Δευτέρα 17 Ιουνίου 2019 | 00:40
Δίκη Επαναστατικού Αγώνα

Δίκη Επαναστατικού ΑγώναPointer

Δίκη "Επαναστατικού Αγώνα" - 45η συνεδρίαση, Παρασκευή 8.2.2013

Πόσο σύνηθες είναι σε μια δικαστική αίθουσα να κυριαρχεί, αν και απών, ο υπουργός Δημόσιας Τάξης; Οταν πρόκειται για τον Δένδια και μια δίκη για υπόθεση «τρομοκρατίας», τότε το ασύνηθες γίνεται απολύτως λογικό. Βλέπετε, ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη (!) της συγκυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου-Κουβέλη έχει φροντίσει να καταστήσει σαφές –με συνέντευξή του και με non paper που διένειμε ο μηχανισμός του υπουργείου του– και στο δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση του Επαναστατικού Αγώνα, πως πρέπει οπωσδήποτε να αχθεί σε καταδίκες σύμφωνα με το σενάριο της Αντιτρομοκρατικής. Διαφορετικά, οι δικαστές θα έχουν επιδείξει προσωπική φοβία, αποτέλεσμα της οποίας θα είναι να αφεθούν ελεύθεροι «επικίνδυνοι τρομοκράτες». Ηταν, λοιπόν, απολύτως λογικό οι κατηγορούμενοι που από τη στιγμή της σύλληψής τους αρνούνται τη συμμετοχή τους στον ΕΑ να θυμίζουν αυτή την παρέμβαση του υπουργού, καθώς βρίσκονται στη δυσάρεστη θέση να προσπαθούν ν’ αποδείξουν ότι δεν είναι ελέφαντες, να προσπαθούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους έναντι μιας κατηγορίας που δεν εμπεριέχει κανένα αποδεικτικό στοιχείο σε βάρος τους, πέρα από την αχλύ κάποιων κακότεχνα σχεδιασμένων εντυπώσεων.

Επαναλαμβάνω ότι ουδέποτε υπήρξα μέλος της οργάνωσης του ΕΑ, ούτε συμμετείχα στη δράση της, τόνισε στο τέλος της τοποθέτησής του οΣαράντος Νικητόπουλος, συμπληρώνοντας πως θέλει να πιστεύει πως το δικαστήριο θα τον απαλλάξει. Αν με καταδικάσετε, κατέληξε, θα με καταδικάσετε για τις ιδέες μου. Θα με καταδικάσετε γιατί –για να χρησιμοποιήσω κάποιους στίχους του Κώστα Βάρναλη– δεν υπήρξα δειλός, μοιραίος κι άβουλος αντάμα, προσμένοντας ίσως κάποιο θαύμα.

Ξεκινώντας την τοποθέτησή του ο Σ. Νικητόπουλος δήλωσε πως σχεδόν τρία χρόνια μετά την έναρξη της δίωξής του αισθάνεται κατά κάποιο τρόπο χαρούμενος, γιατί αυτή η ιστορία έτσι ή αλλιώς θα τελειώσει. Δεν έχω σχέση με την κατηγορία, τόνισε για μια ακόμη φορά, ξεκαθαρίζοντας ότι θα απολογηθεί με τη μεταφορική έννοια του όρου. Δηλαδή, επιλέγοντας να υπερασπιστεί ιδέες και αξίες, που ως αναρχικός υπερασπίζεται από τα μαθητικά του χρόνια. Η δίωξή μου είναι πολιτική και φρονηματική, σημείωσε. Εντάσσεται μεν στην προσπάθεια χτυπήματος του Επαναστατικού Αγώνα, παράλληλα όμως θέλει να στείλει και ένα τρομοκρατικό μήνυμα σε ολόκληρο τον αναρχικό χώρο.

Στη συνέχεια, αναφέρθηκε στο διάτρητο και αστήρικτο κατηγορητήριο, το οποίο ο τμηματάρχης της Αντιτρομοκρατικής Παπαθανασάκης δεν κατάφερε να υπερασπιστεί στοιχειωδώς ενώπιον του δικαστηρίου. Τί προέκυψε εναντίον μου κατά την ανάκριση και την ακροαματική διαδικασία; Τίποτα απολύτως. Μήπως μας τα γύρισε λίγο ο Παπαθανασάκης εδώ; Παραπέμφθηκα επειδή υιοθετήθηκε το σενάριο της Αντιτρομοκρατικής. Μήπως ήρθε η ώρα ο δικός μου λόγος να θεωρηθεί πιο αξιόπιστος, δεδομένου μάλιστα ότι εγώ λέω από την αρχή τα ίδια πράγματα, χωρίς είπα-ξείπα; Ο Σ. Νικητόπουλος μίλησε για άθλια σκηνική παρουσία του Παπαθανασάκη, γεμάτη κενά που δεν κατάφερε με τίποτα να συμπληρώσει. Αναφέρθηκε στην αγωνιώδη προσπάθεια του Παπαθανασάκη να δημιουργήσει εντυπώσεις, επιστρατεύοντας μέσα στο δικαστήριο δυο ψέματα που δεν είχε ξαναπαρουσιάσει προηγουμένως. Το πρώτο ψέμα ήταν ότι δήθεν προσπάθησε να αποφύγει τη σύλληψή του και το δεύτερο ψέμα ότι δήθεν προσπάθησε να πετάξει ένα κινητό που είχε μαζί του. Περιέγραψε αναλυτικά τη στιγμή της σύλληψής του, έξω από το σπίτι του, που καθιστούσε αδύνατη κάθε προσπάθεια αποφυγής («μην κάνεις καμιά μαλακία, έχω εντολή να σου ρίξω», τον προειδοποίησε ο αρχιασφαλίτης), ενώ θα ήταν τουλάχιστον βλακώδες να προσπαθήσει να πετάξει ένα κινητό, όντας περικυκλωμένους από ολόκληρη ομάδα ασφαλιτών. Αλλωστε, κάποιος που το κινητό του είχε κάτι το επιλήψιμο, θα είχε φροντίσει να το ξεφορτωθεί πριν τη σύλληψή του, δεδομένου ότι είχαν ήδη προηγηθεί οι άλλες συλλήψεις.

Αναφέρθηκε και σε άλλα περιστατικά δημιουργίας εντυπώσεων σε βάρος του ο Σ. Νικητόπουλος. Οπως η αποκριάτικη περούκα που αποσπάστηκε από την υπόλοιπη αποκριάτικη στολή για να παρουσιαστεί σαν υλικό μεταμφίεσης ή η ατζέντα του πεθαμένου θείου του, πολιτικού μηχανικού και αρχιτέκτονα, στην οποία υπήρχε και το όνομα μιας κυρίας που κάνει εμπόριο εκρηκτικών. Κατέθεσε, μάλιστα, και δυο φωτογραφίες της ατζέντας, στις οποίες φαίνεται καθαρά πως είναι επαγγελματική ατζέντα του θείου του και μάλιστα αναφέρεται σε εποχή που οι τιμές ήταν σε δραχμές!

Αναφέρθηκε, ακόμη, στον αισχρό και προβοκατόρικο ρόλο των ΜΜ Εξαπάτησης, σημειώνοντας πως δυο κυρίες του αστυνομικού ρεπορτάζ είναι παντρεμένες με αξιωματικούς της αστυνομίας και συμπληρώνουν το έργο των συζύγων τους.  Εγώ, τόνισε, με κείμενο που έστειλα στην «Ελευθεροτυπία» στις 18 Μάη του 2010, λίγες μέρες μετά τη σύλληψη και προφυλάκισή μου, αρνήθηκα τις κατηγορίες και κατήγγειλα τον πολιτικό χαρακτήρα της σύλληψής μου. Το ίδιο έκανα σε όλες τις φάσεις αυτής της υπόθεσης, μέχρι και τώρα. Οταν στο Συμβούλιο του εξαμήνου αντιμετωπίσαμε την ειρωνεία και την απαξίωση, κατάλαβα στο πετσί μου πόσο κούφιες είναι κάποιες λέξεις όπως «νομικός πολιτισμός» και «τεκμήριο αθωότητας». Στο Συμβούλιο του 12μηνου, έχοντας αυτή την εμπειρία, δεν ήθελα να παραστώ, αλλά πείστηκα από τους συνηγόρους μου. Η διαδικασία εκεί ήταν εντελώς διαφορετική και εξεπλάγην ευχάριστα. Θεώρησα ότι υπάρχει επαναφορά των πραγμάτων στις πραγματικές τους διαστάσεις. Τη χαρά, όμως, διαδέχτηκε η απογοήτευση, όταν ακολούθησε η αναίρεση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Το Συμβούλιο ξανασυνεδρίασε και επικύρωσε την απόφαση για αποφυλάκισή μας, όμως το τωρινό κλίμα προξενεί έντονη ανησυχία. Στο σημείο αυτό ο Σ. Νικητόπουλος αναφέρθηκε στη στρατηγική της έντασης που εφαρμόζεται και στις ωμές παρεμβάσεις του Δένδια (διάβασε και το σχετικό απόσπασμα από την περιβόητη συνέντευξή του στην «Καθημερινή»). Τι να περιμένει ένας κατηγορούμενος, ιδιαίτερα ένας αναρχικός, μετά απ’ αυτά, κατέληξε.

Ο Σ. Νικητόπουλος αναφέρθηκε και στην προσωπική του διαδρομή. Μίλησε για την οικογένειά του (μια αριστερή, προοδευτική, δημοκρατική οικογένεια), για τα Εξάρχεια, τη γειτονιά που γεννήθηκε και μεγάλωσε (λίκνο αντιστάσεων από παλιά), για τις εμπειρίες που βίωσε από παιδί (είδε τον Μελίστα να πυροβολεί τον Μιχάλη Καλτεζά και τους ΜΑΤάδες να πανηγυρίζουν πάνω από το νεκρό του σώμα, είδε τη γιαγιά του να υβρίζεται σκαιά από τα ΜΑΤ που είχαν κάνει κατοχή στη γειτονιά, έβλεπε την έφηβη εξαδέλφη του να γυρίζει κλαίγοντας στο σπίτι από τις σεξιστικές επιθέσεις των ΜΑΤάδων, είδε κυνηγητά και ξυλοδαρμούς). Αναφέρθηκε στη συμμετοχή του ως μαθητής στις καταλήψεις ενάντια στο νόμο Κοντογιαννόπουλου, όπου πήρε το πρώτο μάθημα συλλογικότητας και αλληλεγγύης. Μέσα από τη συμμετοχή του στις μαθητικές και τις αντιπολεμικές κινητοποιήσεις των επόμενων χρόνων, παράλληλα με τα διαβάσματά του, προσανατολίστηκε αρχικά και εντάχθηκε στη συνέχεια στον αναρχικό χώρο. Στα 17 του συνελήφθη μαζί με εκατοντάδες άλλους στην κατάληψη του Πολυτεχνείου το 1995 και υπερασπίστηκε την πολιτική του επιλογή, σε δίκες που είχαν σαν σκοπό να εξαναγκάσουν τους πιο νέους στην ηλικία να καταδικάσουν τη συμμετοχή τους, να εμφανιστούν μετανοημένοι, να καταδικάσουν τους αναρχικούς.

Μίλησε για τη συμμετοχή του στο αναρχικό κίνημα και τους κοινωνικούς αγώνες. Για το όραμα της αταξικής κοινωνίας, χωρίς εκμετάλλευση και καταπίεση. Περιέγραψε επιγραμματικά τη συμμετοχή του σε απεργιακές, μαθητικές, φοιτητικές, αντιπολεμικές, οικολογικές και άλλες κινητοποιήσεις, για να φτάσει στο σήμερα, στην Ελλάδα που από προτεκτοράτο μετατράπηκε σε αποικία, στην εξαθλίωση των εργαζόμενων, στο καθεστώς έκτακτης ανάγκης που έχει επιβληθεί για να στηρίξει αυτή τη βαρβαρότητα. Οι υπεύθυνοι γι’ αυτά που βιώνει ο ελληνικός λαός έχουν χαρακτηριστεί από τον ίδιο το λαό: υποκριτές, δολοφόνοι, δωσίλογοι, ψεύτες, που ανταποκρίνονται σε μια περιγραφή που κάνει ο Μενέλαος Λουντέμης στο «Οδός Αβύσσου, αριθμός μηδέν».

Τα τελευταία λόγια του ο Σ. Νικητόπουλος τα κράτησε για τον φίλο και σύντροφό του Λάμπρο Φούντα. Θα τον θυμάμαι πάντα, κατέληξε, σαν άνθρωπο που του ταιριάζει ο στίχος του Ανδρέα Κάλβου «θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία».

Από έδρας δεν έγινε καμιά ερώτηση, ενώ στις λίγες ερωτήσεις του εισαγγελέα ήταν φανερή η αμηχανία από την πλήρη απουσία οποιουδήποτε ενοχοποιητικού στοιχείου. Γιατί, βέβαια, δεν είναι ενοχοποιητικό στοιχείο να χρησιμοποιείς τηλεκάρτα, ούτε να συναντιέσαι για καφέ με φίλους και συντρόφους σου. Μολονότι για το τελευταίο ο Σ. Νικητόπουλος ξεκαθάρισε και πάλι ότι ήταν μια απλή κοινωνική επαφή, η οποία δαιμονοποιήθηκε από τον Παπαθανασάκη, ο εισαγγελέας επέμεινε να υιοθετεί την άποψη Παπαθανασάκη ότι κάτι… ύποπτο είχε!

Τη γνωστή ιστορία με την καμήλα και το λαγό θύμισε ο Κώστας Κάτσενος. Κυνηγούσαν μια καμήλα κι έτρεχε δίπλα της κι ένας λαγός. Οταν του φώναξαν γιατί τρέχει, αφού δεν κυνηγούν αυτόν, απάντησε: άσε καλύτερα, γιατί αν σε πιάσουν, άντε ν’ αποδείξεις ότι δεν είσαι καμήλα! Το είπε για να εξηγήσει γιατί δεν κάθησε να τον συλλάβουν, όταν διαπίστωσε ότι για να εξουδετερώσουν μια ένοπλη αντιεξουσιαστική ομάδα, στράφηκαν εναντίον κάποιων ανθρώπων ποινικοποιώντας προσωπικές σχέσεις. Πήγες για καφέ με τον Μαζιώτη; Αρα είσαι μέλος! Οι μεθοδεύσεις των διωκτικών αρχών, τόνισε, υπονόμευσαν τη ζωή μου. Ακόμη και τώρα το συνειδητοποιώ και οργίζομαι. Βρίσκομαι κατηγορούμενος λόγω των φιλικών και προσωπικών μου σχέσεων στο κίνημα, θυμίζοντας την Καταρίνα Μπλουμ του γνωστού μυθιστορήματος. Ελπίζω, κατέληξε, η ταλαιπωρία μου να λάβει τέλος, για να μπορέσω να συνεχίσω τη ζωή μου. Θέλω να πιστεύω ότι οι δηλώσεις Δένδια δεν θα επηρεάσουν την απόφασή σας.

Δεν είχε άλλο τρόπο να υπερασπιστεί τον εαυτό του ο Κ. Κάτσενος εκτός από το να περιγράψει τη ζωή του. Παιδί της Βικτώριας και των Αμπελοκήπων, μίλησε για τις αυταπάτες της δεκαετίας του ’80, που πλημμύριζαν τον κόσμο που χαρακτηριζόταν προοδευτικός. Μίλησε για την ατομικότητα, το γιαπισμό, την πολιτιστική παρακμή, που χαρακτήριζαν τη δεκαετία του ’90, για να δηλώσει ότι ο ίδιος απέρριψε αυτόν τον τρόπο ζωής και αναζήτησε μια εναλλακτική ταυτότητα, η οποία αργότερα έγινε και πολιτική. Στη συνέχεια περιέγραψε την εργασιακή του διαδρομή, η οποία θα μπορούσε να περιγραφεί ως «η Οδύσσεια ενός γραφίστα».

Ιδιαίτερα επέμεινε στην τελευταία τριετία, στην εποχή των Μνημονίων και της εργασιακής και κοινωνικής βαρβαρότητας, αλλά και της κατασκευής του φόβου ενάντια στον «εσωτερικό εχθρό». Η «αντιτρομοκρατία», τόνισε, μετατρέπει την αστική δημοκρατία σε ολοκληρωτική διακυβέρνηση. Σε δίκες σαν αυτή που βιώνω επιδιώκεται η απονομιμοποίηση του πολιτικού αντιπάλου και η εγκληματοποίησή του, με στόχο να παρουσιαστεί το καθεστώς σαν να μην έχει πολιτικούς αντιπάλους. Χαρακτήρισε τη δίωξή του φρονηματική, χωρίς κανένα στοιχείο. Το τεκμήριο αθωότητας τσαλακώθηκε από την αρχή. Κατασκευάστηκε μια ποινική κατηγορία μέσω της δημιουργίας εντυπώσεων, σημείωσε με έμφαση.

Ο εισαγγελέας το βιολί του. Ρωτούσε πάλι για τηλεκάρτες και για το αν ο Κάτσενος τηλεφωνούσε από την Πατησίων! Κι ενώ ο Κ. Κάτσενος επιβεβαίωσε ότι όντως κάποια από τις υποκλαπείσες συνομιλίες είναι δική του με τον φίλο του Βαγγέλη Σταθόπουλο, ο εισαγγελέας δεν πειθόταν πως κάποιες λέξεις δεν ήταν συνθηματικά, αλλά απλούστατα ήταν η αργκό που χρησιμοποιεί ο Σταθόπουλος. Οταν, δε, ο Κάτσενος του θύμισε ότι ο ίδιος λέει «Βικτώρια» στη συνομιλία, ο εισαγγελέας είχε την απάντηση: «Σας ξέφυγε»! Μ’ άλλα λόγια, άμα ο Κάτσενος λέει «Βήτα», κάνοντας πλάκα με την αργκό του Σταθόπουλου, ενεργεί σαν συνωμότης. Αμα λέει «Βικτώρια», του ξέφυγε! Σε κάθε περίπτωση είναι ένοχος! Αλήθεια, με τέτοια λογικά αίσχη θα προτείνει ενοχές ο κ. Λιόγας;

«Είμαι περήφανη που διάλεξα αυτόν τον άνθρωπο για σύντροφό μου και για πατέρα των παιδιών μου. Χρέος μου απέναντι στον άνθρωπο που λατρεύω είναι να είμαι με όλη τη δύναμη της ψυχής μου δίπλα του. Θα μου επιτρέψετε να του αφιερώσω μερικούς στίχους του Τάσου Λειβαδίτη». Τα τελευταία λόγια της Μαρί Μπεραχά και οι στίχοι του Λειβαδίτη που διάβασε πνίγηκαν στο θερμό παρατεταμένο χειροκρότημα του ακροατηρίου (είχαν χειροκροτηθεί επίσης ο Σ. Νικητόπουλος και ο Κ. Κάτσενος στο τέλος των τοποθετήσεών τους). Πολλά μάτια ήταν δακρυσμένα μέσα στην αίθουσα. Ακόμη και δυο ζευγάρια μάτια στην έδρα!

Εξαιρετικά σύντομη ήταν η Μαρί Μπεραχά. Είναι ηλίου φαεινότερον, άλλωστε, πως βρίσκεται στα έδρανα των κατηγορούμενων, επειδή η Αντιτρομοκρατική θέλησε να εκδικηθεί τον σύζυγό της Κώστα Γουρνά. Περιέγραψε απλώς το σοκ που υπέστη, όταν πληροφορήθηκε τη σύλληψη του Κώστα. Σοκ που ήταν αποτέλεσμα της άγνοιάς της πάνω στην ένταξη του συζύγου της στον ΕΑ. Το έκανε για να με προστατεύσει, είπε. Κατάφερε να κρατήσει εμένα και τα παιδιά μακριά από οτιδήποτε αφορούσε την οργάνωση. Του οφείλω το ότι έχω το κεφάλι μου ήσυχο.

Από την έδρα δεν έγινε καμιά ερώτηση στη Μαρί Μπεραχά και η δίκη διακόπηκε για την Παρασκευή 22 Φλεβάρη, οπότε θα αγορεύσει ο εισαγγελέας.
Παρασκευή 08 Φεβρουαρίου 2013