Δευτέρα 21 Μαΐου 2018 | 19:35

ΕπικαιρότηταPointer

Ιστορίες που ζέχνουν…

Δεν είμαστε, φυσικά, σε θέση να γνωρίζουμε πού βρίσκεται η αλήθεια και πού το ψέμα στην υπόθεση με τις καταγγελίες για εκβίαση σε βάρος συμβούλου του Τσακαλώτου. Η υπόθεση εξ ορισμού ζέχνει. Και ζέχνει ακόμα πιο πολύ, όταν παρακολουθήσει κανείς τους δημόσιους διαξιφισμούς της κυβέρνησης με τη ΝΔ και με το «σύστημα Μαρινάκη». Από τις κυβερνητικές αναρτήσεις τα ερωτήματα δεν παίρνουν απάντηση, αλλά πολλαπλασιάζονται.
 
Η πρώτη αντίδραση του Τσακαλώτου, μόλις ανακινήθηκε το θέμα ότι σύμβουλός του ζήτησε μίζα από έναν τύπο που ζητούσε «νόμιμη αμοιβή» για τη συμβολή του σε αποκάλυψη υπόθεσης φοροδιαφυγής, ήταν να εκδώσει ένα non paper για να πει ότι ο ίδιος έχει στείλει την υπόθεση στον εισαγγελέα από τις 14 Νοέμβρη του 2017. Το λακωνικότατο (μόλις 50 λέξεις!) non paper του υπουργείου Οικονομικών  έλεγε μόνο ότι «διαφεύγει προφανώς της προσοχής της ΝΔ το γεγονός ότι η υπόθεση στην οποία αναφέρεται έχει παραπεμφθεί στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών, κατόπιν εγγράφου του ίδιου του γραφείου του υπουργού Οικονομικών από τις 14 Νοεμβρίου 2017» και σύστηνε στη ΝΔ «να είναι: α) πιο προσεκτικοί και β) περισσότερο πρόθυμοι να απαντήσουν για τις δικές τους σχέσεις με τις offshore».
 
Αυτό το non paper δεν έλεγε ούτε τι αφορά η υπόθεση, ούτε ποιους αφορά (καταγγέλλοντα και καταγγελλόμενο), ούτε ποιο είναι το αντικείμενο του φακέλου που ο υπουργός έστειλε στον εισαγγελέα. Είναι προφανές πως, αν δεν υπήρξε απόπειρα εκβίασης του πολίτη από τον σύμβουλο του υπουργού, υπήρξε απόπειρα εκβίασης του συμβούλου του υπουργού από τον πολίτη. Στις δεδομένες συνθήκες, δεν υπάρχει μια τυπική ποινική υπόθεση, αλλά μια υπόθεση με πολιτικό υπόβαθρο, για την οποία η κυβέρνηση (το υπουργείο Οικονομικών) όφειλε να ενημερώσει αναλυτικά τον ελληνικό λαό από τότε που ξέσπασε (από τον Νοέμβρη του 2017).
 
Το λακωνικό non paper του Τσακαλώτου στα δικά μας μάτια φάνηκε σαν προσπάθεια να κλείσει το θέμα, χωρίς να υπάρξει πολιτική συζήτηση. Από μια άποψη ήταν και αφελές, γιατί ήταν σίγουροι ότι οι αντίπαλοι της κυβέρνησης δε θα σταματούσαν. Μάθαμε, λοιπόν, από δημοσιεύματα του «συστήματος Μαρινάκη» ότι ο καταγγελλόμενος σύμβουλος του Τσακαλώτου είναι ο Αλέξης Πουλιάσης (γνωστό στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ) και ο καταγγέλλων είναι ο κτηματομεσίτης Ιωσήφ Λιβανός, που διεκδικούσε αμοιβή (7,2 εκατ. ευρώ!) για τη «βοήθειά» του στην αποκάλυψη της μεγάλης υπόθεσης φοροδιαφυγής του ζεύγους Καρούζου. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Λιβανού, υπάρχουν και δύο άλλα πρόσωπα (κάποιος Κωσταρής και κάποιος Χρυσόπουλος), οι οποίοι λειτουργούσαν σαν μεσάζοντες και ζητούσαν μίζα 25% (1,8 εκατ. ευρώ) επί της αμοιβής που θα έπαιρνε ο Λιβανός, την οποία θα μοιράζονταν με τον Πουλιάση, που θα ήταν αυτός που θα έπειθε τον Τσακαλώτο να βάλει την απαραίτητη υπογραφή.
 
Στις εφημερίδες του «συστήματος Μαρινάκη» άρχισε να γίνεται «δίκη». Δηλώσεις του Λιβανού, δηλώσεις του Κωσταρή και του Χρυσόπουλου, άρνηση του Πουλιάση να μιλήσει, ποιος γνώριζε ποιον, ποιος συναντήθηκε με ποιον και πού, ισχυρισμός για ύπαρξη μάρτυρα της πλευράς Λιβανού κτλ. Είναι χαρακτηριστικό τι δήλωσε ο εκ των εμπλεκόμενων Κωσταρής: «Δεν έχω καμία σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα. Με πήρε ο Βασίλης Χρυσόπουλος και μου ζήτησε βοήθεια. Θα δω τι μπορώ να κάνω, για να γίνει νόμος, απάντησα… Μου είπε, αν έχω γνωριμίες, αν έχω κάποιους ανθρώπους… Δεν τις είχα, όμως, κι έτσι του είπα ότι δεν μπορώ να τον βοηθήσω. Ενας απλός άνθρωπος είμαι, δεν έχω πολιτική, κομματική θέση εγώ»! Και ο Χρυσόπουλος: «Δεν γνώριζα τον Λιβανό, τρίτο πρόσωπο με ενημέρωσε για αυτόν. Ηλθα σε επαφή μαζί του, και ζήτησα να λάβω τα χαρτιά. Θα προσπαθούσα να δω κατά πόσο θα μπορούσα να βοηθήσω στην υπόθεσή του. Καθώς ζω κυρίως στο εξωτερικό, ρώτησα τον Κωσταρή αν μπορεί να γίνει κάτι με την ιστορία αυτή. Δεν σας κρύβω ότι ήθελα να διατηρήσω την επαφή με τον Λιβανό καθώς προσέβλεπα σε συνεργασία μαζί του, πάνω σε θέματα ακινήτων. Τον Πουλιάση δεν τον έχω γνωρίσει, από εσάς ακούω πρώτη φορά το όνομά του. Απορώ πώς έγινε η καταγγελία, δεν υπήρξε καμία χρηματική συναλλαγή. Δεν μπορέσαμε εξάλλου να βοηθήσουμε περισσότερο, χρειαζόταν υπουργική απόφαση».
 
Οπως αντιλαμβάνεστε, εδώ «υπάρχει θέμα». Θέμα που η κυβέρνηση όφειλε να ξεκαθαρίσει πολιτικά από τη στιγμή που υπήρξε. Τη μέθοδο «όποιος έχει στοιχεία να πάει στον εισαγγελέα» την ξέρουμε από εποχής Σημίτη. Η ΝΔ άρπαξε την ευκαιρία από τα μαλλιά, εξέδωσε ανακοινώσεις και πήγε το θέμα στη Βουλή. Και τότε ο Τσακαλώτος αναγκάστηκε να βγάλει μια πιο… φλύαρη ανακοίνωση (όχι non paper αυτή τη φορά). Με μια επιχειρηματολογία που «μπάζει» στα βασικά της σημεία. Τι λέει αυτή η επιχειρηματολογία;
 
Οτι από το 2007 ψηφίστηκε νόμος που προέβλεπε αμοιβή για όσους «ρουφιανεύουν» σε υποθέσεις φοροδιαφυγής, όμως ποτέ δεν εκδόθηκε η εφαρμοστική υπουργική απόφαση. «Αρα», καταλήγει η ανακοίνωση του υπουργείου Οικονομικών, «δεν υπήρχε ποτέ περίπτωση να εκδοθεί από το υπουργείο Οικονομικών πράξη που να αφορά ατομικά τον καταγγέλλοντα ή οποιαδήποτε άλλη μεμονωμένη περίπτωση, εφόσον δεν υπάρχει το θεσμικό πλαίσιο.  Επομένως δεν υπήρχε καν το έδαφος για οποιαδήποτε συναλλαγή». Πρώτο «φάουλ»: η έκδοση της υπουργικής απόφασης ήταν το έδαφος για τη σχετική συναλλαγή. Το αν υπήρξε ή όχι συναλλαγή μένει να αποδειχτεί, όμως το έδαφος υπήρχε. Αν εκδιδόταν η υπουργική απόφαση, ο Λιβανός θα έπαιρνε τα λεφτά (εφόσον τα δικαιούνταν). Γιατί ο Τσακαλώτος έσπευσε να πει ένα τόσο χοντροκομμένο ψέμα;
 
Ο Τσακαλώτος παραδέχεται ότι ο Λιβανός «- είτε ατομικά είτε μέσω  δικηγόρων του- έχει απευθυνθεί πολλές φορές στο υπουργείο Οικονομικών, την ΑΑΔΕ και τις αρμόδιες υπηρεσίες». Τι απαντήσεις πήρε; Γιατί δεν τις δίνει στη δημοσιότητα; Ποιοι είναι οι Κωσταρής και Χρυσόπουλος που παραδέχονται ότι «προσφέρθηκαν» να βοηθήσουν τον Λιβανό, όπως οι ίδιοι παραδέχονται; Είναι στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ; Εχουν σχέση με τον Πουλιάση; Εχουν σχέση με κάποιον άλλο; Με το να λες ότι ο Λιβανός «στην προσπάθεια του να “δικαιωθεί“ δεν διστάζει να πετάξει λάσπη κατά συνεργάτη του υπουργού» δε λες τίποτα επί της ουσίας. Προβάλλεις απλά έναν υπερασπιστικό ισχυρισμό.
 
Είναι σίγουρο ότι τα δημοσιεύματα θα έχουν συνέχεια. Ηδη, εμπλέκουν έναν πρώην αναπληρωτή υπουργό Οικονομικών (Δ. Μάρδας ή Τρ. Αλεξιάδης;) και «ανώτατο στέλεχος της κυβέρνησης» που «βρίσκεται ακόµη και σήµερα πολύ κοντά στο περιβάλλον του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα».
 
Ακολούθησε το «επεισόδιο» Τζανακόπουλου-Μαρινάκη. Ο Τζανακόπουλος έγραψε στο Twitter (τύφλα να 'χει ο Τραμπ), ότι δέχτηκε «τηλεφώνημα από άγνωστο αριθμό» και «ένας κύριος που του συστήθηκε ως Βαγγέλης Μαρινάκης» «με τόνο σχεδόν απειλητικό ζητούσε να μάθει τον συντάκτη των ανακοινώσεων του γραφείου τύπου του Πρωθυπουργού». Του έκλεισε το τηλέφωνο γιατί «αυτή η κυβέρνηση δεν συνηθίζει να συνομιλεί στο σκοτάδι. Ούτε απειλείται». Ο Μαρινάκης επιβεβαίωσε -μέσω κύκλων- το τηλεφώνημα, δίνοντας φυσικά άλλη εκδοχή. Τηλεφώνησε, λέει, δεν πήρε απάντηση και μετά του τηλεφώνησε ο Τζανακόπουλος, από τον οποίο ζήτησε -ευγενικά!- να μάθει ποιος είναι ο συντάκτης των non papers του Μαξίμου, επειδή ήθελε να προβεί σε «νομικές ενέργειες» (το πρωί της ίδιας μέρας, non paper του Μαξίμου χαρακτήριζε τον Μαρινάκη «βαθιά απελπισμένο ναρκέμπορο», με αφορμή δημοσίευμα των «Παραπολιτικών» για την καταγγελία περί εκβιασμού του Λιβανού)!
 
Ο Μαρινάκης, λες και δεν έχει δικηγόρους, λες και δεν υπάρχουν νομικές διαδικασίες, ανέλαβε να μάθει ο ίδιος το όνομα του συντάκτη των non papers του Μαξίμου, τηλεφωνώντας νυχτιάτικα στον Τζανακόπουλο! Μπορούμε να φανταστούμε πόσο… ευγενικό ήταν το τηλεφώνημά του. Αλλά και οι Τσιπραίοι, καλυμμένοι πίσω από την ανωνυμία του non paper, έδειξαν τον τεράστιο εκνευρισμό που τους προκάλεσε η ιστορία με τις καταγγελίες του Λιβανού. Εκνευρισμό στα όρια του πανικού, που τους οδήγησε σε τόσο ωμή παραβίαση του περιβόητου τεκμήριου αθωότητας, στο οποίο κατά τα άλλα ομνύουν. Τον ίδιο εκνευρισμό αποκάλυψε και η μεταμεσονύχτια ανάρτηση του Τζανακόπουλου στο Twitter για το απειλητικό (κατά τον ισχυρισμό του) τηλεφώνημα Μαρινάκη.
 
Ακολούθησαν προαναγγελίες μηνύσεων. «Η κυβέρνηση αυτή ούτε απειλείται, ούτε ντιλάρει με επιχειρηματίες, ούτε έχει συνηθίσει να συνομιλεί με όρους νύχτας. Ανακοινώνουμε ότι τα άθλια δημοσιεύματα τόσο του Βήματος όσο και των Παραπολιτικών δεν θα μείνουν αναπάντητα. Οπως και κανένα άλλο συκοφαντικό δημοσίευμα στο εξής. Εχουμε ήδη κινήσει τις νομικές διαδικασίες και σκοπεύουμε να καταθέσουμε μήνυση και αγωγή τόσο κατά του κυρίου Μαρινάκη όσο και κατά του κυρίου Κουρτάκη ο οποίος με εκβιαστικά δημοσιεύματα προαναγγέλει με τρόπο που θυμίζει εκβιαστή του χειρίστου είδους δήθεν αποκαλύψεις», ανακοίνωσε ο Τζανακόπουλος, ο οποίος υποστήριξε πως «αργά ή γρήγορα η Δικαιοσύνη θα αποφασίσει για τον χαρακτηρισμό “ναρκέμπορος”» και πρόσθεσε με νόημα: «Την τελική ευθύνη των ανακοινώσεων την έχει ο ίδιος ο πρωθυπουργός»! Προσφυγή στη Δικαιοσύνη κατά Τζανακόπουλου «για τα όσα συκοφαντικά και άθλια εκστόμισε εναντίον μου» ανήγγειλε και ο Κουρτάκης.
 
Εμείς θυμίζουμε απλώς ότι πριν από όχι πολύ καιρό, ο Μαρινάκης ήταν ένας «ευυπόληπτος επιχειρηματίας», που πριν καταστεί «προσωρινός υπερθεματιστής» μπαινόβγαινε στο Μαξίμου και συναντιόταν με τον Τσίπρα. Η πλάκα είναι πως ο Μαρινάκης ελέγχει τα Μέσα που παλαιότερα κατείχε ο Ψυχάρης, τον οποίο ο Τσίπρας κερνούσε εσπρεσάκι φτιαγμένο με τα χεράκια του, παρουσία της γνωστής γάτας Ιμαλαΐων!
 
 

Στα άκρα ο καυγάς

 
Στα άκρα οδηγείται ο καυγάς κυβέρνησης-Μαρινάκη (για την αφορμή γράφουμε αναλυτικά στη διπλανή σελίδα). Εχοντας στο πλευρό του ένα ικανότατο δημοσιογραφικό επιτελείο και τις δύο μεγαλύτερες αστικές εφημερίδες, ο Μαρινάκης -που εμφανίζεται σαν αδικούμενος και συκοφαντούμενος- συσπειρώνει γύρω του ολόκληρη την αντιπολίτευση, η οποία δεν έχει ανάγκη να ταυτιστεί μαζί του. Αρκείται στην υπεράσπιση του «τεκμήριου αθωότητας», που έπληξε η κυβέρνηση με τον χαρακτηρισμό «ναρκέμπορος» που πέταξε κατά του Μαρινάκη και με τη μνημειώδη ατάκα του Τζανακόπουλου, ότι «αργά ή γρήγορα η Δικαιοσύνη θα αποφασίσει για τον χαρακτηρισμό “ναρκέμπορος”» (η ατάκα είναι μνημειώδης γιατί πριν αποφανθεί η Δικαιοσύνη, έσπευσε να αποφανθεί η κυβέρνηση, δίνοντας «γραμμή» στη Δικαιοσύνη).
 
Ακόμα και ο Παναγιώτης Λαφαζάνης έσπευσε να εκφράσει την ιερή του αγανάκτηση (στα Παραπολιτικά FM): «Υπάρχει ένα μείζον θέμα. Πώς είναι δυνατόν ο πρωθυπουργός της χώρας να δικάζει και να καταδικάζει για κακουργήματα, για βαρύτατα εγκλήματα και να λέει -διά της ανακοινώσεως που φέρει την υπογραφή του- οποιονδήποτε “ναρκέμπορο“. Οταν λες αυτή τη λέξη, πρέπει να έχεις πίσω απόφαση δικαστική και μάλιστα τελεσίδικη (…) Αυτό δεν είναι δουλειά του πρωθυπουργού σε μια δημοκρατία. Αυτά μπορεί να τα κάνει ο Ερντογάν, αλλά και αυτός, τον βλέπω, διστάζει να τα κάνει τόσο ανοιχτά». Στον άγριο εξουσιαστικό καυγά, που χρησιμοποιεί κάθε βρόμικο μέσο, ο Λαφαζάνης παίρνει το μέρος της μιας πλευράς. Αυτής που διαθέτει ΜΜΕ τα οποία μπορούν να στηρίξουν την προσπάθειά του να μπει στη Βουλή.
 
Στο μεταξύ, ο Μαρινάκης εγκατέλειψε την ανωνυμία των «κύκλων» και βγήκε μπροστά ο ίδιος, με μια μακροσκελή δήλωση, στην οποία το πιο σημαντικό είναι ένα σημείο: «Δηλώνω δε κατηγορηματικά ότι ουδεμία σχέση έχω με τη ΝΔ και τον κ. Κυριάκο Μητσοτάκη, ενώ έχω βοηθήσει την κυβέρνησή σας και στο πλαίσιο αυτό έχω συναντηθεί με τον κ. Τσίπρα πολλές φορές στο Μέγαρο Μαξίμου». Αυτό «πονάει» πραγματικά τους Τσιπραίους. Οχι μόνο επειδή όλοι ξέρουν ότι είναι αλήθεια, αλλά και γιατί ακούγεται σαν απειλή για αποκαλύψεις τύπου… γάτας Ιμαλαΐων.
 
 
KONTΡΑ: ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΥ 5 ΜΑΗ
 
 
Κυριακή 06 Μαΐου 2018