Τετάρτη 21 Αυγούστου 2019 | 14:55

ΕπικαιρότηταPointer

Προσχέδιο νόμου Διαμαντοπούλου

Η ταφόπλακα για το δημόσιο Πανεπιστήμιο

Η κυβέρνηση ενεργεί με το βλέμμα στραμμένο προς τα έξω, προς τους γκαουλάιτερ της τρόικας ακόμα και στα θέματα Παιδείας. Βάζοντας ταφόπλακα στο δημόσιο Πανεπιστήμιο, είναι σαν να τους λέει: εμείς τα ξεπουλήσαμε όλα, ιδιωτικοποιούμε τα πάντα, είμαστε εξαιρετικά πειθήνιοι και υποτελείς, γι’ αυτό κι εσείς μη μας στερείτε τα τοκογλυφικά δάνεια, προκειμένου να συνεχίσει να επιβιώνει ο ελληνικός καπιταλισμός. Αυτός είναι, πιστεύουμε, ο κύριος λόγος που η κυβέρνηση και η Διαμαντοπούλου προχωρούν στην κατεδάφιση του δημόσιου Πανεπιστήμιου με το σχέδιο νόμου, παρά το σημαντικό γεγονός ότι δεν έχουν έστω τις πλάτες των πανεπιστημιακών. Οι Πασόκοι αποφάσισαν να τελειώσουν πολιτικά, προκειμένου να εξυπηρετήσουν στο ακέραιο τα συμφέροντα του διεθνούς και ντόπιου κεφαλαίου. Θα μείνουν στην ιστορία ως μαύρη σελίδα, ως αυτοί που έβαλαν ταφόπλακα στην εργασία και την Παιδεία.
 
Εν μέσω θέρους, λοιπόν, μετά από ένα παιχνίδι συνεχών διαρροών, η Διαμαντοπούλου έδωσε στη δημοσιότητα το προσχέδιο νόμου «Οργάνωση Ανώτατης Εκπαίδευσης, Ανεξάρτητη Αρχή για τη Διασφάλιση και Πιστοποίηση της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση». Ενα νομοσχέδιο, ποτισμένο από τη φασιστική αρχή του «αποφασίζομεν και διατάσσομεν».
 
Καταλύεται το άρθρο 16 του Συντάγματος

Οταν η Διαμαντοπούλου έδωσε στη δημοσιότητα το αρχικό «σχέδιο διαβούλευσης» και διεφάνησαν οι προθέσεις της κυβέρνησης και του υπουργείου Παιδείας, σημειώναμε: «Το ογκώδες, μαχητικό, διεκδικητικό κίνημα της φοιτητικής νεολαίας και της εργαζόμενης κοινωνίας, που μπήκε στο γύψο με τη δικτατορία των συνταγματαρχών και μάτωσε στην ηρωική εξέγερση του Πολυτεχνείου, υποχρέωσε τον νομοθέτη να εγγυηθεί (έστω με το γράμμα του νόμου, γιατί στην πραγματικότητα καθαρή επιστήμη, έρευνα και διδασκαλία στο Πανεπιστήμιο του καπιταλισμού δεν μπορεί να υπάρξει) το 1975, στο άρθρο 16 του Συντάγματος (παρ. 1), την ελευθερία της έρευνας, της επιστήμης και της διδασκαλίας, την ακαδημαϊκή ελευθερία και να ορίσει (παρ. 5) ότι η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση.

 Η πλούσια νομολογία, που αναπτύχθηκε γύρω από το συγκεκριμένο άρθρο, τροφοδοτούμενη από τις απόπειρες της εξουσίας να καταλύσει στη συνέχεια πλευρές ή και ολόκληρο το άρθρο 16 και από τις εκρήξεις του φοιτητικού κινήματος, που πάσχιζε να διαφυλάξει ιερά δικαιώματα και κατακτήσεις, ερμηνεύοντας τις σχετικές διατάξεις, τόνισε πως ο δημόσιος χαρακτήρας των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων ‘’εξαιρεί τις ακαδημαϊκές δραστηριότητες από το πεδίο των ανταλλακτικών, εμπορευματικής μορφής σχέσεων, προκειμένου να εξυπηρετήσει μια θεμελιώδη κοινωνική ανάγκη’’. Υπογράμμισε δε πως ‘’οι παραπάνω διατάξεις αποβλέπουν στη διασφάλιση της αυτονομίας της έρευνας και της επιστήμης σε σχέση τόσο με την πολιτική εξουσία, όσο και με τα ιδιωτικά συμφέροντα’’, και πως η νομική αυτή ταυτότητα των Πανεπιστημίων ‘’συνυφάνθηκε με την υποχρέωση του κράτους να παρεμβαίνει εγγυητικά και να εξασφαλίζει με νομικά και υλικά μέσα την εκπλήρωση της αποστολής των Πανεπιστημίων’’».
 
Τα παραπάνω, συγκρινόμενα με τις διατάξεις του προσχέδιου νόμου που δόθηκε στη δημοσιότητα, καθιστούν φανερό πως το νομοσχέδιο παραβιάζει κατάφωρα το άρθρο 16 του Συντάγματος, επιχειρώντας να δημιουργήσει τετελεσμένα που θα αξιοποιηθούν στην επόμενη συνταγματική αναθεώρηση.
 
Οι υποκριτικές δηλώσεις της Διαμαντοπούλου, ότι το νομοσχέδιο ενισχύει το αυτοδιοίκητο των ΑΕΙ και δεν αμφισβητεί τη δημόσια χρηματοδότησή τους, είναι ο φερετζές για το άγριο τσαλαπάτημα αυτών των συνταγματικών υποχρεώσεων. Και τις τσαλαπατά με την επιβολή του παντοδύναμου Συμβουλίου, που απαρτίζεται και από εξωπανεπιστημιακά μέλη (σχεδόν κατά το ήμισυ) , που χαράζει τη στρατηγική του Ιδρύματος σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, καταρτίζει τον Οργανισμό και τον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας του Ιδρύματος, εγκρίνει τον προϋπολογισμό, εκλέγει και παύει τον πρύτανη και τους κοσμήτορες, έχει τη γενική εποπτεία και έλεγχο της αξιολόγησης, της διαχείρισης των πόρων, αποφασίζει για το άσυλο, κ.λπ. Τις τσαλαπατά με την επιβολή της αξιολόγησης, σύμφωνα με δείκτες και κριτήρια που ισχύουν διεθνώς (π.χ. δείκτες ΟΟΣΑ για την κατάταξη των ΑΕΙ), η οποία αποτελεί και μοχλό πίεσης και εκβιασμού για τη χρηματοδότηση των Ιδρυμάτων, με την πιστοποίηση σπουδών, προγραμμάτων και πτυχίων από «ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες», τη βίαιη εξώθηση προς καπιταλιστές και επιχειρήσεις για την αναζήτηση πόρων, τις προγραμματικές συμφωνίες με το κράτος βασισμένες στην «απόδοση και αποδοτικότητα» –η μη κατάρτιση των οποίων συνεπάγεται και την αναστολή της χρηματοδότησης–, με την υποβάθμιση των πανεπιστημιακών σπουδών στα όρια της κατάρτισης μέσω της επιβολής τριετούς προπτυχιακού κύκλου σπουδών (Μπολόνια), με την κατάργηση των Προγραμμάτων Σπουδών των Τμημάτων και τη δημιουργία σπουδών-σούπα μέσω των πιστωτικών μονάδων, με την επαναφορά της έδρας χρηματοδοτούμενης, άρα και ελεγχόμενης από ιδιώτες, την σκόπιμη σύγχυση μεταξύ επιστήμης και κατάρτισης, μέσω της οργάνωσης προγραμμάτων διά βίου μάθησης, με την κατάργηση των δωρεάν συγγραμμάτων, με την επιβολή (με τρόπο έμμεσο) διδάκτρων και την εφαρμογή πανεπιστημιακού «Καλλικράτη» με κριτήριο «τις δυνατότητες της εθνικής οικονομίας», κ.λπ.
 
Απόλυτος συγκεντρωτισμός και πανεπιστήμια-εταιρίες που διοικούνται και λειτουργούν με όρους καπιταλιστικής αγοράς

Από την εισαγωγή του το νομοσχέδιο κάνει σαφές ότι τα Πανεπιστήμια πρέπει «να ανταποκρίνονται στις ανάγκες της αγοράς εργασίας… καθώς και στις αναπτυξιακές ανάγκες της χώρας… με προσήλωση στις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης και της κοινωνικής συνοχής». Δίνεται συνεπώς το στίγμα ενός Ιδρύματος που ο προσανατολισμός του εξαρτάται από τις εφήμερες ανάγκες της καπιταλιστικής παραγωγής, που ενδιαφέρεται αποκλειστικά για την παραγωγή αντίστοιχης «γνώσης» και τη μετάδοση δεξιοτήτων και όχι για την προαγωγή της επιστήμης . Δηλώνεται επίσης ότι τα ελληνικά Πανεπιστήμια πρέπει «να συμβάλλουν στην οικοδόμηση του ευρωπαϊκού χώρου ανώτατης εκπαίδευσης», δηλαδή να οικοδομήσουν τη δομή και τη λειτουργία τους σύμφωνα με τις κατευθύνσεις της Μπολόνια και όλων των συνευρέσεων των υπουργών Παιδείας των ευρωπαϊκών χωρών, που λειτουργούν υπό την πίεση και τις εντολές των καπιταλιστών των ιμπεριαλιστικών χωρών της ΕΕ και σε ανταγωνισμό με τα αμερικανικά Πανεπιστήμια.
 
Τα παραπάνω υλοποιούνται στην πορεία με τη μετατροπή των προγραμμάτων σπουδών σε σπουδές-σούπα, μέσω της αποτίμησής τους σε πιστωτικές μονάδες, με την επιβολή του τριετούς προπτυχιακού κύκλου σπουδών που υποβιβάζει τα Ιδρύματα σε κέντρα κατάρτισης, με τη συμμετοχή των Πανεπιστημίων στην απάτη της διά βίου αμάθειας μέσω της οργάνωσης προγραμμάτων μονοετούς ή διετούς διάρκειας ώστε να εξασφαλίζεται πρόσθετη χρηματοδότηση για την επιβίωση, με τον μπαμπούλα της αξιολόγησης και πιστοποίησης προγραμμάτων σπουδών, πτυχίων, διδακτικού προσωπικού, φοιτητών, σύμφωνα με τα ισχύοντα «διεθνώς», αλλά και με το κλείσιμο της στρόφιγγας της κρατικής χρηματοδότησης, της οποίας ακόμα και αυτό το ευτελές και πετσοκομμένο ποσό θα δίνεται υπό προϋποθέσεις.
 
Τούτος ο χυδαίος υποβιβασμός των Πανεπιστημίων σε απλά ιδρύματα κατάρτισης και η λειτουργία τους με επιχειρηματικά κριτήρια απαιτούν και ισχυρή διοίκηση στα πρότυπα καπιταλιστικής εταιρίας, ώστε να εξασφαλίζεται η σιωπή των αμνών (φοιτητές, καθηγητικό προσωπικό, ιδίως το κατώτερο) και να αναζητούνται συνεχώς νέοι πόροι για την επιβίωση και ανάπτυξη του Ιδρύματος, μιας και η δημόσια χρηματοδότηση θα δίνεται με το σταγονόμετρο. Γι’ αυτό και η Σύγκλητος περιθωριοποιείται και περιορίζεται αυστηρά στην απλή έκφραση «γνώμης» και τη διοίκηση αναλαμβάνει ένα παντοδύναμο Συμβούλιο, αποστασιοποιημένο από τυχόν εσωτερικές πιέσεις, αυταρχικό και απόλυτα συγκεντρωτικό.
 
Το υπερόργανο αυτό αποτελείται από επτά εσωτερικά μέλη του Ιδρύματος (καθηγητές), επτά εξωτερικά μέλη (ένα χαρακτηριστικό τους είναι η «προσφορά στο κοινωνικό σύνολο από θέση ευθύνης και η γνώση και εμπειρία στον τομέα διοίκησης». Κοντολογίς, πρόκειται για μάνατζερς επιχειρήσεων δημόσιων ή ιδιωτικών) και έναν φοιτητή (το κερασάκι στην τούρτα) εκλεγμένο από ενιαίο ψηφοδέλτιο με καθολική ψηφοφορία των ενεργών φοιτητών, για να τελειώνουν και με το οργανωμένο συνδικαλιστικό κίνημα των φοιτητών (εδώ χτυπιέται η έννοια και όχι η συναλλαγή με τους φοιτητοπατέρες των παρατάξεων των αστικών κομμάτων όπως διατυμπανίζεται, γιατί αυτή παραμένει ισχυρή σε όλα τα επίπεδα, ειδικά με τα κέντρα εξουσίας και μάλιστα εντείνεται, μιας και τα όργανα αποφάσεων γίνονται ολιγομελή).
 
Στο Συμβούλιο ανατίθενται: η στρατηγική ανάπτυξης του Ιδρύματος σε τοπικό, εθνικό και διεθνές επίπεδο, η γενική εποπτεία και ο έλεγχος της λειτουργίας του Ιδρύματος, η κατάρτιση και αναθεώρηση του Οργανισμού και του Εσωτερικού Κανονισμού, η έγκριση του οικονομικού προϋπολογισμού, η έγκριση του προϋπολογισμού και απολογισμού για τη διαχείριση της περιουσίας του Ιδρύματος, η εποπτεία του ΝΠΙΔ (ιδρύεται σε κάθε Πανεπιστήμιο για να διαχειρίζεται τους πόρους ερευνητικών προγραμμάτων, να «αξιοποιεί» τα αποτελέσματα της έρευνας, να διαχειρίζεται την κινητή και ακίνητη περιουσία), η οργάνωση του τρόπου ασφάλειας/προστασίας των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας (δηλαδή η καταπάτηση του πανεπιστημιακού ασύλου, το οποίο θεωρείται ότι κινδυνεύει από κάθε κινηματική διαδικασία), η απόφαση για καταβολή διδάκτρων στους μεταπτυχιακούς φοιτητές, κ.λπ. Το Συμβούλιο διορίζει τον Πρύτανη (και τους Κοσμήτορες), ύστερα από διεθνή πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος (έχει δικαίωμα και να τον παύσει). Δηλαδή ο Πρύτανης μπορεί να είναι καθηγητής και άλλου Πανεπιστήμιου της Ελλάδας ή και του εξωτερικού.
 
Με τον Οργανισμό (που καταρτίζεται από το Συμβούλιο με εισήγηση του Πρύτανη και γνώμη της Συγκλήτου) καθορίζονται: η ακαδημαϊκή, διοικητική και οικονομική λειτουργία, τα ειδικά προσόντα επιλογής και εξέλιξης των μελών του εκπαιδευτικού προσωπικού (μπορεί δηλαδή να είναι διαφορετικά από Πανεπιστήμιο σε Πανεπιστήμιο, εκτός από το διδακτορικό που απαιτείται για να γίνει κάποιος καθηγητής), τα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις των φοιτητών (ό,τι έχει σχέση με τη φοίτηση), οι αρχές λειτουργίας των προγραμμάτων σπουδών και η έγκριση των προγραμμάτων διά βίου μάθησης και εξ αποστάσεως εκπαίδευσης, η ίδρυση σχολής μεταπτυχιακών σπουδών, η έκταση και οι προϋποθέσεις χορήγησης «ανταποδοτικών υποτροφιών» στους φοιτητές, η διαδικασία κατάρτισης των προγραμματικών συμφωνιών, οι τρόποι κατάργησης κάθε έννοιας ασύλου (σεκιούριτι, κ.λπ.) κ.α. Αντίστοιχα με τον Εσωτερικό Κανονισμό (που καταρτίζεται επίσης από το Συμβούλιο, ύστερα από εισήγηση του Πρύτανη και γνώμη της Συγκλήτου) καθορίζονται όλα τα θέματα εσωτερικής λειτουργίας του Ιδρύματος.
 
Οσον αφορά στο διδακτικό προσωπικό, το νομοσχέδιο καταργεί τη βαθμίδα του λέκτορα, ενώ η μονιμότητα διασφαλίζεται στη βαθμίδα του αναπληρωτή καθηγητή. Το μόνιμο προσωπικό προφανώς θα είναι ελάχιστο, αφού το νομοσχέδιο προβλέπει για την κάλυψη των εκπαιδευτικών αναγκών την πρόσληψη προσωπικού με πανσπερμία εργασιακών σχέσεων (ατομικές συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, επισκέπτες καθηγητές, ομότιμοι καθηγητές χωρίς αμοιβή σε προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών).
 
Η ξενοδουλεία και ξενολαγνεία , αλλά και η προσπάθεια δημιουργίας σκληρού περιβάλλοντος σταθερά προσανατολισμένου στην επιχειρηματική λειτουργία και συμπεριφορά του Πανεπιστήμιου και στα ευρωπαϊκά δεδομένα (Μπολόνια), εκφράζεται και με το γεγονός ότι τα μέλη του διδακτικού προσωπικού εκλέγονται από εκλεκτορικά σώματα, των οποίων τουλάχιστον 3 από τα 7 μέλη προέρχονται από άλλο Πανεπιστήμιο της ημεδαπής ή του εξωτερικού και οι προϋποθέσεις εκλογής και η «καταλληλότητα των προσόντων του διδακτικού προσωπικού» αποτελούν στοιχείο αξιολόγησης και πιστοποίησης του Ιδρύματος από «ανεξάρτητη» Αρχή (οι ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες που απαρτίζουν την επιτροπή πιστοποίησης προέρχονται από το μητρώο εμπειρογνωμόνων, στο οποίο εντάσσονται υποχρεωτικά και αλλοδαποί «ειδικοί»). Η υποβάθμιση του εκπαιδευτικού και ερευνητικού έργου των Πανεπιστημίων της Ελλάδας αποτυπώνεται επίσης στη δυνατότητα των Πανεπιστημίων να μπορούν να εκλέγουν καθηγητές οι οποίοι υπηρετούν ταυτόχρονα στο εξωτερικό (ή το εσωτερικό) χωρίς οι τελευταίοι να παραιτηθούν από τη θέση τους στο εξωτερικό (ή το αντίστροφο), (θα έρχονται εδώ για μαθήματα «αρπαχτής»).
 
Κατάργηση ασύλου

Η κυβέρνηση επέλεξε να προχωρήσει στην ωμή κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου, με «την επιστροφή στις ρίζες του ασύλου», κρίνοντας ότι στις μέρες μας, της άγριας σαρωτικής επίθεσης σε όλα τα μέτωπα που κυοφορεί κοινωνικές εκρήξεις και εξεγέρσεις, δεν επαρκεί για να επιβληθεί ο φασισμός και η τρομοκρατία στους πανεπιστημιακούς χώρους, η διάταξη του «νόμου Γιαννάκου», όπως δήλωνε αρχικά η Διαμαντοπούλου.
 
Στο νομοσχέδιο δεν γίνεται η παραμικρή αναφορά στο άσυλο. Η επιδίωξη της κατάργησής του γίνεται με κουτοπόνηρο τρόπο. Αφού δεν υπάρχει ο όρος, άρα δεν υπάρχει ανάγκη και για νομοθετική κατοχύρωσή του. Στο νομοσχέδιο αναφέρεται απλά ότι «στα ΑΕΙ κατοχυρώνεται η ακαδημαϊκή ελευθερία στην έρευνα, καθώς και η ελεύθερη έκφραση και διακίνηση των ιδεών», υπεύθυνος για την τήρηση ορίζεται ο Πρύτανης, ενώ ο Οργανισμός ορίζει «τη διαδικασία διαφύλαξης της ακαδημαϊκής ελευθερίας» («διαδικασία για την προστασία και ασφάλεια του προσωπικού και της περιουσίας του ιδρύματος», «φορείς φύλαξης του ιδρύματος»). Το πώς η κυβέρνηση αντιλαμβάνεται την προάσπιση της «ακαδημαϊκής ελευθερίας», μας το εξηγεί ο Ειδικός Γραμματέας του υπουργείου Παιδείας Παπάζογλου, όταν ρωτήθηκε από δημοσιογράφο αν η Αστυνομία θα πάει στο χώρο του Πανεπιστήμιου σε περίπτωση που κάποιος πολίτης καταγγείλει ότι γίνονται «έκτροπα». «Ακριβώς. Αυτό σημαίνει ελεύθερη διακίνηση των ιδεών και πραγματική ακαδημαϊκή ελευθερία κατά τη γνώμη μου», δήλωσε χαρακτηριστικά.
 
Η σιγή νεκροταφείου (αποτροπή καταλήψεων, φοιτητικών κινητοποιήσεων, απεργιών εκπαιδευτικού και διοικητικού προσωπικού) επιβάλλεται και με άλλες μεθόδους. Η παράταση του διδακτικού εξαμήνου, η διακοπή του εκπαιδευτικού έργου και της λειτουργίας του Ιδρύματος «επιτρέπεται με απόφαση του Πρύτανη και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις».
 
Τρεις κύκλοι και «σούπες» προγραμμάτων σπουδών

Το νομοσχέδιο επιβάλλει διά ροπάλου τους τρεις κύκλους σπουδών της κακόφημης Μπολόνια. Τα Πανεπιστήμια υποβιβάζονται σε σχολές κατάρτισης με τον πρώτο κύκλο σπουδών να ορίζεται τριετής (περιλαμβάνει μαθήματα που αντιστοιχούν σε 180 ακαδημαϊκές μονάδες, όταν ένα ακαδημαϊκό έτος απαιτεί μαθήματα που αντιστοιχούν σε 60 μονάδες).
 
Ο πρώτος κύκλος οδηγεί σε πτυχίο. Για ξεκάρφωμα το νομοσχέδιο αναφέρει ότι θα εκδοθεί ΠΔ, ύστερα από εισήγηση των Ιδρυμάτων και γνώμη της ΑΔΙΠ (της Ανεξάρτητης Αρχής Διασφάλισης της Ποιότητας), που θα ορίζει το σύνολο των ακαδημαϊκών μονάδων που απαιτούνται για τη λήψη πτυχίου ανά Σχολή. Ομως, άπειρες είναι οι φορές που τα υποτιθέμενα ΠΔ δεν εκδόθηκαν ποτέ, ενώ το νομοσχέδιο υπογραμμίζει με νόημα πως το σύνολο των ακαδημαϊκών μονάδων ανά Σχολή θα λαμβάνει υπόψη «και τις αντίστοιχες εξελίξεις ανά επιστημονικό πεδίο στον ευρωπαϊκό χώρο ανώτατης εκπαίδευσης».
 
Συνεπώς, οδηγούμαστε τροχάδην στις τριετείς σπουδές, αφού αυτή είναι η διαδεδομένη ευρωπαϊκή πρακτική (bachelor), που προέκυψε από τις σύγχρονες ανάγκες του κεφαλαίου για μαζική παραγωγή «χεριών», για εργαζόμενους φθηνούς με γνώσεις «μιας χρήσης» και για μια ελίτ στελεχικού δυναμικού με μεταπτυχιακούς και διδακτορικούς τίτλους. Ο δεύτερος κύκλος -μεταπτυχιακός- (διάρκειας 1-2 ετών το πολύ) και πολύ περισσότερο ο τρίτος -διδακτορικός- (διάρκειας 1-2 ετών κατά μέγιστο συν η εκπόνηση της διδακτορικής διατριβής), προορίζεται για μια ελίτ, που θα στελεχώνει τις επιχειρήσεις του κεφαλαίου και τον κρατικό μηχανισμό. Τα ταξικά τείχη που θα ορθώνονται ανάμεσα στους κύκλους σπουδών θα είναι προφανώς αυστηρές εξετάσεις και κριτήρια επιλογής, καθώς και δίδακτρα, που προβλέπονται από το νομοσχέδιο για τους μεταπτυχιακούς κύκλους.
 
Βασική διοικητική και ακαδημαϊκή μονάδα σε κάθε Ιδρυμα ορίζεται η Σχολή. Οι φοιτητές εισάγονται καταρχήν σε Σχολή και στη συνέχεια εντάσσονται σε προγράμματα σπουδών από το δεύτερο έτος. Η ρύθμιση αυτή αυξάνει και εντείνει τους ταξικούς φραγμούς, βάζοντας διπλά φίλτρα ξεσκαρταρίσματος, ενώ και πάλι δεν επιτυγχάνεται η φοίτηση του φοιτητή στη σχολή πρώτης προτίμησής του, μιας και ο κλειστός αριθμός εισακτέων διατηρείται και μέσα στη Σχολή για τη μεταπήδηση στο δεύτερο έτος. Το νομοσχέδιο αναφέρει χαρακτηριστικά ότι για την κατάταξη των φοιτητών στα προγράμματα σπουδών, «μετά την επιτυχή ολοκλήρωση του γενικού προγράμματος σπουδών του πρώτου ακαδημαϊκού έτους… λαμβάνονται υπόψη η βαθμολογία των εισαγωγικών εξετάσεων, οι επιδόσεις των φοιτητών στο πρώτο ακαδημαϊκό έτος και οι προτιμήσεις τους, σύμφωνα με τις ειδικότερες προβλέψεις του Οργανισμού».
 
Η κατάργηση των προγραμμάτων σπουδών των Τμημάτων, που ορίζονται στο πεδίο συνεκτικότητας μιας επιστήμης, η οργάνωση των σπουδών με βάση όχι την ενότητα της επιστήμης, που είναι απαραίτητο συστατικό για την ανάπτυξη και πρόοδό της, αλλά ένα σύστημα διδακτικών μονάδων ατάκτως ερριμμένων, που οδηγούν σε πτυχία πολλαπλών ταχυτήτων (οι φοιτητές επιλέγουν τις ατομικές τους διαδρομές, συλλέγοντας διδακτικές μονάδες, το άθροισμα των οποίων είναι απαραίτητο για το πτυχίο), σαφώς μη ισοδύναμων, με ευνόητη την κατάργηση της συλλογικής κατοχύρωσης επαγγελματικών δικαιωμάτων, μετατρέπουν τις σπουδές σε «σούπα». Ταιριαστή αλήθεια ρύθμιση με τον φθηνό προπτυχιακό κύκλο απλής κατάρτισης και απόκτησης δεξιοτήτων ευθυγραμμισμένων με την αγορά.
 
Η πλήρης εφαρμογή του συστήματος πιστωτικών μονάδων θα έχει άμεση εφαρμογή στο μέλλον και στη διασύνδεση των πανεπιστημιακών προγραμμάτων σπουδών με τα συστήματα διά βίου μάθησης, δηλαδή με τα κάθε είδους μαγαζιά κατάρτισης και επανακατάρτισης. Αλλωστε, είναι γνωστό ότι η Μπολόνια προβλέπει τέτοιου τύπου ανακατώματα στη συλλογή διδακτικών μονάδων. Από τώρα, όμως, δίνεται μια πρόγευση της σκόπιμης σύγχυσης μεταξύ εκπαίδευσης, επιστήμης και κατάρτισης (εξ ου και η αναφορά στο Εθνικό Πλαίσιο Προσόντων, μέσω του οποίου όλα αυτά τα χαρτιά -πτυχία, διπλώματα, πιστοποιητικά, βεβαιώσεις, ακόμη και εργασιακή εμπειρία- παντρεύονται αρμονικά). Τα Πανεπιστήμια, σύμφωνα με το νομοσχέδιο, έχουν τη δυνατότητα να οργανώνουν «προγράμματα σύντομου κύκλου σπουδών» (μέχρι 2 έτη), τα οποία ολοκληρώνονται με «την απονομή διπλώματος», όπως και προγράμματα εξ αποστάσεως εκπαίδευσης. Ολα τούτα αποτελούν και μια φανερή περίπτωση ιδιωτικοποίησης της λειτουργίας του δημόσιου Πανεπιστήμιου, αφού εκτός των άλλων επιβάλλονται και δίδακτρα. Στην ίδια κατεύθυνση αποκόμισης πόρων είναι και η διοργάνωση προγραμμάτων σπουδών σε ξένη γλώσσα, η ενίσχυση διεθνών προπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών που θα προσελκύουν και ξένους φοιτητές-πελάτες.
 
Κραυγαλέα περίπτωση ιδιωτικοποίησης, αλλά και οπισθοδρόμησης σε ολιγαρχικά, αυταρχικά και συντηρητικά μοντέλα διοίκησης είναι και η επαναφορά της έδρας («επώνυμη έδρα»), με την ευγενική «χορηγία» ιδιωτών (π.χ. έδρα Κόκκαλη, Λαμπράκη, Μπόμπολα, κλπ.).
 
Φοιτητές-στρατιωτάκια

Η σιωπή των αμνών επιβάλλεται στα Πανεπιστήμια. Το νομοσχέδιο επιχειρεί να δημιουργήσει φοιτητές-στρατιωτάκια, αυστηρά προσηλωμένους στα μαθήματά τους, εμπεδώνοντας το τρομοκρατικό κλίμα της καπιταλιστικής επιχείρησης, πολύ χρήσιμο για το κεφάλαιο, όταν οι φοιτητές θα γίνουν οι αυριανοί εργαζόμενοι. Καθιερώνεται ανώτατος χρόνος σπουδών, που ισούται με τα απαιτούμενα έτη σπουδών για τη λήψη του πτυχίου (ν έτη), προσαυξημένα κατά δυο χρόνια (ν+2). Οι εργαζόμενοι φοιτητές, προκειμένου να υπαχθούν στη ρύθμιση της «μερικής φοίτησης», που έχει ως ανώτατο χρόνο σπουδών 2ν έτη, πρέπει να είναι «αποδεδειγμένα εργαζόμενοι». Τούτο αποκλείει αυτομάτως τη συντριπτική πλειοψηφία της εργαζόμενης φοιτητικής νεολαίας, της προερχόμενης κατά κανόνα από χαμηλά κοινωνικά στρώματα, αφού είναι γνωστό το γενικευμένο καθεστώς μαύρης εργασίας που βασιλεύει.
 
Προβλέπεται επίσης η αυτοδίκαιη διαγραφή του φοιτητή από τη Σχολή σε περίπτωση που αυτός δεν εγγραφεί για δυο συνεχόμενα εξάμηνα. Αυτό γίνεται για να επιβληθεί κλίμα πειθάρχησης και τρομοκρατίας, αλλά και για να ξέρει το κράτος ανά πάσα στιγμή ποιοι είναι οι «ενεργοί φοιτητές», με βάση τους οποίους θα δίνονται τα ψίχουλα της κρατικής χρηματοδότησης. Οι προϋποθέσεις διατήρησης της φοιτητικής ιδιότητας (π.χ. αν θα μπουν δίδακτρα από κει κι έπειτα), μετά την εκπνοή του ανώτατου χρόνου σπουδών (ν+2 για τους φοιτητές πλήρους φοίτησης και 2ν για τους φοιτητές μερικής φοίτησης) ορίζονται από τον Οργανισμό.
 
Διαρρηγνύει τα ιμάτιά της η Διαμαντοπούλου για να μας πείσει ότι δεν θα υπάρχουν δίδακτρα στις προπτυχιακές σπουδές. Αλλά και μόνο η επιβολή του προπτυχιακού τριετούς κύκλου σπουδών υποκρύπτει από μόνη της την επιβολή διδάκτρων. Γιατί ο φοιτητής, που έπαιρνε το βασικό πτυχίο στα 4 ή 5 χρόνια, το οποίο θεωρούνταν επαρκές στην αγορά εργασίας, χωρίς να καταφεύγει υποχρεωτικά στα μεταπτυχιακά, θα είναι τώρα υποχρεωμένος, προκειμένου να έχει μια επαγγελματική διέξοδο να επιδιώκει μεταπτυχιακές σπουδές, οι οποίες, όμως, απαιτούν δίδακτρα. Δειλό βήμα για την επιβολή διδάκτρων είναι η θέσπισή τους καταρχήν για τους αλλοδαπούς φοιτητές. Η κατάργηση επίσης της δωρεάν διανομής συγγραμμάτων από το 2014-15, τα οποία θα αναρτώνται μόνο στο διαδίκτυο, αποτελεί έμμεση καταβολή διδάκτρων. Γιατί ο φοιτητής θα είναι υποχρεωμένος να «κατεβάσει» και τυπώσει χιλιάδες σελίδες και το σημαντικότατο αυτό έξοδο θα το επωμιστεί ο ίδιος. Το νομοσχέδιο προβλέπει ότι έως το 2013-14 θα διανέμεται ένα μόνο σύγγραμμα ανά μάθημα, γεγονός που και πάλι επιβαρύνει τους φοιτητές, όταν απαιτούνται για κάθε μάθημα περισσότερα του ενός συγγράμματα. Χέρι, όμως, θα μπει και στη σίτιση-στέγαση των φοιτητών (προφανώς με τα νέα δεδομένα του αφορολόγητου ορίου). Οπως αναφέρει σχετικό δελτίο Τύπου, το υπουργείο Παιδείας, «επεξεργάζεται ένα νέο στρατηγικό σχεδιασμό αναφορικά με τη λειτουργία των φοιτητικών εστιών».
 
Η κατάργηση της δωρεάν Παιδείας σηματοδοτείται και με τη θέσπιση «ανταποδοτικών υποτροφιών» -με υποχρέωση των φοιτητών να προσφέρουν εργασία με μερική απασχόληση στο Ιδρυμα- και δανείων, τα οποία οι φοιτητές θα αποπληρώνουν μετά την έναρξη απασχόλησής τους. Θα δημιουργηθούν δηλαδή καταχρεωμένοι από τα γεννοφάσκια τους εργαζόμενοι, δέσμιοι για μια ζωή των τραπεζών (ο Γιωργάκης εμπνέεται από τα αμερικανικά πανεπιστήμια). Βεβαίως, τα δάνεια θα συναρτώνται «με τις ακαδημαϊκές επιδόσεις του φοιτητή».
 
Αξιολόγηση-χρηματοδότηση-προγραμματικές συμφωνίες

Το νομοσχέδιο χωρίς περικοκλάδες επιβάλλει την αξιολόγηση των πάντων, την οποία συνδέει με τη χρηματοδότηση. Για το σκοπό αυτό, η δημόσια χρηματοδότηση διακρίνεται σε δυο μέρη. Το πρώτο μέρος κατανέμεται στα Ιδρύματα με βάση τον αριθμό των «ενεργών φοιτητών» και συνίσταται στα τελείως απαραίτητα (κατά το γνωστό φως, νερό, τηλέφωνο), το δε δεύτερο μέρος τίθεται προφανώς υπό αίρεση, αφού αποδίδεται «με βάση τους δείκτες ποιότητας και επιτευγμάτων και σύμφωνα με το βαθμό επίτευξης των στόχων που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ της πολιτείας και των ιδρυμάτων».
 
Οι περίφημοι αυτοί δείκτες δεν έχουν καμιά σχέση με την προαγωγή αυτής καθαυτής της επιστήμης και την κατάκτησή της από τους φοιτητές, ούτε με την προαγωγή γενικά της βασικής έρευνας που τα αποτελέσματά της μπορούν να φανούν στο μέλλον και αφορούν το γενικό καλό. Εχουν να κάνουν «με την αποτελεσματική λειτουργία και απόδοση των υπηρεσιών, σύμφωνα με τις διεθνείς πρακτικές, ιδίως εκείνες του Ευρωπαϊκού Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης», με ποσοτικά δηλαδή κριτήρια επιβολής μιας ιδιότυπης δημοσιονομικής πειθαρχίας στα Ιδρύματα και με την διασύνδεση του Πανεπιστήμιου με τις καπιταλιστικές επιχειρήσεις, η οποία μπορεί να αποφέρει πρόσθετα έσοδα. Π.χ. αριθμητική σχέση αποφοίτων σε σχέση με τους εισερχόμενους φοιτητές, αριθμός φοιτητών στα προγράμματα διά βίου μάθησης, αριθμός Κέντρων Αριστείας, πορεία επαγγελματικής ένταξης αποφοίτων, αριθμός φοιτούντων αλλοδαπών φοιτητών, αριθμός μελών επιστημονικού προσωπικού που επιτυγχάνουν χρηματοδότηση από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Ερευνας, δημοσιεύσεις, κ.λπ.
 
Τα ΑΕΙ μπορούν επίσης να χρηματοδοτούνται από ιδιωτικούς φορείς της Ελλάδας και του εξωτερικού και τούτο αποτελεί στοιχείο θετικής αξιολόγησής τους. Για να υλοποιούνται οι διαδικασίες της αξιολόγησης αναβαθμίζεται η ΑΔΙΠ της Γιαννάκου και μετατρέπεται και σε Αρχή Πιστοποίησης. Διότι τώρα δεν αρκεί απλά η αξιολόγηση, απαιτείται και η πιστοποίηση των πάντων, των προγραμμάτων σπουδών, των πτυχίων και των εσωτερικών συστημάτων διασφάλισης της ποιότητας (όπως ακριβώς τα προϊόντα μιας εταιρίας). Η πιστοποίηση είναι διαδικασία εξωτερικής αξιολόγησης, με βάση συγκεκριμένα κριτήρια και δείκτες που ισχύουν διεθνώς, όπως είναι «τα μαθησιακά αποτελέσματα και τα επιδιωκόμενα προσόντα σύμφωνα με το Εθνικό Πλαίσιο Προσόντων, η ζήτηση στην αγορά εργασίας των αποκτώμενων προσόντων, η ακαδημαϊκή φυσιογνωμία και προσανατολισμός του προγράμματος σπουδών κ.α. Στην επιτροπή πιστοποίησης, που συγκροτείται από την ΑΔΙΠ μετέχουν υποχρεωτικά και αλλοδαποί εμπειρογνώμονες. Η έκδοση αρνητικής πιστοποίησης συνεπάγεται και περιορισμό της χρηματοδότησης του Ιδρύματος. Το ακαδημαϊκό προσωπικό δεν κρίνεται κατάλληλο για τη διαχείριση της έρευνας και της περιουσίας του Ιδρύματος. Απαιτούνται άνθρωποι με προσόντα και νοοτροπία μάνατζερ. Προς τούτο, σε κάθε Πανεπιστήμιο ιδρύεται ένα ΝΠΙΔ, που αναλαμβάνει τα παραπάνω. Η κατηγοριοποίηση των Ιδρυμάτων, η υπογράμμιση και ανάδειξη των ταξικών διαφορών επιβεβαιώνονται και μέσα από τη δημιουργία Κέντρων Αριστείας, τα οποία απολαμβάνουν «πρόσθετη στήριξη» από το κράτος.
 
Τα Πανεπιστήμια είναι υποχρεωμένα να συντάσσουν τετραετή ακαδημαϊκά-αναπτυξιακά προγράμματα, των οποίων οι κατευθύνσεις καθορίζονται από το Συμβούλιο. Τα προγράμματα αυτά αποτελούν δεσμευτικές συμφωνίες με την πολιτεία, η οποία λαμβάνει υπόψη της «ιδίως τη συμμόρφωση προς τα αποτελέσματα της διαδικασίας αξιολόγησης και πιστοποίησης». Στην περίπτωση που το Πανεπιστήμιο δεν καταρτίσει το πρόγραμμα αυτό, κάθε κρατική χρηματοδότηση προς το Ιδρυμα αναστέλλεται, με εξαίρεση τους πόρους για τη μισθοδοσία του προσωπικού, την κάλυψη των λειτουργικών εξόδων και τη φοιτητική μέριμνα. Κοντολογίς, τα Ιδρύματα στραγγαλίζονται παντί τρόπω, ώστε να υποταχθούν στην κυρίαρχη πολιτική. Τα παραπάνω κάνουν σκόνη τις συνταγματικές επιταγές για την «πλήρη αυτοδιοίκηση» και την υποχρέωση της δημόσιας χρηματοδότησης.
 
Πανεπιστημιακός «Καλλικράτης»

Οι σαρωτικές συγχωνεύσεις-καταργήσεις πανεπιστημιακών τμημάτων και ΤΕΙ αφήνονται για την επόμενη φάση του Αρμαγεδώνα στην ανώτατη εκπαίδευση. Το νομοσχέδιο προβλέπει έκδοση σχετικού ΠΔ από τα συναρμόδια υπουργεία. Ακόμη και το παντοδύναμο Συμβούλιο και η ΑΔΙΠ περιορίζονται στην απλή εκφορά «γνώμης», όταν πρόκειται για ζητήματα πετσοκόμματος των δαπανών, με γνώμονα πάντα «τις ανάγκες και δυνατότητες της εθνικής οικονομίας», δηλαδή τις δεσμεύσεις απέναντι στην τρόικα και το Μνημόνιο.
 
Γιούλα Γκεσούλη

Τετάρτη 06 Ιουλίου 2011