Πέμπτη 27 Ιουνίου 2019 | 07:32
Δεύτερη Δίκη ΕΛΑ

Δεύτερη Δίκη ΕΛΑPointer

64η συνεδρίαση

Παρασκευή, 24/6/05

Τελευταία συνεδρίαση του δικαστήριου στο ακροατήριο και ο λόγος σε όσους κατηγορούμενους ζήτησαν να δευτερολογήσουν.
 
Πρώτος, ο Χρ. Τσιγαρίδας, το πλήρες κείμενο της δευτερολογίας του οποίου παρατίθεται στη συνέχεια (από γραπτό κείμενο που έδωσε ο ίδιος):
 
Κύριε πρόεδρε, κυρία και κύριοι δικαστές
 
Είναι γεγονός, ότι μας δόθηκε η ευχέρεια και η άνεση σε όλη τη διάρκεια της δίκης να διατυπώνουμε τις θέσεις μας σε κρίσιμα σημεία που αναδεικνύονταν από τη διαδικασία. Ομως, η δικαιολόγηση των προτάσεων των εισαγγελέων, οι απολογίες των συγκατηγορούμενων μου, οι αγορεύσεις των συνηγόρων υπεράσπισης επιβάλλουν τη σημερινή μου δευτερολογία, σε μια τελευταία προσπάθεια να ξεκαθαρίσουν ορισμένα νομικά αλλά και σοβαρά πολιτικά θέματα.
 
Α. ΓΙΑ ΤΗΝ «Αντιπληροφόρηση»
 
Μετά τις λεπτομερείς εξηγήσεις που δόθηκαν από μένα και πολλούς μάρτυρες, αλλά και τα κείμενα των «Αντιπληροφορήσεων» που είχατε στη διάθεση σας, θα έλεγε κανείς ότι δεν έμεινε καμία αμφιβολία ότι η «Αντιπληροφόρηση» ήταν περιοδικό του ευρύτερου χώρου κοινωνικής αντίστασης, χωρίς να είναι όργανο κάποιας συγκεκριμένης οργάνωσης, που εκδιδόταν μέχρι τη δολοφονία του Χρήστου Κασίμη σε νόμιμα νοικιασμένο χώρο, γνωστό σε δεκάδες ανθρώπους. Οι εισαγγελείς, όμως, δεν άκουσαν τίποτε. Γι’ αυτούς η «Αντιπληροφόρηση» ήταν το περιοδικό του ΕΛΑ και το υπόγειο στη λεωφόρο Ιωνίας ήταν η γιάφκα του ΕΛΑ. Η έλλειψη έστω και ενδείξεων ενοχής τους αναγκάζει να παραποιούν την πραγματικότητα. Πάνω σ’ αυτό δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να προστεθεί. Οποιος θέλει να καταλάβει καταλαβαίνει. Οποιος θέλει να υπηρετήσει σκοπιμότητες θα παραποιεί βάναυσα την πραγματικότητα.
 
Β. ΓΙΑ ΤΗΝ Οργανωτική δομή του ΕΛΑ
 
Σας την εξήγησα αναλυτικά. Μάρτυρες με επιβεβαίωσαν, όπως η κ. Μπόση και άλλοι, καταθέτοντας τις γνώσεις τους και τη θεωρητική τους κατάρτιση, κάνοντας συγκρίσεις με άλλες οργανώσεις. Αλλά και αν δεν σας φτάνουν τα όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες, υπάρχει η αποκλειστική πηγή άντλησης πληροφοριών και αυθεντικής ερμηνείας, δηλαδή το ιδεολογικοπολιτικό κείμενο του ΕΛΑ, που με επιβεβαιώνει.
 
Το μοντέλο οργάνωσης του ΕΛΑ ήταν εντελώς διαφορετικό από των αστικών κομμάτων και των κομμάτων της Αριστεράς, γιατί ήταν βασισμένο στην αρχή της Αυτονομίας.
 
Τον ΕΛΑ τον αποτελούσαν ομάδες αυτόνομες πολιτικά. Τα μέλη της κάθε ομάδας είχαν διαμορφωμένες πολιτικές απόψεις, γιατί συμμετείχαν στο κίνημα -όχι στην αντιδικτατορική αντίσταση- και κάποια στιγμή συμφώνησαν με το ιδεολογικοπολιτικό κείμενο του ΕΛΑ και συμμετείχαν στις δραστηριότητές του. Δεν είχαν ανάγκη από καθοδηγητές, αυτούς προσπαθούσαν να τους αποφύγουν. Αυτές οι ομάδες ήταν και αυτοδύναμες επιχειρησιακά. Χρησιμοποιούσαν για πάρα πολλά χρόνια απλά υλικά, βενζίνη, σπίρτα, κατόλ. Είναι αφελές να προβάλλεται η άποψη ότι για την κατασκευή ενός απλού μηχανισμού χρειάζεται «ειδικευμένος ηλεκτρολόγος». Η απλούστερη συνδεσμολογία που χρειάζεται διδάσκεται λεπτομερώς στο βιβλίο της Φυσικής της τρίτης γυμνασίου. Ποιο αφελής είναι η άποψη ότι χρειζόντουσαν «έγκριση» από τις άλλες ομάδες ή από κάποια ηγετική ομάδα για τους στόχους που επέλεγαν. Τι ήταν οι στόχοι; Αμερικάνικα αμάξια, στόχοι που συμβόλιζαν θεσμικά τους υπαίτιους για την εκμετάλλευση και καταπίεση του εργαζόμενου λαού, στόχοι που συνδέονταν με την καθημερινότητα. Οσο για ηγετική ομάδα, ουδέποτε υπήρξε τέτοια στον ΕΛΑ. Αυτό είναι ιστορικό γεγονός που ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει.
 
Συμφέρει αυτή η αλήθεια τους διωκτικούς μηχανισμούς; Οχι βέβαια! Γιατί πάει περίπατο η συλλογική ευθύνη!
 
Υπήρχε ανάγκη σύνδεσης μεταξύ των αυτόνομων και αυτοδύναμων ομάδων; Βεβαίως και υπήρχε, για να εξασφαλίζεται το ενιαίο της οργάνωσης. Για να γίνεται η ανταλλαγή των πολιτικών απόψεων και των εμπειριών, να αναπτύσσεται η κριτική και αυτοκριτική και ιδιαίτερα για το συντονισμό του μαζικού και κοινωνικού αγώνα. Υπάρχει μια διαλεκτική σχέση ανάμεσα στην αυτόνομη δράση των ομάδων και στη δράση του ΕΛΑ ως συνόλου, που δεν είναι ένα απλό άθροισμα ομάδων. Αυτή η διαλεκτική σχέση συνιστά την έννοια της αυτονομίας, που δεν είναι καμιά ανακάλυψη του ΕΛΑ. Ως ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική κατεύθυνση υπήρξε και πριν τον ΕΛΑ. Μάρτυρες σας μίλησαν για το ρεύμα της Αυτονομίας στην Ιταλία. Εγώ σας είπα για τους Τουπαμάρος. Δεν έχω, βέβαια, την απαίτηση να γίνει αυτό αντιληπτό σε βάθος από ανθρώπους που δεν έχουν τριβή μ’ αυτές τις έννοιες και έχουν μάθει να σκέφτονται με βάση τα κυρίαρχα μοντέλα, αυτά με τα οποία λειτουργούν τα αστικά κόμματα. Εκείνο που δεν δέχομαι, όμως, είναι να παραποιείται τόσο απροκάλυπτα μια ιστορική αλήθεια, επειδή έτσι βολεύει την πολιτική σκοπιμότητα της συγκυρίας.
 
Πώς γινόταν η συνδεση των αυτόνομων ομάδων του ΕΛΑ;  Ας πούμε ότι ήταν τρεις ομάδες. Η «Α», η «Β», η «Γ». Ενα μέλος από την Α ομάδα γνώριζε ή γνώρισε ένα μέλος από τη Β και ένα μέλος από τη Γ. Ενα μέλος από τη Β γνώριζε ή γνώρισε ένα μέλος από τη Γ. Ετσι έκλεινε ο κύκλος όταν χρειαζόταν να κλείσει.
 
Γ. Η στάση μου απέναντι στις κατηγορίες
 
Ανέλαβα την πολιτική ευθύνη της συμμετοχής μου στον ΕΛΑ, θέλοντας με τη στάση μου αυτή να συμβάλω στο χτύπημα της τρομολαγνείας, της τρομοϋστερίας και της συκοφάντησης των οργανώσεων ένοπλης βίας και των μελών τους από τα ΜΜΕ. Για να υπερασπίσω την οργάνωσή μου, να αναδείξω την πολύπλευρη πολιτική της δραστηριότητα. Γι’ αυτό αναφέρθηκα εκτενώς στη συμμετοχή μου σ’ αυτές τις δραστηριότητες. Γιατί ο ΕΛΑ δεν ήταν «μια οργάνωση που έβαζε βόμβες». Ηταν μια οργάνωση που έβαζε και βόμβες.
 
Για τη συμμετοχή μου σ’ αυτόν τον τομέα σας είπα: Η κατηγορούσα αρχή οφείλει να αποδείξει την ενοχή μου. Εφόσον λέτε ότι ισχύει το τεκμήριο αθωότητας, αυτό έπρεπε να κάνετε. Είχε κανένα στοιχείο η κατηγορούσα αρχή; Κανένα απολύτως. Γι’ αυτό και κατέφυγε για μια δεύτερη φορά στη ναζιστικής έμπνευσης αρχή της συλλογικής ευθύνης. Ναι, δεν έχουμε κανένα στοιχείο για τις επιμέρους πράξεις, αλλά σε βαφτίζουμε απλό συνεργό σε όλες συλλήβδην και καθαρίζουμε μια και καλή. Είναι πρόκληση στη νοημοσύνη όλων μας να έρχεται η εισαγγελία και να μας λέει ότι αυτό δεν είναι συλλογική ευθύνη. Περιέχει ή όχι το ισχύον δίκαιο ως βασικό κανόνα του την εξατομίκευση της πράξης; Τι μας λένε, όμως, εδώ; Αφού δεν έχουμε στοιχεία για το τι έκανε ή δεν έκανε ο καθένας σε κάθε πράξη, τότε ευθύνονται όλοι εξίσου για όλα. Διευκρινίζω εδώ, ότι μιλώ μόνο για μένα και όχι για τους συγκατηγορουμένους μου, οι οποίοι από την πρώτη στιγμή έχουν αρνηθεί το σύνολο της κατηγορίας. Γι’ αυτούς η εισαγγελική πρόταση είναι ακόμα πιο προκλητική, γιατί τους βαφτίζει αυθαίρετα και χωρίς στοιχεία μέλη του ΕΛΑ και στη συνέχεια εφαρμόζει και γι’ αυτούς τη ναζιστικής έμπνευσης συλλογική ευθύνη.
 
Δεν συνεχίζω άλλο πάνω σ’ αυτό, γιατί οι συνήγοροι ανέπτυξαν με επάρκεια το θέμα.
 
Δ.Γιατί λέγονται σκόπιμες ανακρίβειες για το άτομο μου;
 
Το «βαθύ κράτος» ενδιαφέρεται να νικήσει ιδεολογικά και πολιτικά τον ΕΛΑ. Η οργάνωση, οι ιδέες της, η δράση της, η απήχηση που είχε στην κοινωνία είναι εν δυνάμει επίκίνδυνες. Πρέπει να είναι κανείς πολιτικά τυφλός για να πιστεύει ότι έστησαν αυτή τη δίκη μόνο και μόνο για να εκδικηθούν τον αντιστασιακό Αγαπίου ή την Αθανασάκη που αρνήθηκε να συνεργαστεί με το σύστημα. Απλά τους χρησιμοποίησαν για να δημιουργήσουν «συμμορία», προαπαιτούμενο του τρομονόμου, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι είναι αθώοι.
 
Γι’ αυτό είναι δίκη του ΕΛΑ και όχι «δήθεν δίκη του ΕΛΑ» ή αυτό που λέγεται από τους ισορροπιστές,  «φερόμενη ή λεγόμενη δίκη του ΕΛΑ». Γιατί όχι μόνο δικάζεται ένα μέλος του ΕΛΑ, αλλά γιατί δικάζονται οι ενέργειες και η δράση του ΕΛΑ, γιατί δικάζονται οι ιδέες και η ιστορία του ΕΛΑ.
 
Ο μόνος που ήξεραν, και ξέρουν μέχρι τώρα, ως μέλος του ΕΛΑ ήμουν εγώ. Το 1991 με παρακολουθούν δεκάδες πράκτορες Αμερικάνοι. Είναι άτυχοι, όμως, γιατί εγώ έχω αποχωρήσει από την οργάνωση. Το 1993, όπως φαίνεται από έκθεση της Αντιτρομοκρατικής, που κατατέθηκε στο προηγούμενο δικαστήριο, δίνουν το όνομά μου στην Ελληνική Κυβέρνηση και αυτή το δίνει στη φασιστική εφημερίδα «Στόχος» που το δημοσιεύει και αναδημοσιεύεται και σε άλλες εφημερίδες. Από το 1995 αναλαμβάνει εργολαβικά την προσπάθεια σύλληψής μου ο τρομοκρατολόγος Καμμένος και ο εκδιωχθείς από την τότε κυβέρνηση Παπαθεμελής, που δεν σταματάνε τις παρεμβάσεις τους στα ΜΜΕ μέχρι την προηγούμενη της σύλληψής μου, το 2003. Αυτά για όσους υποκριτικά απορούν για το πώς βρέθηκα εδώ!
 
Ομως έχουν ένα σοβαρό πρόβλημα. Δεν ταιριάζει η προσωπικότητα μου με το προφίλ του τρομοκράτη που περιγράφει ο Καμμένος; λίγο απροσάρμοστος, αντικοινωνικός, ψυχοπαθής, ολίγον πρεζάκιας κλπ. To καθολικό κύμα συμπαράστασης που αναδεικνύεται στο πρόσωπο μου, που δυστυχώς γι’ αυτούς περνάει έμμεσα και στην πολιτική μου ιδιότητα, αναγκάζει τα ΜΜΕ να σιωπήσουν. Γι’ αυτό εφαρμόζουν το σχέδιο σπίλωσής μου – πολύ πριν με συλλάβουν, πιστεύω πλέον– κρύβοντας έτσι και προφυλλάσοντας τον άνθρωπο που έχει δώσει κατάθεση εναντίον μου. Δεν τον κατηγορούν, γιατί τον θέλουν μάρτυρα κατηγορίας. Η ανάληψη της ευθύνης από μέρους μου τους αιφνιδιάζει και δεν τον χρησιμοποιούν. Αυτά για όσους υποκριτικά ψυθυρίζουν ότι δεν είχαν κανένα στοιχείο σε βάρος μου. Δεν τους ενδιαφέρει τι λένε, έστω και αν είναι αυταπόδεικτα ψέματα. Αν  λέγονται και ξαναλέγονται κάτι θα μείνει.
 
Το σχέδιο βγαίνει στη φόρα μια μέρα πριν τη σύλληψή μου, όταν ο πολιτικός συνεργάτης, σύμμαχος και μέντορας του Κανά, ο Καμμένος, βγαίνει στην τηλεόραση και δηλώνει ότι μου έχουν ετοιμάσει σουΐτα με θέα στο Σαρωνικό – την έδειξαν κιόλας – όπου θα με κρατούσαν μερικές μέρες και μετά θα με άφηναν ελεύθερο χωρίς κατηγορίες. Το ψυχοπαίδι του, ο Κανάς, συνεπικουρούμενος από ένα τσούρμο ψυχοπαθείς, το συνεχίζει μέχρι σήμερα, αδιαφορώντας για τις εντυπώσεις που δημιουργούνται – και όχι μόνο γι’ αυτόν. Ακόμη και ο συνήγορός του, τώρα στο τέλος, κατ’ απαίτηση του Κανά, όπως μας είπε, προσπαθώντας να δημιουργήσει εντυπώσεις, αποπειράται να πει ότι δήθεν δεν συνελήφθην, αλλά παρουσιάστηκα στη ΓΑΔΑ. Κι ακόμη, ότι είχα διαφορετική μεταχείριση, γιατί κατηγορήθηκα μόνο με το άρθρο 187. Είναι γνωστό σε όλους, όμως, και φαίνεται καθαρά και από τη δικογραφία, ότι αρχικά σε όλους, ακόμη και στον Μιχάλη Κασίμη, αποδόθηκε μόνο αυτή η κατηγορία από την Αντιτρομοκρατική (για να δικαιολογηθούν και οι συλλήψεις με τη διαδικασία του αυτόφωρου) και μετά  σε όλους μας απέδωσαν και όλες τις άλλες κατηγορίες σε διαφορετικές φάσεις.
 
Ε. Τι έχω να πώ για τον Κανά
 
Τίποτα! Τον λυπάμαι μόνο, όταν σκέφτομαι τη στιγμή που θα τον εγκαταλείψουν σαν στυμμένη λεμονόκουπα οι σημερινοί προστάτες και σύμβουλοί του. Μια απορία έχω μόνο. Πως δεν τα βρήκαν ο Κανάς και η Κυριακίδου. Εχουν τόσα κοινά στοιχεία. Είναι και οι δύο παθολογικά αδίστακτοι ψεύτες και κακοί σεναριογράφοι. Βέβαια, ο Κανάς με την απολογία του μας έδειξε ότι χρησιμοποίησε δημιουργικά το χρόνο του στη φυλακή, γιατί έμαθε Μαρξισμό, Ιστορία και ξένες γλώσσες, ενώ η Κυριακίδου μαθητεύει στο μόντελινγκ.
 
Στ. Ο Γιάννης Σερίφης και η απολογία του
 
Δεν θα ήθελα ποτέ να αντιδικήσω με τον Γιάννη Σερίφη σε ένα δικαστήριο. Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις πρέπει να γίνονται στο κίνημα και όχι στα δικαστήρια. Ομως, από τη στιγμή που δέχτηκα τέτοια επίθεση, είμαι υποχρεωμένος να απαντήσω. Γιατί αλλιώς θα υπάρξουν καλοθελητές που θα κουβαλήσουν μακριά τη λάσπη που εκτοξεύτηκε εναντίον μου.
 
Ο Γιάννης Σερίφης σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας ήταν αποστασιοποιημένος από όλους τους υπόλοιπους κατηγορούμενους. Φοβόταν μήπως καταδικαστεί; Οχι βέβαια! Οταν έχεις μάρτυρες υπεράσπισης δύο από τους πέντε τοπ της Αντιτρομοκρατικής, όπως είπε ο συνήγορός του κ. Φυτράκης, δεν μπορεί να φοβάσαι ότι θα υπάρξει δικαστήριο που θα σε καταδικάσει. Θα μου πείτε, ήταν η υπερασπιστική του γραμμή. Τι και αν, ενώ παρουσιάζεται σαν πολιτικό πρόσωπο, δεν είχε να πει καμιά κουβέντα για τους συγκατηγορούμενους που με σκευωρία ήρθαν σε αυτό το δικαστηριο, έχουν ακριβώς την ίδια ταλαιπωρία με αυτόν και είναι και φυλακισμένοι. Στην απολογία του, όμως, αποφάσισε να κάνει πολιτικές, καταγγελτικές δηλώσεις για συγκατηγορούμενούς του. Διέπραξε μερικά σοβαρά πολιτικά ατοπήματα στα οποία είμαι υποχρεωμένος να πάρω θέση.
 
α) Μίλησε για τον εαυτό του σαν να ήταν ο μόνος εδώ μέσα που άδικα ταλαιπωρείται από την εκδικητικότητα του συστήματος. Και αν ακόμη θεωρεί ότι οι υπόλοιποι, που είναι στην φυλακή, δικαίως ταλαιπωρούνται, ή του είναι αδιάφορο, δεν ντράπηκε να μην αναφερθεί στον Μιχάλη Κασίμη που βρίσκεται ξανά κατηγορούμενος σε αυτή τη δίκη, ενώ έχει αθωωθεί για τα ίδια αδικήματα; Αυτό είναι το κορυφαίο παράδειγμα εκδικητικότητας του συστήματος, όπως ήταν και η αρχική παραπομπή του Μιχάλη Κασίμη, με ένα στημένο ψευδομάρτυρα, που τον έβγαλαν από τη ναφθαλίνη όπου τον είχαν βάλει το 1987. Αυτό είναι τουλάχιστον αλαζονεία από την πλευρά του Σερίφη! Αρρώστια από την οποία φαίνεται ότι πολλοί πάσχουν τελευταία.
 
β) Ταύτισε τον Αγαπίου με τον Κανά και τις αθλιότητές του και έτσι τον συκοφάντησε. Πουθενά δεν φάνηκε σε όλη τη διαδικασία από οποιαδήποτε τοποθέτηση του Αγαπίου κάτι τέτοιο. Ισα-ίσα, όταν σας ζήτησα μια μέρα παραπάνω για να ετοιμάσω την απολογία μου, ο Αγαπίου παρενέβη υπέρ του αιτήματός μου, λέγοντάς σας να πάρετε σοβαρά υπόψη σας την κατάσταση της υγείας μου. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί οι Κανάδες συνεχώς αναφέρονται στη δήθεν αρρώστια μου.
 
γ) Επιβεβαίωσε την πρακτορολογία Κανά. Στόχευσε ειδικά τον άλλο της 17Ν, που ανέλαβε την πολιτική ευθύνη, τον Δημήτρη Κουφοντίνα. Ο Κανάς την επόμενη μέρα του απέδωσε τα εύσημα. Τον εγκάλεσε, όμως, να μην πατάει σε δύο βάρκες και να καταγγείλει σαν συνεργαζόμενους όσους αυτός καταγγέλλει. Ο Γ. Σερίφης σαν καλός σχοινοβάτης έκανε πως δεν άκουσε.
 
Συλλογικότητες όπως το «Δίκτυο», που 20 χρόνια τώρα υπερασπίζονται ανιδιοτελώς νομικά και κοινωνικά τον όπου γης κατατρεγμένο, αγωνιστές όπως ο Γιαννόπουλος, ο Πισσίας, ο Γιώτης, ο Λιόντος και άλλοι, που έχουν αφιερώσει και αφιερώνουν την ζωή τους στο κίνημα, δεν χρειάζονται βέβαια υπεράσπιση από τις αθλιότητες του Κανά. Αλλά τι αγνωμοσύνη από τον Γ. Σερίφη απέναντι σε όλους αυτούς που τον βοήθησαν πολιτικά, ηθικά, υλικά σε όλες τις διώξεις που έγιναν εναντίον του. Ειδικά αισθάνομαι την υποχρέωση να αναφερθώ στον Γεράσιμο Λιόντο, που 30 χρόνια μπαινοβγαίνει στις φυλακές, γιατί κρατάει ψηλά τη σημαία του κομμουνισμού, μάρτυρα υπεράσπισης του Γ. Σερίφη σε άλλες περιπτώσεις. Και όμως, ο Γ. Σερίφης έμεινε απαθής, όταν ο Κανάς σε αυτή την αίθουσα προέτρεπε μερικούς ψυχοπαθείς να φτύσουν και να προπηλακίσουν τον Λιόντο.
 
Δ) Επιτέθηκε και σε εμένα. Αυτό καθαυτό το γεγονός δεν έχει σημασία, έχει σημασία όμως τι είπε.
 
Είπε: Δεν απέδειξε την συμμετοχή του στον ΕΛΑ.
 
Η άποψη αυτή είναι ιστορικά πρωτότυπη. Εγώ τουλάχιστον δεν έχω ξανακούσει προηγούμενο που κάποιος να αναλαμβάνει την πολιτική ευθύνη για τη συμμετοχή του σε μια παράνομη επαναστατική οργάνωση και αυτό να αμφισβητείται ή να ζητούνται αποδείξεις της συμμετοχής. Τι να κάνω άραγε, να υποδείξω καναδυό ακόμη για να γίνω πιστευτός; Να είχα προνοήσει να έχω βεβαίωση της οργάνωσης ότι είμαι μέλος; Ως σκέψη είναι επιεικώς γελοία. Ομως στην πολιτική ακόμη και το γελοίο μπορεί να γίνει επικίνδυνο υπό ορισμένες περιστάσεις. Αν θεωρείται αναγκαίο να αποδεικνύει κανείς τη συμμετοχή του σε μια επαναστατική οργάνωση (επαναλαμβάνω: να μας πει και πως αποδεικνύεται αυτό), δηλαδή να αποδέχεται την ενοχή του, έστω για ένα μέρος των κατηγοριών, τότε με την ίδια λογική καθίσταται αναγκαίο να αποδεικνύει κανείς τη μη ενοχή του. Μ’ αυτό τον τρόπο οδηγούμαστε στην αποδοχή της σκοπούμενης από το σύστημα καθιέρωσης της αρχής του τεκμηρίου της ενοχής. Αποδεχόμαστε την υποχρέωση των κατηγορούμενων να αποδεικνύουν την αθωώτητά τους. Ούτε ο Κουφοντίνας «απέδειξε» τη συμμετοχή του στη δίκη της 17Ν. Κανείς όμως δεν τον αμφισβήτησε, ούτε βέβαια και ο Γ. Σερίφης. Αν ο Γ. Σερίφης θεωρεί ότι αυτό απεδείχθη από τις μαρτυρίες συγκατηγορουμένων του, τότε θα πρέπει να τις θεωρήσει ΣΤΟ ΣΥΝΟΛΟ ΤΟΥΣ  αξιόπιστες.
 
Είπε: Δεν ήξερε τι έλεγε για τον ΕΛΑ, έπεσε σε αντιφάσεις.
 
Τι να απαντήσει κανείς σε αυτό. Μια και η κολλεγιά του με τον Κανά μπορεί να τον κάνει και θρησκευόμενο, του απαντώ παραφράζοντας το γνωστό ευαγγελικό ρητό: «Αφες αυτόν, ου γαρ οίδε τι λέγει».
 
Είπε: Επιβεβαίωσε την Κυριακίδου, τον Ζήση και την ασφάλεια.
 
Αφέλεια; Επιπολαιότητα; Αγνοια; Οχι, πολιτικάντικη σκοπιμότητα. Δεν ήξερε άραγε ότι στην προηγούμενη δίκη έκανα ρόμπα την Κυριακίδου και τον Ζήση; Εστω, δεν τα ήξερε όλα αυτά. Κουφός ήταν σε αυτή τη δίκη, όταν έκανα αξιολόγηση της Κυριακίδου; Εκτός και αν εννοεί, ότι η ανάληψη της πολιτικής ευθύνης από μέρους μου είναι το κυρίαρχο γεγονός που επιβεβαιώνει την Κυριακίδου, τον Ζήση και την ασφάλεια, άποψη που ύπουλα σέρνεται εδώ και καιρό.
 
Θα σας διαβάσω μια δήλωση του Γιάννη Σερίφη σε δικαστήριο το 1978, όταν ζητούσε την αποφυλάκισή του. Λόγια που απηχούσαν την άποψή του πάνω σε αυτό το θέμα τουλάχιστον τότε και μάλλον μέχρι πρόσφατα. Είπε απευθυνόμενος στο δικαστήριο: «Το μόνο που έχω να πω είναι ότι αν έκανα κάτι θα είχα το θάρρος να το πω. Δεν θα πρόδιδα όσους αγωνιστές της λευτεριάς είχαν το θάρρος και ανέλαβαν τις ευθύνες τους για όσα έκαναν».
 
Αυτά έλεγε τότε ο Γιάννης Σερίφης. Θεωρούσε πως η ανάληψη της πολιτικής ευθύνης είναι υποχρέωση των αγωνιστών της λευτεριάς. Τώρα υποστηρίζει άλλα. Γι’ αυτό μιλάω για πολιτικάντικες σκοπιμότητες. Δεν είναι δουλειά δική μου να εξηγήσω τα πώς, τα πότε και τα γιατί. Εξακολουθώ να λυπάμαι βαθύτατα που αναγκάστηκα να μιλήσω γι’ αυτά τα θέματα σ’ ένα δικαστήριο. Ομως, όταν δέχομαι μια τόσο συκοφαντική επίθεση, η οποία μάλιστα είχε και το χαρακτηριστικό της υπουλίας, γιατί ουδέποτε αυτά τα ζητήματα τέθηκαν προηγουμένως στο κίνημα, είμαι υποχρεωμένος να απαντήσω.
 
Με την ευκαιρία, θέλω να ευχαριστήσω όσους και όσες μου συμπαραστέκονται από τη μέρα της σύλληψής μου μέχρι σήμερα. Οχι μόνο τις συντρόφισσες και τους συντρόφους του κινήματος αλληλεγγύης, αλλά και τους απλούς ανθρώπους που με συναντούν στο δρόμο και μου σφίγγουν με θέρμη το χέρι. Κάτι σημαίνω γι’ αυτούς. Θέλω επίσης να ευχαριστήσω τους συνηγόρους υπεράσπισης που αναφέρθηκαν με θετικό τρόπο στο πρόσωπό μου, μη υποκύπτοντας στις πιέσεις των τρομολάγνων και των συκοφαντών.
 
Ζ. ΓΙΑ ΤΑ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑΤΑ
 
Θα ήθελα, τέλος, να πω δυο λόγια για το ζήτημα των αποτυπωμάτων. Δεν με αφορά, βέβαια, προσωπικά, όμως ενεπλάκην στο ζήτημα και δεν μπορώ να τ’ αφήσω έτσι. Ο κ. εισαγγελέας διάβασε κάποια αποσπάσματα από κάποια βιβλία, όπως είπε. Δεν γνωρίζω αν ο κ. εισαγγελέας μπορούσε να αντιληφθεί το ακριβές περιεχόμενο αυτών που διάβαζε, δεδομένου ότι δεν είναι τεχνικός, ούτε έχει γνώσεις χημείας. Σας λέω, λοιπόν, ότι αυτά που σας διάβασε ο κ. εισαγγελέας είναι εντελώς άσχετα με τα ζητήματα που σας έθεσα εγώ.
 
Σας είχα πει τότε, ότι εκείνο που με παρακίνησε είναι πως αυτά που ισχυριζόταν ο κ. Γιαννακούρης δεν στέκονταν επιστημονικά. Προσωπικά δεν είχα γνώσεις ανακριτικής και αποτυπωματολογίας, ούτε βέβαια μπορούσα να αποκτήσω. Κινήθηκα με βάση τον τρόπο σκέψης που αποκτά ένας μηχανικός ύστερα από 40 χρόνια ενασχόληση με μελετητικό και κατασκευαστικό έργο.
 
Ηρθε πριν μερικές μέρες ο συνήγορος, ο κ. Βαρουτσής, και αναφέρθηκε στο σύγγραμμα ενός δικαστή, που έχει εκδοθεί το 1973 και το οποίο ανέφερε ότι η υποτιθέμενη νέα μέθοδος του Γιαννακούρη ήταν γνωστή από τότε. Ζήτησα από τη συνήγορό μου να μου βρει ένα αντίγραφο αυτού του συγγράμματος, το βρήκε στη βιβλιοθήκη του δικηγορικού συλλόγου, μου έβγαλε αντίγραφο και ιδού τι βρήκα. Σας τα λέω συνοπτικά και θα σας δώσω το αντίγραφο:
 
Α) Η μέθοδος ανίχνευσης με νινυδρίνη είναι γνωστή από τότε.
 
Β) Τα αποτυπώματα μπορούν να μεταφερθούν σε ειδικό φύλλο. Αρα μπορούν από το ειδικό φύλλο να μεταφερθούν και αλλού.
 
Γ) Πλαστά αποτυπώματα μπορεί να τοποθετηθούν με σφραγιδάκι και μάλιστα «άτομα ικανά, εθισμένα εις αδικήματα και εγκληματικάς πράξεις» συνηθίζουν να βάζουν αποτυπώματα τρίτων με σφραγίδα, για να σκορπίσουν σύγχυση στις διωκτικές αρχές. Δηλαδή, αυτό που σκέφτηκα εγώ προφανώς το είχαν σκεφτεί άλλοι, πολλά χρόνια πριν από μένα, και το εφάρμοζαν στην πράξη, προφανώς πολύ πιο επιτυχημένα από το πείραμα που έκανα εγώ.
 
Δ) Η ανακάλυψη της πλαστότητας γίνεται με ειδική χημική μέθοδο, που διερευνά την ύπαρξη υπολειμμάτων λάστιχου που προέρχονται από τη σφραγίδα.
 
Ε) Αν τα αποτυπώματα είναι δύσχρηστα, εφαρμόζεται η μέθοδος της ποροσκοπίας, που εξετάζει τη διάταξη των πόρων του δέρματος για να βρει την ταυτότητα του προσώπου στο οποίο ανήκει το αποτύπωμα.
 
Αυτά γράφει ένας δικαστής σε Εγχειρίδιο Ανακριτικής το 1973. Χτές ο κ. Φυτράκης σας διάβασε απόφαση δικαστηρίου το 1990 που αναφέρεται σε ανίχνευση αποτυπωμάτων σε χαρτιά.
 
Τι σας είπε ο ειδικός κ. Γιαννακούρης το 2005; Οτι δεν υπήρχε δυνατότητα ανίχνευσης αποτυπωμάτων σε χαρτί πριν το 2002 και ότι τα αποτυπώματα δεν μεταφέρονται! Είπε ψέματα, δηλαδή, απολύτως συνειδητά. Αν σας έλεγε ότι μεταφέρονται, θα έπρεπε να σας πει και αν έκανε έλεγχο για τυχόν πλαστότητα των αποτυπωμάτων. Εκανε χημικό έλεγχο για τυχόν υπολείμματα λάστιχου; Οχι. Εκανε ποροσκοπία; Οχι. Γιατί δεν έκανε; Η απάντηση είναι πανεύκολη και δεν χρειάζεται να τη δώσω εγώ. Αναρωτιέμαι, όμως, ο κ. εισαγγελέας δεν βρήκε τίποτα για όλα αυτά στα βιβλία του Αγγλου και του Γερμανού που μας είπε ότι διάβασε; Και γιατί πήγε στον Αγγλο και το Γερμανό και όχι στον Ελληνα Σταθέα, που είναι και στη μητρική μας γλώσσα;
 
Κύριε πρόεδρε, κυρία και κύριοι δικαστές
 
Επί της ουσίας της υπόθεσης δεν έχω να προσθέσω τίποτα πέραν αυτών που σας είπα όταν για πρώτη φορά μου δώσατε το λόγο. Πολιτικά τοποθετήθηκα με σαφήνεια και κατηγορηματικότητα: Καθόλου δεν μετανιώνω για τη συμμετοχή μου στο επαναστατικό κίνημα. Παραμένω επαναστάτης κομμουνιστής και θα παραμείνω τέτοιος μέχρι να κλείσω το βιολογικό μου κύκλο.
 
Εσείς, όμως, υποτίθεται πως δεν δικάζετε το πολιτικό μου φρόνημα, αλλά κάποιες πράξεις που έχουν μεν πολιτικό χαρακτήρα, όμως παραβιάζουν το ισχύον δίκαιο. Το ερώτημα στο οποίο πρωταρχικά καλείστε να απαντήσετε είναι αν θα δικάσετε ως πολιτικοί ή ως δικαστές. Ας δεχτούμε ότι επιλέγοντας τη στενή αντικειμενική θεωρία για το «πολιτικό έγκλημα», στην ένσταση που υποβλήθηκε στην αρχή της δίκης, ενεργήσατε ως δικαστές, μιας και υπάρχει και αυτή η θεωρία. Βέβαια, η επιλογή που κάνει ένας δικαστής σ’ αυτό το ζήτημα είναι πολιτική επιλογή, αλλά αυτή τη στιγμή ας το αντιπαρέλθουμε.
 
Τώρα έχετε μπροστά σας ένα άλλο πρόβλημα, απλό αλλά και δύσκολο, όπως εύστοχα σας είπε ο κ. Αγαπίου. Η πολιτική σκοπιμότητα του συστήματος ζητάει από σας μια καταδίκη αντίγραφο της προηγούμενης. Οι νομικοί κανόνες υπαγορεύουν το ακριβώς αντίθετο. Τι επιλογή θα κάνετε; Θα υπακούσετε στους νομικούς κανόνες ή στην πολιτική σκοπιμότητα; Την απάντηση θα τη μάθουμε σε μερικές μέρες.
 
Σας ευχαριστώ που με ακούσατε.
 
_________________________________________


 
Μετά από ένα σύντομο διάλειμμα, πήρε το λόγο ο Κ. Αγαπίου. Ξεκίνησε δηλώνοντας ότι από την πρώτη στιγμή που ξεκίνησε αυτή η ιστορία, που σαν στοιχείο της περιλαμβάνει και την προσωπική του εξόντωση, πριν δυόμισι χρόνια, είπε ότι το όποιο δικαστήριο δεν είναι πεδίο πολιτικών, ιδεολογικών αντιπαραθέσεων ή εκθέσεως απόψεων. Βέβαια, είναι προφανής και δεδομένος ο πολιτικός χαρακτήρας αυτής της υπόθεσης. Το πιο εύκολο προκάλυμμα για τη δικαιολόγηση της προσωπικής στάσης του καθένα είναι το ιδεολογικό και πολιτικό.
 
Οι όποιες πολιτικές αντιπαραθέσεις δεν πρέπει να έχουν χώρο σε ένα δικαστήριο και όταν μπαίνουν πρέπει να αποβάλλονται. Είναι πολύ λάθος να θεωρούμε ότι η συγκεκριμένη δίκη είναι ένα γεγονός ιστορικής σημασίας και άρα εμείς πρέπει να φροντίσουμε να αντιστοιχηθούμε με τα μελλούμενα. Γιατί τότε αντί να μιλάμε για τις πολιτικές και νομικές αντιπαραθέσεις, θα μιλάμε υπό το πρίσμα του τι θα γράψει για μας η Ιστορία. Αυτό δεν είναι απλώς σφάλμα, αλλά είναι κάτι πιο σοβαρό. Αντί να ενεργούμε ο καθένας από την πλευρά του, προβάλλοντας τους ισχυρισμούς του, κάνοντας την αντιπαράθεσή του ή προσπαθώντας να μειώσει τις σε βάρος του συνέπειες, ενεργούμε κάτω από το πρίσμα της μελλοντικής ιστορικής καταγραφής, όταν όλοι θα έχουμε αποδημήσει εις Κύριον. Μ’ αυτό τον τρόπο κινδυνεύουμε να μετατραπούμε σ’ αυτό που ήδη έχουμε μετατραπεί οι 3 από τους κατηγορούμενους σε αναλώσιμα επί των οποίων ασκούνται διάφορες πολιτικές επιδιώξεις, για να γίνονται πολιτικά παιχνίδια.
 
Οι οργανώσεις εν συνόλω δεν δικάζονται. Κρίνονται και πολιτικά και κοινωνικά και ιστορικά και προσωπικά για τον καθένα. Να δικάζονται ούτε έχει γίνει ούτε θα γίνει. Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο όταν έχει πάψει να υφίσταται η οργάνωση, που ούτως ή άλλως δεν δικάζεται. Οποια κι αν είναι αυτή η οργάνωση.
 
Στη συνέχεια, ο Κ. Αγαπίου πέρασε στην τοποθέτηση του εισαγγελέα, ο οποίος μέσα από μια διεξοδική μεν δαιδαλώδη δε νομική ανάλυση, έθιξε το αυτονόητο του παραγεγραμμένου του ποινικού αδικήματος της «συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση», αναφερόμενος στον Γ. Σερίφη, συμπληρώνοντας στο τέλος ότι ούτως ή άλλως δεν προέκυψε και κανένα στοιχείο. Ξέχασε ο κ. εισαγγελέας πως όταν υπάρχει παραγραφή δεν εξετάζουμε τα αποδεικτικά μέσα. Αν δεν το εξετάζουμε, τότε εύκολα θεωρούμε ως πραγματικότητα υφέρπουσες φήμες και δημιουργούμε την πεποίθηση ότι «εντάξει μωρέ, μέλη ήταν, χρησιμοποιούμε αυθαίρετα και την ομολογία του ενός, αλλά παραγεγραμμένο είναι, δεν το εξετάζουμε και πάμε παρακάτω». Αυτό έγινε και εναντίον των συγκεκριμένων ανθρώπων με τη χρήση και των ΜΜΕ και της εύκολης κοινωνικής συμπεριφοράς που λέει ότι «για να το λένε κάτι υπάρχει».
 
Και πάνω σ’ αυτό –όπως είπε- χτίζονται διάφορες θεωρίες περί συμβιβαστικών λύσεων, «έλα, ας τους ρίξουμε 15 να πάμε στη μέση» ή «μέτρων επιείκειας» που είπε ένας μάρτυρας.
 
Κι αφού ο εισαγγελέας ξεπέρασε έτσι τον Γ. Σερίφη και προσέθεσε και τον Κασίμη, γιατί δεν μπορούσε αλλιώς, τσουβάλιασε τους άλλους 4, λες και ήταν άνθρωποι που γνωσρίζονταν από τότε που γεννήθηκαν. Πώς μπαίνουμε στην ουσία αφού μιλάμε για παραγραφή; Είναι φανερό ότι παίζεται παιχνίδι πολιτικής σκοπιμότητας. Να θεμελιώσουμε τη συμμετοχή και έτσι να πάμε στη ναζιστικής έμπνευσης συλλογική ευθύνη, που χωρίς αποδείξεις καθιστά αυτούς τους ανθρώπους ενόχους για τα πάντα. 
 
Αντίθετα απ’ αυτό που συνέβη στην προηγούμενη δίκη για τον κ. Κασίμη, όπου η συγκεκριμένη μαρτυρία (δεν εξετάζω αν ήταν ψευδής ή κατασκευασμένη) εξετάστηκε και οδήγησε στην πλήρη απαλλαγή του. Μ’ αυτή τη νομικίστικη μπαγαποντιά του κ. εισαγγελέα, μόνο και μόνο για να στηρίξει τη μετέπειτα ναζιστικής έμπνευσης συλλογική ευθύνη, πέρα από το απαράδεκτο δίνει τη δυνατότητα σε όσους συνηγορούσαν σ’ αυτό, δηλαδή ας πάρουμε ως αυτονόητο δεδομένο ότι ήταν και ας μην εφαρμόσουμε τη συλλογική ευθύνη, να αισθανθούν δικαιωμένοι. Διαφωνώ και εγώ με τη συλλογική ευθύνη, αλλά δεν με αφορά, γιατί δεν θα δεχτώ ποτέ τη συνηγορία που λέει «έλα μωρέ, ήταν μέλη του ΕΛΑ, αλλά δεν μπορεί να καταδικαστούν συλλήβδην για όλα». Τέτοια συμπαράσταση δεν είναι συμπαράσταση διότι εξυπηρετεί μόνο τον συμπαραστάτη.
 
Στη συνέχεια ο κ. εισαγγελέας αναμόχλευσε επί μακρόν το τι έχει πει κατά καιρούς η Κυριακίδου ή γραπτά ή στο δικαστήριο. Στην αναμόχλευση αυτή ξεπέρασε την Κυριακίδου στη χρονολογική ασυναρτησία, παίρνοντας ένα κομμάτι από δω, ένα κομμάτι από εκεί και φτιάχνοντας ένα απίθανο ιστορία. Αντέστρεψε δε όχι μόνο το τεκμήριο αθωότητας αλλά και την έννοια των αμφιβολιών. Αυτή είναι μια κακόγουστη διαστροφική λογική που παραβιάζει την κοινή λογική. 
Ο εισαγγελέας απαρίθμησε μ’ έναν ιδιαίτερο δικό του τρόπο, χωρίς να αξιολογεί καθόλου τις ρήσεις της Κυριακίδου στα διάφορα στάδια, προσπαθώντας να αποδείξει ότι λέει αλήθεια μέσα από ένα απέραντο σωρό ψευδολογιών. Στη συνέχεια ο Κ. Αγαπίου έφερε παραδείγματα από τα όσα έχει πει η Κυριακίδου και διαψεύστηκαν από μάρτυρες με αδιαμφισβήτητο τρόπο, ρωτώντας σε κάθε παράδειγμα: «Λέει αλήθεια η Κυριακίδου, όταν…». Σταχυολόγησε έτσι κρίσιμα ζητήματα, τα οποία ο εισαγγελέας έκανε πως δεν κατάλαβε, για να θεμελιώσει το απίθανο σενάριό του. 
 
Αναφέρθηκε ακόμα στην κατάθεση της Τόγκα και στη μη κλήση του ηθοποιού Μαλαβέτα, που σύμφωνα με την Τόγκα της είχε πει ότι στο ισόγειο της Πολέμωνος 13 κατοικούσε μια τραγουδίστρια, τον οποίο προφανώς είχε εξετάσει η Αστυνομία και προφανώς δεν είχε αναγνωρίσει κανέναν από τους κατηγορούμενους, γιατί αν είχε αναγνωρίσει, σε χρυσό θρόνο θα τον έφερναν να καταθέσει. Κι ακόμη, στην εξαφάνιση του Ζήση απ’ αυτή τη δίκη.
 
Στη συνέχεια αναφέρθηκε στην «περιπέτεια» των αποτυπωμάτων, που ήρθαν ετεροχρονισμένα σ’ αυτή τη δίκη. Είπε στους δικαστές πως αν ασχοληθούν μ’ αυτό το θέμα, να θεωρήσουν δεδομένο ότι ο ίδιος έχει πιάσει τέτοια χαρτιά, λόγω της παρουσίας του σε χώρους πολιτικών εκδηλώσεων. Οχι όμως και να θεωρήσει κανείς ότι λέει αλήθεια ο Γιαννακούρης ότι μόλις το 2002 μπόρεσαν να ανιχνεύσουν αποτυπώματα και γι’ αυτό τους ξεγλίστρησε τόσα χρόνια. Τόσο φτηνιάρηδες έχουν καταντήσει;
 
 Ο αναπληρωτής εισαγγελέας μέσα σε μια 13λεπτη τοποθέτηση συνόψισε όσα είχε πει ο προηγούμενος αλλά έβαλε μέσα κι ένα ψέμα. Τοποθέτησε τη λειτουργία του φερόμενου διαμερίσματος της Πολέμωνος το 1988, στηριζόμενος στο ότι τα κοινόχρηστα αναφέρονται στο όνομα Σκουτουδάκη στο χρονικό διάστημα 1985 με 1988-89 και δεν αναφέρονται στο προηγούμενο που είναι και το επίμαχο κατά την Κυριακίδου, που αυτό δεν μπορεί να τα’ αλλάξει και να πει ότι δεν ήταν το 1981-84 αλλά το 1985-89, γιατί υπάρχει στη μέση το φούσκωμα της κοιλιάς της Κυριακίδου που παρουσιάστηκε σαν βασικό αποδεικτικό μέσο. Γιατί το έκανε αυτό ο κ. δεύτερος εισαγγελέας; Από αβλεψία, από επιπολαιότητα; Δεν το πιστεύω, γιατί παρακολουθούσε προσεκτικά τη διαδικασία. Κατέφυγε σ’ αυτό το ψέμα για να στηρίξει την προηγηθείσα εισήγηση του πρώτου εισαγγελέα.
 
Τι έμεινε; Εμεινε κάτι που δεν μπορώ να αντικρούσω. Η κ. Πομώνη. Δεν μπορώ να την αντικρούσω ούτε με την επιστήμη ούτε με τη λογική ούτε με τη φιλοσοφία ούτε με την ψυχολογία. Το μόνο που μπορώ να επισημάνω εδώ είναι πως η μεν κ. Πομώνη διέψευσε ότι ποτέ δεν το είπε στο σύζυγό της, ενώ ο σύζυγος ισχυρίστηκε το αντίθετο. Εν πάση περιπτώσει, υπάρχουν μαύροι άνθρωποι, αλλά σίγουρα δεν ήμουν εγώ. Εψαξα μήπως υπήρχε εκεί κανένα οδοντιατρείο, γιατί έχω πάει σε πάρα πολλά, αλλά δεν υπάρχει.
 
Κλείνοντας υπενθύμισε ότι δική του επιδίωξη δεν είναι να πετύχει οιουδήποτε είδους ευμενέστερη δικαστική ή ποινική μεταχείριση, με οποιονδήποτε τρόπο. Επιδίωξή του είναι να δείξει το μέγεθος της γενικευμένης πολιτικής πλεκτάνης, με τη συμμετοχή όλων των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων, θεσμικών και μη, προκειμένου να έρθει σε πέρας αυτή η υπόθεση που εξυπηρετεί όλες τις γνωστές σκοπιμότητες του συστήματος πολιτικής διακυβέρνησης. Υπάρχουν, βέβαια και εξαιρέσεις –κατέληξε- και ξέρουν πως όσα λέω δεν τους αφορούν.
 
Εκλεισε, λέγοντας πως η δίκη είναι δήθεν δίκη του ΕΛΑ, διότι δεν υπάρχει αντικείμενο, πέραν του αναλαμβάνοντας την ευθύνη για τη συμμετοχή του στον ΕΛΑ. Ομως η οργάνωση δεν δικάζεται. Αν υπάρχει παραγραφή –όπως μάλλον ισχύει νομικά- τότε δεν εξετάζονται τα αποδεικτικά μέσα. Εφόσον όμως εξετάστηκαν, τότε πρέπει να πείτε πώς τα αξιολογείτε, να μη κρυφτείτε. Η απόφαση που θα πάρετε είναι απλή και γι’ αυτό δύσκολη. Είναι απλή γιατί ο πυρήνας βρίσκεται στο γεγονός της μη ύπαρξης πραγματικών αποδεικτικών στοιχείων και δεν μπορεί μια κοινωνία να κάνει παντιέρα της τα φουστάνια της Κυριακίδου και να κρύβεται πίσω απ’ αυτά.
 
Ο Γ. Σερίφης δήλωσε πως όσα είπε ήταν για την ιστορία αυτής της εξολοκλήρου στημένης υπόθεσης και τα στηρίγματά της. Του είναι γνωστές οι προκλήσεις και μάλιστα οι καθοδηγούμενες, όπως αυτή εδώ. Μόνο που γι’ αυτόν χώρος αντιπαράθεσης είναι οι μαζικοί κοινωνικοί χώροι και όχι οι κρατικές αίθουσες. Μέχρι εδώ δεν του χρειάστηκαν πιστοποιητικά εντιμότητας, υπευθυνότητας και συνέπειας. Αν του χρειαστούν από δω και πέρα, θα καταθέσει μια αίτηση στα γραφεία πληροφόρησης Τσιγαρίδα και σία. Ολα θα δοθούν στα κινήματα και την κοινωνία και όποιος κατάλαβε κατάλαβε.
 
Η Ειρ. Αθανασάκη θύμισε πως πριν αρχίσει η δίκη είχε πει ότι δεν έπρεπε ν’ αρχίσει. Εκανε ένα λάθος. Παρατήρησε πως οι άνθρωποι γίνονται χαζοί όταν θέλουν. Απορεί πως γίνεται μια δίκη και διυλίζουν τον κώνωπα για το πόσα κιλά είναι η Αθανασάκη και έρχεται ένας ανώτερος αξιωματικός της Αστυνομίας και λέει τερατώδη πράγματα και κανείς δεν ενδιαφέρεται. Δεν άκουσα τον κ. εισαγγελέα –είπε- που τόσο πολύ ανέλυσε τα 4 κατσαβίδια τα δικά μου, να αναρωτηθεί γιατί δεν έκαναν έρευνα στο σπίτι της Κυριακίδου. Δεν μπορούσε να τα βάλει με όλους όσους έστησαν την υπόθεση. Οταν με ανάκρινε ο Διώτης μου είπε «άσ’ τα αυτά Αθανασάκη, εδώ η υπόθεση είναι πολιτική». Γι’ αυτό ο εισαγγελέας κάνει πως δεν καταλαβαίνει. Κανένα δικαστήριο δεν θα ασχολιόταν περισσότερο από μισή ώρα με την Κυριακίδου. Τόσο πολύ ανάγκη την έχετε όλοι και ασχοληθήκατε τόσο πολύ; Είναι ντροπή να προσπαθεί ο εισαγγελέας να στηρίξει ενοχή κάνοντας τη δική μου ψυχολογική ανάλυση.
 
Ο Κανάς κατέθεσε δημοσίευμα της «Χώρας της Κυριακής» της 29.9.02, που περιλαμβάνει κατάλογο όσων παρακολούθησαν τη δίκη του Γ. Σερίφη στον οποίο δεν περιλαμβάνεται τ’ όνομά του και διαψεύδεται έτσι η Κυριακίδου σε έναν ακόμη ισχυρισμό του. Κατηγόρησε τους εισαγγελείς ότι ψευδολογούν και διαστρέφουν για να στηρίξουν καταδίκες και στράφηκε ενάντια στην πρότασή τους για την ψυχική συνδρομή. Δεν παρέλειψε, βέβαια, να επαναλάβει τις καθιερωμένες βρισιές κατά Τσιγαρίδα (σιγά που θα έχανε την ευκαιρία). Και βέβαια, δεν παρέλειψε να αναφέρει πως το ότι ο Τσιγαρίδας είναι κατασκευασμένο μέλος του ΕΛΑ και συνεργαζόμενος, το λέει και ο Γ. Σερίφης.
 
Ο εισαγγελέας έκανε μια αμήχανη προσπάθεια να δικαιολογήσει κάποια πράγματα και το μόνο που κατάφερε ήταν να χειροτερέψει τη θέση του. Είπε κατ’ αρχήν ότι το 1984-86 υπήρξε παράλληλη μίσθωση Πάτμου και Πολέμωνος. Ο Αγαπίου του θύμισε αμέσως, ότι η Κυριακίδου λέει πως το 1984 πήγε με τον Κανά και ξενοίκιασαν την Πολέμωνος. Ο κ. Ανδρειωτέλλης προτίμησε να το ξεπεράσει και αυτό. Στα όσα είπε ο Τσιγαρίδας για τα ποτυπώματα απάντησε όχι με επιχειρήματα αλλά με έναν συλλογισμό: Αν ήθελαν να φτιάξουν αποτυπώματα, θα έφτιαχαναν νέα, όχι σε παλιά έγγραφα.
 
Ο Κ. Αγαπίου ζήτησε να δώσει μια σύντομη απάντηση. Αν προχωρούσαν σε τέτοιες κατασκευές –είπε απευθυνόμενος στον εισαγγελέα- δεν θα με έπιαναν το 2003 αλλά το 1987. Αν παρήγαγαν τα στοιχεία με το κιλό, τότε θα εκτίθονταν πιο πριν. Τα φτιάχνουν έτσι που να ενισχύουν την εικόνα που έχουν δημιουργήσει. Θύμισε ακόμα στον εισαγγελέα ότι η Κυριακίδου ήταν σαφής ότι λόγω της γέννησης του παιδιού άφησε το διαμέρισμα το 1984. Αυτό δεν αλλάζει. Είπατε –ξαναπευθύνθηκε στον εισαγγελέα- ότι δεν δώσατε βαρύτητα στα αποτυπώματα, αλλά στα άλλα στοιχεία. Ποια είναι αυτά; Η Κυριακίδου και η Πομώνη;
 
Η Αθανασάκη σημείωσε πως ήρθαν άνθρωποι και είπαν ψέματα και δεν ενδιαφέρθηκε κανένας. Κρύφτηκαν καταθέσεις και δεν υπήρξε καμιά αντίδραση από την εισαγγελία.
 
Το δικαστήριο διέκοψε για την Παρασκευή 1 Ιούλη, στις 9 το πρωί, οπότε θα απαγγείλει την απόφασή του.
Παρασκευή 24 Ιουνίου 2005