα απολύτως δίκαιο αίτημα, που αποτελεί μάλιστα βασική προτεραιότητα του υπουργείου. Γνωρίζετε πολύ καλά ότι κάτι τέτοιο δεν εξαρτάται από την κυβέρνηση αλλά πρέπει να γίνει σε συμφωνία με τους θεσμούς. Και αυτή η ρητή δήλωση ούτε λαϊκισμό εμπεριέχει, ούτε μικροπολιτικά παιχνίδια σαν αυτά που έχουν παιχτεί από τις προηγούμενες κυβερνήσεις στις πλάτες της εκπαίδευσης και των εκπαιδευτικών. Πρώτον, αυτή η κυβέρνηση κατάφερε να μπει το ζήτημα των μόνιμων διορισμών σε γραπτό κείμενο κατά τις διαπραγματεύσεις της με τους θεσμούς. Δεύτερον, για πρώτη φορά η νέα έκθεση του ΟΟΣΑ αναγνωρίζει ρητά και ξεκάθαρα την ανάγκη μόνιμων διορισμών στα ελληνικά σχολεία. Σας καλώ να ανατρέξετε στις δηλώσεις που έγιναν, τόσο από δικής μας πλευράς, όσο και από την κυρία Ράμος. Τρίτον, έχω δηλώσει ότι τον Οκτώβριο θα ανακοινώσουμε αριθμό και σύστημα διορισμών και ήδη έχουμε ζητήσει τις προτάσεις της ΟΛΜΕ και της ΔΟΕ για το σύστημα με το οποίο θα γίνουν. Αρα, ούτε τότε, ούτε τώρα αυτή η κυβέρνηση λαϊκίζει. Αντιθέτως, ήμασταν οι πρώτοι που αναγνωρίσαμε και ελπίζω να κάνουμε πράξη ένα δίκαιο αίτημα, το οποίο θα βοηθήσει πολλαπλά την κανονικοποίηση της καθημερινότητας στα σχολεία» (οι εμφάσεις δικές μας).

Και μόνο η απάντηση Γαβρόγλου ότι «δεν μπορεί να γίνει αυθημερόν» η μονιμοποίηση των 25.000 αναπληρωτών, τη στιγμή που αυτοί υπηρετούν ήδη στο δημόσιο σχολείο, καλύπτοντας πάγιες ανάγκες του, δείχνει τη σκοπιά από την οποία τοποθετούν τον εαυτό τους πολιτικά οι συριζαίοι. Τη σκοπιά, δηλαδή, των συμφερόντων του κεφαλαίου. Γι’ αυτό και εξαρτούν το ζήτημα των μόνιμων διορισμών από τις διαθέσεις και αποφάσεις των ιμπεριαλιστών δανειστών. Θυμίζουμε επίσης ότι η περιβόητη έκθεση του ΟΟΣΑ κάνει απλά μια διαπίστωση και η εκπρόσωπός του, Γκαμπριέλα Ράμος,  κατά την παρουσίασή της ήταν πολύ ξεκάθαρη. 

Οι διορισμοί είναι ένα ευχολόγιο. Συναρτώνται με την πορεία της ελληνικής οικονομίας και από το εάν αυτή θα «πιάσει» τους μνημονιακούς στόχους.
Οι εκπρόσωποι του ιμπεριαλιστικού οργανισμού μίλησαν επίσης και για «ευελιξία» όσον αφορά στην πρόσληψη εκπαιδευτικών και τη συνέδεσαν με την επίτευξη «μεγαλύτερης αποκεντροποίησης των διαδικασιών στα σχολεία» (δηλαδή προσλήψεις εκπαιδευτικών με διάφορες συμβάσεις από τα αποκεντρωμένα σχολεία, σε επίπεδο π.χ. περιφέρειας, δήμων ή ακόμη και σχολικών μονάδων). Αναφέρθηκαν επίσης σε πενταετείς συμβάσεις για κάποιες κατηγορίες αναπληρωτών, που κατά τα φαινόμενα θα είναι και η μόνιμη εξέλιξη, μέχρις ότου οι «θεσμοί» δώσουν το πράσινο φως.


Γιούλα Γκεσούλη


KONTΡΑ: ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΥ 5 ΜΑΗ

Τρίτη 08 Μαΐου 2018