Σάββατο 18 Αυγούστου 2018 | 05:14

ΕπικαιρότηταPointer

Nέα έκθεση ΟΟΣΑ για την Eκπαίδευση: Σταθερή προσήλωση στο νεο-φιλελεύθερο μοντέλο για το Σχολείο



Την Πέμπτη 19 Απριλίου, πραγματοποιήθηκε σε ειδική εκδήλωση στο υπουργείο Παιδείας η παρουσίαση της έκθεσης του ΟΟΣΑ με τον βαρύγδουπο και «ελπιδοφόρο» τίτλο: «Εκπαίδευση για ένα Λαμπρό Μέλλον στην Ελλάδα». Παρόλες τις διευκρινήσεις του υπουργείου Παιδείας ότι «η έκθεση παρουσιάζει σημαντικές διαφοροποιήσεις και βελτιώσεις σε σύγκριση με την αντίστοιχη του 2011», που στηρίχθηκε σε στοιχεία πριν ξεσπάσει η κρίση, και τις φιλότιμες προσπάθειες που κατέβαλε το υπουργείο να κρύψει σημαντικά σημεία στην πολύ γενική και προσεκτικά επιλεγμένη «περίληψη» της έκθεσης που παρουσιάζεται στην ιστοσελίδα του (ολόκληρη η πολυσέλιδη έκθεση είναι στα Αγγλικά), το συμπέρασμα είναι ότι ο ιμπεριαλιστικός οργανισμός παραμένει σταθερά προσηλωμένος στις κατευθύνσεις και οδηγίες που περιγράφουν ένα νεοφιλελεύθερο μοντέλο για το σχολείο.

Η έκθεση υπογραμμίζει τη σημασία τους τριετούς σχεδίου του υπουργείου Παιδείας για την εκπαίδευση 2017-2019, σημαντικά σημεία του οποίου θυμίζουμε ότι είναι τα εξής: Αυτοαξιολόγηση-Αποκέντρωση-Αυτονομία, «εξορθολογισμός» του διδακτικού προσωπικού, νέα αναλυτικά προγράμματα, νέο Λύκειο, νέο σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, διαμόρφωση του Ενιαίου Χώρου Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης-Ερευνας, ενίσχυση του ρόλου της Αρχής Διασφάλισης και Πιστοποίησης της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση (ΑΔΙΠ), «Αξιολόγηση» και «επαναπροσδιορισμός» του ρόλου των ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, συμπεριλαμβανομένης της διοικητικής δομής τους, «προγραμματική ενοποίηση και βελτιστοποίηση των ιδρυμάτων», «καλύτερη αξιοποίηση» των περιουσιακών στοιχείων των ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης μέσω καλύτερης διοίκησης και «επαγγελματικής διαχείρισης».

Αυτονομία σχολικής μονάδας – Διοίκηση – Αξιολόγηση

Η έκθεση σημειώνει:
♦ «Οι ‘’σχολικές μονάδες’’ έχουν διάσπαρτες και διάχυτες αρμοδιότητες και χρηματοδοτήσεις, περιορισμένη αυτονομία καθώς πολλές αποφάσεις και εντολές υπαγορεύονται απ’ έξω».

♦ «Ο εξορθολογισμός και η βελτίωση της διακυβέρνησης και της χρηματοδότησης της ελληνικής εκπαίδευσης είναι αναγκαία για την καλή λειτουργία της εκπαίδευσης και των σχολείων. Για την ευημερία του κάθε σχολείου ξεχωριστά η διακυβέρνηση και χρηματοδότηση πρέπει να συνδέονται. Αυτό απαιτεί... σαφή εικόνα για τους διαθέσιμους πόρους, ανάπτυξη και υποστήριξη των οργάνων που συγκροτούν το σχολείο, απόδοση στα σχολεία μιας διακριτής ταυτότητας και δικών τους δυνατοτήτων».

♦ «Η Ελλάδα διαθέτει ένα αφοσιωμένο σώμα εκπαιδευτικών με μέτριες επιδόσεις. Υπάρχει ανάγκη για ένα περιβάλλον εντός του οποίου μπορεί να βελτιώνεται το σχολείο. Το περιβάλλον αυτό απαιτεί: βελτίωση της διοικητικής διαχείρισης των εργαζομένων όσον αφορά την κατανομή τους, στήριξη των ατομικών και συλλογικών διαδικασιών επαγγελματικής ανάπτυξης των εκπαιδευτικών και των διευθυντών, συγκρότηση μιας στρατηγικής αξιολόγησης για τη λογοδοσία και τη βελτίωση των σχολείων».

♦ «Η ανάλυση των πολιτικών και των πρακτικών εκπαιδευτικών συστημάτων με υψηλές επιδόσεις έδειξαν ότι υπάρχουν κάποιες βασικές αρχές οι οποίες μπορεί να αποτελέσουν οδηγό για τις κυβερνήσεις: να έχουν σαφείς στόχους,... να διασφαλίσουν ότι τα συστήματα αξιολόγησης παρέχουν αντικειμενική πληροφόρηση για τα αποτελέσματα και τους σκοπούς της λογοδοσίας και της βελτίωσης, να εστιάσουν στα επιτεύγματα του κάθε σχολείου χωριστά, να εστιάσουν δηλαδή στις μονάδες που η διδασκαλία και η μάθηση πραγματώνεται».

Για τα ίδια θέματα η Ειδική Σύμβουλος του Γενικού Γραμματέα του ΟΟΣΑ, επικεφαλής της αντιπροσωπείας του ΟΟΣΑ, Γκαμπριέλα Ράμος, σημείωσε τα εξής:

«Ο ορισμός της αυτονομίας και σε ποιο επίπεδο το σκεφτόμαστε, είναι ένα περίπλοκος συνδυασμός διαφορετικών στοιχείων. Υπάρχουν διαφορετικά μοντέλα για το πόσο δημιουργείς σχολεία, τα οποία είναι απολύτως ανεξάρτητα και αποφασίζουν στους πόρους τους, στο σχολικό τους πρόγραμμα, στις αρχές τους, στα συστήματά τους και έχουν τα δικά τους συστήματα αξιολόγησης.

Αυτός είναι ένας ακραίος τρόπος με τον οποίο θα μπορούσε κανείς να ορίσει τη σχολική αυτονομία, αλλά μπορεί να έχουμε και διαφορετικά επίπεδα αυτονομίας. Το βασικό το οποίο εμείς σκεφτόμαστε -διότι στην Ελλάδα το σύστημα είναι πολυκεντροποιημένο και δεν μπορεί να πάμε από τη μία πλευρά στην άλλη χωρίς να λάβουμε υπόψη μας όλα τα στοιχεία- είναι να δώσουμε στους Διευθυντές σχολείων τα εργαλεία μέσω των οποίων μπορούν να διαχειριστούν τα σχολεία και να θέσουν τα κριτήρια των αποτελεσμάτων τα οποία θα έχουν και οι καθηγητές να κρίνονται βάσει των αποτελεσμάτων τους...

Φυσικά δεν λέμε να δώσουμε πλήρη αυτονομία σε όλα τα σχολεία και έτσι θα λυθούν όλα τα προβλήματα. Εδώ δίνουμε μεγαλύτερη ευθύνη στο να βοηθήσουμε τα σχολεία να βελτιώσουν την απόδοσή τους, αλλά ταυτόχρονα σε ένα εθνικό πλαίσιο προτύπων, ο τρόπος με τον οποίο θα γίνουν οι μετρήσεις, χρειάζεται ένας στρατηγικός ορισμός το τι. Ουσιαστικά μιλάμε όσον αφορά την ποιότητα του συστήματος και ένα πλαίσιο λογοδοσίας. Θα μπορούσα να σας αναφέρω πάρα πολλά παραδείγματα για χώρες που έχουν περάσει από το ένα στάδιο στο άλλο».

Συμπέρασμα

Ο ΟΟΣΑ θεωρεί ότι το εκπαιδευτικό σύστημα στην Ελλάδα είναι εξαιρετικά συγκεντρωτικό και η αυτονομία των σχολικών μονάδων εξαιρετικά περιορισμένη. Στο πλαίσιο αυτό θεωρεί ότι οι διευθυντές των σχολικών μονάδων έχουν πολύ περιορισμένες αρμοδιότητες και το έργο τους περιορίζεται σε διοικητικά ζητήματα. Κατά τον ΟΟΣΑ, απαιτείται «βελτίωση της διοικητικής διαχείρισης των εργαζομένων όσον αφορά την κατανομή τους». Τούτο σημαίνει ότι οι διευθυντές πρέπει να έχουν λόγο στη στελέχωση των σχολείων τους (άρα στο διορισμό του εκπαιδευτικού προσωπικού) και στην κατανομή του διδακτικού προσωπικού, ώστε να εξασφαλίζεται ισορροπία μεταξύ των «ικανοτήτων» των εκπαιδευτικών και των αναγκών των μαθητών. Τα σχολεία θα ξεχωρίζουν από τον τρόπο διακυβέρνησής τους και τη χρηματοδότησή τους. Διακυβέρνηση και χρηματοδότηση είναι δυο παράγοντες που μεταξύ τους συνδέονται. Οι κυβερνήσεις πρέπει «να εστιάσουν στα επιτεύγματα του κάθε σχολείου χωριστά». Σχολεία και εκπαιδευτικοί θα κρίνονται βάσει των «αποτελεσμάτων» που παράγουν και όλα αυτά μέσα σε ένα «πλαίσιο λογοδοσίας», που θα καθορίζει τα «κριτήρια» και τον τρόπο με τον οποίο θα γίνονται «οι μετρήσεις».

Πολλές φορές έχουμε σημειώσει ότι η αυτονομία της σχολικής μονάδας, που διακρίνεται σε «παιδαγωγική, διοικητική και οικονομική» συνδέεται σαν το νύχι με το κρέας με την κακόφημη αποκέντρωση. Για τον ιμπεριαλιστικό οργανισμό του ΟΟΣΑ σημασία έχουν κυρίως η διοικητική και οικονομική αυτονομία, γιατί εκεί βρίσκεται και όλο το «ψητό» της επίτευξης των σκοπών της δημοσιονομικής πειθαρχίας: διαχείριση των σχολείων από διευθυντές-μάνατζερς, αναζήτηση χρηματοδότησης και από άλλες πηγές, πλην της κρατικής χρηματοδότησης, εμπορευματοποίηση κοινωνικών αγαθών, όπως είναι και η Παιδεία. Το τελευταίο, σε συνδυασμό με την προώθηση της αποκέντρωσης, σηματοδοτεί την εμπλοκή της «τοπικής κοινωνίας», των επιχειρήσεων στη λειτουργία των σχολείων και επομένως οδηγεί σε μείωση της κρατικής χρηματοδότησης και στη λειτουργία του σχολείου με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια.

Από την άλλη, η αποκέντρωση της εκπαίδευσης στους χρεοκοπημένους δήμους θα οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια στην αύξηση των «ανταποδοτικών τελών» για τους δημότες. Η συζήτηση που γίνεται τελευταία (και έχει παρελθόν) για την καθιέρωση vouchers στο δημόσιο σχολείο και το δικαίωμα «επιλογής» σχολείου από τους γονείς δεν είναι τυχαία. Η προβολή στο μέλλον θα είναι αυτή ακριβώς η εικόνα.

Η αποκέντρωση είναι η λυδία λίθος για τη γενίκευση των ξεχαρβαλωμένων σχέσεων εργασίας και στην εκπαίδευση, κάτι που είναι ήδη συνήθης πρακτική στους δήμους.

Η αυτονομία αποτελεί όχημα και για την αξιολόγηση σχολικών μονάδων και εκπαιδευτικών. Η εποχή των Μνημονίων, η συνεχής εξαθλίωση της εργαζόμενης κοινωνίας, οι σκληρές αντιλαϊκές και αντιεκπαιδευτικές πολιτικές απαιτούν τη χειραγώγηση και κατατρομοκράτηση και των εκπαιδευτικών. Ο τρόπος που διοικείται το σχολείο, η διαχείριση από τον διευθυντή του ανθρώπινου δυναμικού, των πόρων του, η αναζήτηση νέων πόρων από «τρίτους», τα «εκπαιδευτικά αποτελέσματα», κ.λπ. είναι τα «μετρήσιμα κριτήρια» της αξιολόγησης της σχολικής μονάδας και κατά συνέπεια και των εκπαιδευτικών της.

Αξιολόγηση

Η έκθεση του ΟΟΣΑ σημειώνει:

♦ «Με ένα σώμα εκπαιδευτικών στην Ελλάδα καλά καταρτισμένο και αφοσιωμένο, το σχολείο μπορεί να βελτιωθεί περαιτέρω με την πρόσληψη εκπαιδευτικών και διευθυντών υψηλής ποιότητας, την αναθεώρηση των εργασιακών συνθηκών, την καλύτερη κατανομή εκπαιδευτικών στα σχολεία και τη συνεχή υποστήριξη για την ανάπτυξη του επαγγελματισμού τους. Μία εμβρυακή κουλτούρα λογοδοσίας ως μέσου βελτίωσης αποτυπώνεται σε πρωτοβουλίες όπως η βάση δεδομένων My School, η εισαγωγή της αυτοαξιολόγησης της σχολικής μονάδας, η αξιολόγηση των στελεχών της εκπαίδευσης και η θέσπιση της ΑΔΙΠΠΔΕ (Αρχή Διασφάλισης Ποιότητας στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση)».

♦ «Υπάρχει ανάγκη για ένα περιβάλλον εντός του οποίου μπορεί να βελτιώνεται το σχολείο. Το περιβάλλον αυτό απαιτεί:... συγκρότηση μιας στρατηγικής αξιολόγησης για τη λογοδοσία και τη βελτίωση των σχολείων. Επιπλέον, αναγκαίοι όροι για την επιτυχία των στόχων αυτών είναι η ανάπτυξη πρακτικών εργαλείων και διαδικασιών για την αξιολόγηση των σχολείων και των διευθυντών όπως επίσης έγκυρες και αξιόπιστες αξιολογήσεις των μαθητών».

Συμπέρασμα

Ο ΟΟΣΑ θεωρεί ότι η δημιουργία βάσης δεδομένων My School, που εξασφαλίζει την αυστηρή και την ανά πάσα στιγμή επιτήρηση του σχολείου από τις κεντρικές υπηρεσίες, η εισαγωγή της αυτοαξιολόγησης της σχολικής μονάδας, η αξιολόγηση των στελεχών της εκπαίδευσης και η θέσπιση της ΑΔΙΠΠΔΕ, συνιστούν απλά ένα πρώτο βήμα για την εφαρμογή και της αξιολόγησης σχολικών μονάδων και εκπαιδευτικών, «μία εμβρυακή κουλτούρα λογοδοσίας». Στην ίδια κατεύθυνση είναι επίσης και το νομοσχέδιο για τις «Υποστηρικτικές Δομές της Εκπαίδευσης», που αναφέρονται επίσης στην έκθεση.

Η επίκληση της «μη τιμωρητικής αξιολόγησης» (λέγεται σε άλλο σημείο) γίνεται μόνο και μόνο για να μην προκληθεί ανησυχία στους εκπαιδευτικούς. Αλλωστε, το να κάνει και το χατίρι στη συγκυβέρνηση και το υπουργείο Παιδείας δεν κοστίζει και τίποτε, όταν όλοι συνομολογούν ότι τώρα προέχει η καλλιέργεια «κουλτούρας αξιολόγησης».

Χαρακτηριστική είναι η απάντηση Γαβρόγλου σε σχετική ερώτηση δημοσιογράφου:

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Θέλω να ρωτήσω τον κ. Γαβρόγλου στην περίπτωση που βρεθεί μια φόρμουλα αξιολόγησης των εκπαιδευτικών, χωρίς τιμωρητικό χαρακτήρα, θα προχωρούσατε σε κάτι τέτοιο; Και για να σας προλάβω, επειδή έχετε πει ότι αυτήν τη στιγμή δεν μπορεί να γίνει αυτό, εννοώ μετά την εφαρμογή προφανώς της αξιολόγησης των σχολικών μονάδων και της αξιολόγησης των στελεχών εκπαίδευσης. Αν είστε ανοιχτός σε μια τέτοια πρόταση. Ευχαριστώ πολύ.

Κ. ΓΑΒΡΟΓΛΟΥ: Να σημειώσουμε, να υπογραμμίσουμε, ότι για πρώτη φορά σε μια τέτοια έκθεση υπάρχει αναφορά σε θέματα τιμωρητικής αξιολόγησης. Αυτά είναι βήματα πολύ σημαντικά...

Το δεύτερο. Εμείς γι' αυτό τον λόγο, ακριβώς γι' αυτό τον λόγο, ακολουθώντας τη συγκεκριμένη πρόταση καταργούμε το Προεδρικό Διάταγμα 152 με το νόμο που θα καταθέσουμε. Ταυτόχρονα όμως αναγνωρίζουμε στο ίδιο νομοσχέδιο τη σημασία της κουλτούρας της αποτίμησης και λέμε: για να υπάρξει κουλτούρα αποτίμησης χρειάζεται μια μέθοδος, χρειάζεται να πειστούν οι άνθρωποι, χρειάζεται να πειστεί η κοινωνία.

Ποια είναι αυτή; Είναι ακριβώς όλα όσα λέμε στο συγκεκριμένο νομοσχέδιο: αυτοαξιολόγηση της σχολικής μονάδας, ανάδραση, μια συλλογικότητα, μια διεπιστημονικότητα με τις δομές που προτείνουμε και νομίζουμε ότι αυτό είναι ένα εξαιρετικό πρώτο βήμα το οποίο πρέπει να ενισχύσουμε και να βελτιώσουμε, χωρίς να είναι η αντιπαράθεση «θα κάνετε στους εκπαιδευτικούς ή δεν θα κάνετε;»...

Διορισμοί

Η έκθεση σημειώνει:

♦ «Για την ευημερία του κάθε σχολείου ξεχωριστά η διακυβέρνηση και χρηματοδότηση πρέπει να συνδέονται. Αυτό απαιτεί συγκρότηση ενός οράματος για την εκπαίδευση που θα είναι εξολοκλήρου προσανατολισμένο στο μέλλον... Απαιτεί επίσης τη δημιουργία σώματος μόνιμων εκπαιδευτικών το οποίο μπορεί να συμβάλλει στην ανάπτυξη ισχυρών εκπαιδευτικών θεσμών και να παρέχει εκπαίδευση υψηλού επιπέδου στους μαθητές τους».

Για το ίδιο θέμα η G. RAMOS και η B. PONT επικεφαλής της συγκεκριμένης ομάδας μελέτης αναφέρουν τα εξής:

G. RAMOS: «Και μιας και έχετε ένα πολύ υψηλό επίπεδο, ποια ήταν η τελευταία φορά που προσλάβατε μόνιμους καθηγητές; Το 2008. Μιλάμε να εντάξουμε τους καθηγητές σε μια διαδικασία κανονικότητας προσλήψεων. Ολα αυτά τα χρόνια έχετε τους αναπληρωτές καθηγητές, όπου οι συμβάσεις τους δεν είναι πολύ ελκυστικές. Το θέμα είναι πώς κάνεις το επάγγελμα του δασκάλου, του καθηγητή, ελκυστικό...».

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Εάν κατ’ αρχήν υπάρχει η πρόβλεψη στην έκθεση για να γίνουν προσλήψεις το επόμενο διάστημα, εάν υπάρχει κάποια πρόβλεψη για συγκεκριμένο αριθμό και εάν υπάρχει πρόβλεψη για κάποιο συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα.

B. PONT: «Δεν έχουμε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα. Πιστεύουμε ότι η Ελλάδα πρέπει να πάρει αυτές τις αποφάσεις και να υποβάλει τις προτάσεις της όσον αφορά την πρόσληψη καθηγητών. Πιστεύουμε ότι ο θεσμός των αναπληρωτών δημιουργεί αρκετά προβλήματα και πιστεύουμε ότι θα πρέπει στα ελληνικά σχολεία οι μαθητές να έχουν μεγαλύτερη σταθερότητα.

Να ξεκινήσουμε ένα μίνιμουμ 5ετούς διάρκειας σύμβασης. Να τους δώσουμε δηλαδή την αρχική σταθερότητα στο νέο τους εργασιακό βίο ή να υπάρχει και ένα νέου είδους σύμβαση που θα είναι πιο ευέλικτο, γιατί υπάρχουν καθηγητές που μένουν σε ένα σχολείο, ή στη σχολική εκπαίδευση και δεν μπορούν να μετακινηθούν, δεν μπορούν να πάνε πουθενά.

Αρα λοιπόν είναι σημαντικό να δώσουμε στα σχολεία του 21ου αιώνα μεγαλύτερη ευελιξία όσον αφορά την πρόσληψη των καθηγητών ούτως ώστε οι καθηγητές να αποκρίνονται στις ανάγκες των σχολείων πολύ περισσότερο από ό,τι συνέβαινε μέχρι τώρα. Και με αυτό τον τρόπο πιθανόν να επιτευχθεί και μεγαλύτερη αποκεντροποίηση των διαδικασιών στα σχολεία».

G. RAMOS: «Αυτό το οποίο θα ήθελα να πω είναι ότι όχι δεν υπάρχει κάποιος χρονικός ορίζοντας, αλλά γνωρίζουμε ότι η υλοποίηση όλων αυτών των προτάσεων απαιτούν χρόνο. Είναι ένα πολύ περίπλοκο ζήτημα. Θα πρέπει να εξετάσουμε τις επιλογές, να δούμε πώς αυτό το νέο πλαίσιο θα μπορούσε να λειτουργήσει και θα έλεγα, όπως έλεγα και στα αρχικά μου σχόλια, εάν η ελληνική οικονομία επανέρχεται στην κανονικότητα, νομίζω ότι οι συμβάσεις των καθηγητών και δασκάλων, θα πρέπει να επανέλθουν στην κανονικότητα. Και αυτό είναι επείγον. Επείγουσας σημασίας ζήτημα».

Συμπέρασμα

Τίποτε δεν έχει αποφασιστεί ακόμη. Οι διορισμοί μόνιμων εκπαιδευτικών έχουν ακόμη πολύ δρόμο. Υπάρχει μόνο μια «διαπίστωση», ένα ευχολόγιο. Οι μόνιμοι διορισμοί συναρτώνται με την πορεία της ελληνικής οικονομίας και από το εάν αυτή θα «πιάσει» τους μνημονιακούς στόχους.

Σημειώνουμε ότι οι εκπρόσωποι του ιμπεριαλιστικού οργανισμού μιλούν επίσης και για «ευελιξία» όσον αφορά στην πρόσληψη εκπαιδευτικών και τη συνδέουν με την επίτευξη «μεγαλύτερης αποκεντροποίησης των διαδικασιών στα σχολεία» (δηλαδή προσλήψεις εκπαιδευτικών με διάφορες συμβάσεις από τα αποκεντρωμένα σχολεία, σε επίπεδο π.χ. περιφέρειας, δήμων ή ακόμη και σχολικών μονάδων). Μιλούν επίσης για πενταετείς συμβάσεις σε κάποιες κατηγορίες αναπληρωτών, που κατά τα φαινόμενα θα είναι και η μόνιμη εξέλιξη, μέχρις ότου οι «θεσμοί» δώσουν το πράσινο φως.

Επισημαίνουμε πως έτσι κι αλλιώς οι μόνιμοι διορισμοί θα είναι ελάχιστοι και με το σταγονόμετρο. Το υπουργείο Παιδείας φρόντισε όλο το προηγούμενο διάστημα γι’ αυτό. Οι συγχωνεύσεις-καταργήσεις σχολείων και τμημάτων, η αύξηση του αριθμού των μαθητών ανά τμήμα, η κατάργηση των γεωγραφικών ορίων των σχολείων, η αύξηση του ωραρίου των εκπαιδευτικών, η ανάθεση δεύτερης και τρίτης ειδικότητας στους εκπαιδευτικούς με την «ενοποίηση των ειδικοτήτων», η μείωση των ωρών στο ωρολόγιο πρόγραμμα, η κατάργηση του υπεύθυνου δάσκαλου στο ολοήμερο σχολείο (στην απογευματινή ζώνη), η κατάργηση των ολιγομελών τμημάτων στα ΕΠΑΛ, οι μεγάλες ανατροπές στο ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό σύστημα, η μείωση των αιτήσεων για συνταξιοδότηση λόγω της μεγάλης ανασφάλειας που δημιούργησε το νέο τοπίο, η υπογεννητικότητα, κ.λπ., είναι οι αιτίες για τη μείωση των οργανικών θέσεων.

Πανελλαδικές εξετάσεις

Η έκθεση σημειώνει:

♦ «Γενικότερα, οι τρέχουσες μεταρρυθμίσεις στα προγράμματα σπουδών και στο Λύκειο παρέχουν μία ευκαιρία για την ενίσχυση των μαθησιακών ικανοτήτων όλων των μαθητών. Τα τεράστια διακυβεύματα που συνδέονται με τις Πανελλήνιες εξετάσεις για την είσοδο στην τριτοβάθμια εκπαίδευση πρέπει να αντιμετωπιστούν. Η ‘’παραπαιδεία’’ έχει λάβει τεράστιες διαστάσεις που υπονομεύουν το ρόλο του σχολείου και της μάθησης καθώς εστιάζει αποκλειστικά σε τεχνικές με στόχο τα επιτυχή αποτελέσματα στις εξετάσεις».

Για το ίδιο θέμα η G. RAMOS αναφέρει:

«Αυτό που προτείνουμε είναι να έχουμε μια καλύτερη κατανόηση της απόδοσης των παιδιών σε διαφορετικά επίπεδα. Αυτό το οποίο συμβαίνει με το σύστημα σήμερα είναι λίγο νεφελώδες όσον αφορά τη συγκεκριμένη εξέταση και είναι ένα σημείο καμπής για όλες τις οικογένειες και για τους νέους και τις νέες που ετοιμάζονται να δώσουν εξετάσεις και ουσιαστικά καθορίζεται το μέλλον τους πιθανό από αυτό.

Μια σχετική σημασία για την εξέταση είναι να σταματήσουν, να μην υπάρχουν οι εξετάσεις αυτές και να γίνεται η αξιολόγηση των μαθητών σε διαφορετικά επίπεδα στη διάρκεια της εκπαίδευσης... Το θέμα είναι το σύστημα να συνοδεύεται με περισσότερη γνώση σε διαφορετικά επίπεδα της διαδικασίας. Δεν είναι εύκολο ζήτημα αλλά η πραγματικότητα μας λέει αυτό το οποίο αναφέραμε όσον αφορά τις οικογένειες που επενδύουν τόσα πολλά στην παραπαιδεία. Πως θα υπάρχει αυτή η εξισορρόπηση των προσπαθειών; Είναι κάτι το οποίο το εξετάζουμε».

Συμπέρασμα

Ποια είναι αλήθεια για τους εμπειρογνώμονες του ΟΟΣΑ «τα τεράστια διακυβεύματα που συνδέονται με τις Πανελλήνιες εξετάσεις για την είσοδο στην τριτοβάθμια εκπαίδευση» που «πρέπει να αντιμετωπιστούν»;

Δεν έχουμε καμιά αμφιβολία ότι δεν πρόκειται για τη μόρφωση και τις γνώσεις των μαθητών, ούτε για τις διαστάσεις της «παραπαιδείας». Ο καημός για τα αποτελέσματα που σημειώνουν τα ελληνόπουλα στο διαγωνισμό PISA, φανερώνει ότι η μόνη έγνοια είναι η απόκτηση συγκεκριμένων δεξιοτήτων που απαιτεί η καπιταλιστική αγορά εργασίας.

Τα «τεράστια διακυβεύματα» είναι η ρύθμιση της ροής προς την τριτοβάθμια εκπαίδευση, η ελαχιστοποίησή της μέσω και της καθιέρωσης ενός νέου συστήματος επιλογής-αξιολόγησης των μαθητών («αξιολόγηση των μαθητών σε διαφορετικά επίπεδα στη διάρκεια της εκπαίδευσης»). Το νέο Λύκειο των συριζαίων είναι ένα τέτοιο παράδειγμα, αφού καθιερώνει ένα αριστοκρατικό, ελιτίστικο Λύκειο, ένα Λύκειο δεξιοτήτων, με την Γ’ τάξη του κανονικό φροντιστήριο και με υψηλότατους ταξικούς φραγμούς.

Τριτοβάθμια εκπαίδευση

Η έκθεση υπογραμμίζει τη σημασία των πρωτοβουλιών που έχει πάρει η κυβέρνηση και το υπουργείο Παιδείας για τις «νέες μορφές διοίκησης της Ανώτατης Εκπαίδευσης» και τον «εξορθολογισμό της οργάνωσης των μεταπτυχιακών σπουδών».

Σημειώνει επίσης:
♦ «Ωστόσο, ακόμα και πριν την οικονομική κρίση, η επαγγελματική απορρόφηση των αποφοίτων ΑΕΙ ήταν χαμηλότερη από τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Η ελληνική τριτοβάθμια εκπαίδευση γνώρισε τα τελευταία χρόνια σαρωτικές αλλαγές. Ενα αναπτυσσόμενο σύστημα λογοδοσίας στην τριτοβάθμια εκπαίδευση κερδίζει έδαφος».

♦ «Διασφάλιση προϋποθέσεων για μια αποτελεσματική τριτοβάθμια εκπαίδευση: Μία πτυχή που μπορεί να τεθεί ως στόχος αφορά τη βελτίωση της διακυβέρνησης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης τόσο ως σύνολο όσο και των επιμέρους θεσμών της. Χρειάζεται μία προοδευτική προσέγγιση μεγαλύτερης αυτονομίας των θεσμών, σύνδεσης του συστήματος χρηματοδότησης με την κυβερνητική στρατηγική για την τριτοβάθμια εκπαίδευση και εξισορρόπηση της μεγαλύτερης αυτονομίας και της αύξησης της λογοδοσίας».

Συμπέρασμα

Οι απεσταλμένοι του ΟΟΣΑ υπογραμμίζουν τη σημασία των αλλαγών που έκαναν οι συριζαίοι στη διοίκηση των ΑΕΙ (Ακαδημαϊκά Συμβούλια Ανώτατης Εκπαίδευσης και Ερευνας σε κάθε διοικητική Περιφέρεια) με το νόμο Γαβρόγλου. Ωστόσο θεωρούν ότι οι αλλαγές αυτές δεν επαρκούν, γι’ αυτό και ζητούν νέες ρυθμίσεις, προφανώς στην κατεύθυνση της ενίσχυσης των χαρακτηριστικών της διοίκησης του επιχειρηματικού πανεπιστήμιου (γι’ αυτό και κάνουν αναφορά και στον «εξορθολογισμό» των μεταπτυχιακών, εννοώντας την καθιέρωση διδάκτρων).


Σημ. Ολες οι εμφάσεις στο κείμενο είναι δικές μας.

Γιούλα Γκεσούλη


ΚΟΝΤΡΑ: ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΥ 28 ΑΠΡΙΛΗ

Δευτέρα 30 Απριλίου 2018